Στις 19 Ιουλίου 1780, διαδραματίζεται ένα τραγικό γεγονός που θα σημαδέψει τη ζωή του μετέπειτα αρχηγού της Επανάστασης, Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, που τότε ήταν 10 ετών. Είναι η δολοφονία του πατέρα του, Κωνσταντή. Όπως αναφέρει ο Σπύρος Μελλάς στο «Ελεύθερον Βήμα», ο Κωνσταντής Κολοκοτρώνης, περισσότερο καιρό ζούσε μακριά από την οικογένειά του ως κλέφτης. Όσο όμως μεγάλωνε η φήμη του Κωνσταντή Κολοκοτρώνη, τόσο μεγάλωνε και το μένος των οθωμανικών αρχών εναντίον του. Έτσι τον Ιούλιο του 1780 μια πολυπληθής ένοπλη ομάδα πολιόρκησε τον μανιάτικο πύργο, όπου διέμενε η οικογένεια Κολοκοτρώνη. «Οι Τούρκοι φθάσανε, στήσανε κανόνια κι ολμοβόλα γύρω τους. Το μέρος βούιζε από το πλήθος του στρατού. (…)Η καπετάνισσα, η άλλες γυναίκες, τα παιδιά, ο μικρός Θόδωρος, του βοήθαγαν (…) Τα κανόνια όμως άρχισαν να γκρεμίζουν τους τοίχους. Οι πολιορκημένοι ήταν αναγκασμένοι να πραγματοποιήσουν έξοδο. Ο 10χρονος Θεόδωρος βρίσκεται στο κέντρο μιας ομάδας ανθρώπων που με τα όπλα στα χέρια ορμάει κατά μέτωπο των πολιορκητών. «Άστραψαν πλάι τους τουρκικά σπαθιά. Ο πατέρας του λαβώθηκε, βόγγησε, πάσχισε να περπατήση, δε μπορούσε. – Τραβάτε σεις, είπε στην καπετάνισσα, εγώ θα κρυφτώ στο λόγγο. Καλές αντάμωσες αν βρεθούμε με τους ζωντανούς. (…) »Η λαβωματιά, το αίμα πούτρεχε, τούφεραν αβάσταγη δίψα. Έψαχνε για νερό. Έπεσε απάνω σ’ επτά Τούρκους. Με το γιαταγάνι στο χέρι τους φώναξε: – Μεριάστε! Ειδεμή κι εγώ θα χαθώ μα κι από σας θα φάω όσους μπορώ. »Οι Τούρκοι, Μπαρδουνιώτες τον ήξεραν. Έβαλαν κάτω τα όπλα κι ωρκίστηκαν μ’ όλους τους όρκους της θρησκείας τους, να μην τον βλάψουν. »Τότε τους γύρεψε νερό. Έκαναν δυό – τρεις πως πάνε να του φέρουν, τον χτύπησαν από πίσω, τον χάλασαν, τον έψαξαν, του πήραν τα λεπτά του, τ’ άρματά του και για να μη τους τα γυρέψη ο σερασκέρης (σ.σ. τίτλος οθωμανού αξιωματούχο) , τούκοψαν το κεφάλι και το πέταξαν σ’ ένα γκρεμό». |