Αγχωτικές μνήμες από την περίοδο της πανδημίας ανασύρει η ιστοσελίδα του Ευρωπαϊκού Κέντρου Πρόληψης και Ελέγχου Νόσων (ECDC), καθώς στην πρώτη σελίδα του φιγουράρει έκθεση για τον Χανταϊό ενώ με ένα κλικ βλέπει κανείς την μέχρι σήμερα καταγραφή: 7 κρούσματα και 3 θάνατοι. Αν και οι ειδικοί συμφωνούν ότι το ενδεχόμενο επανάληψης μιας πανδημίας σαν του κορωνοϊού δεν υπάρχει, από μόνο της η πρωτοβουλία επιτήρησης και καταγραφής δείχνει την ανησυχία που υπάρχει για τον ιό αυτό.
Αξίζει να σημειωθεί ότι πλέον οι έρευνες για εντοπισμό πιθανών κρουσμάτων έχουν επεκταθεί σε 4 ηπείρους.
Σύμφωνα με το κέντρο, με βάση τα σημερινά δεδομένα το ρίσκο για μετάδοση του ιού στο γενικό πληθυσμό είναι πολύ χαμηλό, κάτι στο οποίο συμφωνούν και οι Έλληνες επιστήμονες που έχουν τοποθετηθεί επί του θέματος. Βέβαια το γεγονός ότι ταυτοποιήθηκε πως το είδος του Χανταϊού που εντοπίστηκε στο κρουαζιερόπλοιο είναι εκείνο που μπορεί να μεταδοθεί από άνθρωπο σε άνθρωπο, επιβάλει και την ενεργοποίηση των υγειονομικών αρχών σε παγκόσμιο επίπεδο.
Το κρουαζιερόπλοιο που σήμανε παγκόσμιο συναγερμό
Το ενδιαφέρον της διεθνούς επιστημονικής κοινότητας επικεντρώνεται στο κρουαζιερόπλοιο MV Hondius, όπου καταγράφηκε η συρροή κρουσμάτων του στελέχους Andes hantavirus, του μοναδικού τύπου χανταϊού για τον οποίο έχει τεκμηριωθεί μετάδοση από άνθρωπο σε άνθρωπο.
Σύμφωνα με τις τελευταίες αναφορές του ECDC και του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, έχουν επιβεβαιωθεί επτά περιστατικά, εκ των οποίων τρία θανατηφόρα, ενώ η επιδημιολογική διερεύνηση επεκτείνεται πλέον σε δεκάδες επαφές επιβατών και πληρωμάτων σε πολλές χώρες.
Η υπόθεση έχει προκαλέσει μια από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις διεθνούς ιχνηλάτησης των τελευταίων ετών για σπάνιο λοιμώδες νόσημα. Σύμφωνα με τις τελευταίες πληροφορίες, οι έρευνες εκτείνονται πλέον σε τέσσερις ηπείρους, καθώς επιβάτες του πλοίου ταξίδεψαν αεροπορικώς πριν εντοπιστεί η επιδημιολογική σύνδεση των περιστατικών.
Υγειονομικές αρχές στην Ευρώπη, τη Νότια Αφρική, τη Σιγκαπούρη και χώρες της Λατινικής Αμερικής παρακολουθούν στενά πιθανές δευτερογενείς μολύνσεις, ενώ ενεργοποιήθηκαν ειδικά πρωτόκολλα απομόνωσης και παρακολούθησης.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι το στέλεχος Andes hantavirus είναι το μόνο γνωστό στέλεχος χανταϊού με δυνατότητα περιορισμένης μετάδοσης μεταξύ ανθρώπων, κυρίως μέσω πολύ στενής και παρατεταμένης επαφής. Ωστόσο, οι ειδικοί υπογραμμίζουν ότι ο τρόπος μετάδοσης διαφέρει ριζικά από εκείνον του SARS-CoV-2, καθώς δεν πρόκειται για ιό που μεταδίδεται εύκολα αερογενώς στον γενικό πληθυσμό.
Ο Χανταϊός και τα συμπτώματά του
Επιστήμονες εξηγούν ότι οι περισσότεροι χανταϊοί μεταδίδονται μέσω επαφής με εκκρίσεις μολυσμένων τρωκτικών, κυρίως με την εισπνοή μικροσκοπικών σωματιδίων από ούρα ή περιττώματα. Τα συμπτώματα ξεκινούν συνήθως με υψηλό πυρετό, έντονους μυϊκούς πόνους και αδυναμία, ενώ σε σοβαρές περιπτώσεις μπορεί να εξελιχθούν σε αναπνευστική ανεπάρκεια ή αιμορραγικό σύνδρομο.
Η θνητότητα του στελέχους Andes θεωρείται υψηλή, γεγονός που εξηγεί γιατί οι αρχές αντιμετωπίζουν με τόσο μεγάλη σοβαρότητα ακόμη και μικρό αριθμό κρουσμάτων.
Σύμφωνα με σημερινές δηλώσεις στελεχών του ΠΟΥ, που μεταδόθηκαν τις τελευταίες ώρες, δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι η κατάσταση μπορεί να εξελιχθεί σε πανδημία. Η δρ Μαρία Βαν Κερκχόβε ξεκαθάρισε ότι «δεν πρόκειται για Covid ούτε για γρίπη», επισημαίνοντας πως η μεταδοτικότητα του ιού παραμένει περιορισμένη και ότι τα μέτρα δημόσιας υγείας μπορούν να ανακόψουν τη διασπορά.
Μάλιστα, ο ΠΟΥ εμφανίζεται βέβαιος ότι το περιστατικό «θα παραμείνει περιορισμένο» εφόσον συνεχιστεί η στενή συνεργασία των κρατών και η ταχεία ιχνηλάτηση επαφών. Στο πλαίσιο αυτό, ανακοινώθηκε ήδη η αποστολή περίπου 2.500 διαγνωστικών τεστ από την Αργεντινή προς πέντε χώρες που συμμετέχουν στην επιδημιολογική επιτήρηση.
Παράλληλα, ειδικά εργαστήρια σε Ευρώπη και Ηνωμένες Πολιτείες εξετάζουν γενετικά δείγματα του ιού, προκειμένου να διαπιστωθεί αν υπάρχουν μεταλλάξεις που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη μεταδοτικότητα ή τη βαρύτητα της νόσου.
Οι φόβοι για μετάλλαξη και η διεθνής ιχνηλάτηση
Επίσης, οι αρχές της Αργεντινής ανακοίνωσαν σήμερα ότι μέχρι στιγμής δεν είναι δυνατό να επιβεβαιωθεί πού ακριβώς έγινε η αρχική μόλυνση των επιβατών του πλοίου. Ειδικά κλιμάκια θα πραγματοποιήσουν ελέγχους σε τρωκτικά στην περιοχή της Ουσουάια, από όπου είχε αποπλεύσει το κρουαζιερόπλοιο, αναζητώντας πιθανή παρουσία του ιού στο φυσικό περιβάλλον.
Οι ειδικοί εκτιμούν ότι η συγκεκριμένη έρευνα θα είναι καθοριστική ώστε να διαπιστωθεί εάν πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό ή για ευρύτερη κυκλοφορία του ιού στην περιοχή της Παταγονίας.
Την ίδια ώρα, η διεθνής ανησυχία ενισχύθηκε από την ανακοίνωση νέου ύποπτου περιστατικού σε Βρετανό επιβάτη που βρίσκεται απομονωμένος στο νησί Τριστάν ντα Κούνια στον νότιο Ατλαντικό. Ωστόσο, ενθαρρυντικό θεωρείται το γεγονός ότι αεροσυνοδός της KLM, η οποία είχε έρθει σε επαφή με επιβάτιδα που αργότερα κατέληξε από χανταϊό, βρέθηκε αρνητική στις εξετάσεις, όπως ανακοίνωσε σήμερα ο ΠΟΥ.
Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί πάντως η αναφορά του Δρ. Κρεγκ Ντάλτον, από το Πανεπιστήμιο του Νιούκαστλ,ο οποίος προειδοποίησε για τους κινδύνους του στελέχους των Άνδεωνπου εντοπίστηκε στο πλοίο MV Hondius. Ο ίδιος ναφέρθηκε στην εμπειρία του από μια αντίστοιχη περίπτωση του 1993 στις ΗΠΑ, περιγράφοντας τον ιό ως «ένα άσχημο μικρόβιο» που μπορεί να προκαλέσει ραγδαία επιδείνωση και θάνατο μέσα σε λίγες ώρες.
Σύμφωνα με τον ίδιο, τα κρουαζιερόπλοια ευνοούν τη διασπορά λοιμώξεων λόγω του συγχρωτισμού, όπως συνέβη και κατά την πανδημία Covid-19. Ο Δρ. Ντάλτον εκτίμησε ότι πιθανότατα υπήρξε μετάδοση πάνω στο πλοίο, καθώς τα νεότερα κρούσματα δεν φαίνεται να συνδέονται με κοινή έκθεση. Τόνισε επίσης ότι ο ιός μεταδίδεται μέσω αερολυμάτων και είναι πιο μεταδοτικός λίγο πριν εμφανιστούν τα συμπτώματα.
Τι αναφέρεται από Έλληνες ειδικούς
Οι Έλληνες επιστήμονες παραμένουν καθησυχαστικοί, επιμένοντας ότι ο χανταϊός είναι γνωστός εδώ και δεκαετίες και δεν διαθέτει τα χαρακτηριστικά ενός ιού που μπορεί να προκαλέσει ανεξέλεγκτη παγκόσμια διασπορά. Όπως σημειώνουν, η μεγάλη διαφορά με την πανδημία του κορωνοϊού είναι ότι η μετάδοση απαιτεί στενή επαφή και δεν παρατηρείται εύκολη διασπορά στην κοινότητα. Για τον λόγο αυτό, οι ειδικοί τονίζουν ότι χρειάζεται επαγρύπνηση και σωστή ενημέρωση, όχι όμως πανικός.
«Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας και το ECDC θεωρούν τον κίνδυνο πολύ χαμηλό. Υπάρχει αυξημένη ευαισθησία λόγω της εμπειρίας της πανδημίας, γι’ αυτό και τα μέτρα εμφανίζονται αυστηρότερα απ’ ό,τι θα βλέπαμε παλαιότερα», ανέφερε με δηλώσεις του ο πρόεδρος του ΕΟΔΥ , Θεόδωρος Βασιλακόπουλος, τονίζοντας πως απαιτείται ψυχραιμία και προσεκτική επιστημονική αξιολόγηση.






