Ο Νικηφόρος Βρεττάκος, λίγες ώρες πριν ο Βάρναλης φύγει από τη ζωή, σχημάτισε το πορτρέτο του στην προγραμματισμένη για εκείνον τελετή της Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών στο θέατρο “Αλίκη”. Μεταξύ άλλων ανέφερε: «Ο Καζαντζάκης πορεύτηκε αναζητώντας μίαν υπερβατική πίστη , ενώ ο Σικελιανός βολεύτηκε μέσα στην από πάντα αναλλοίωτη ελληνική φύση , και πλήρης από το αίσθημα που του γεννούσε ή λατρεία του πρός τήν ἀρχαιότητα , ξεκίνησε το ωραίο αλλά ανέφικτο όνειρα της ανασύστασης των δελφικών αμφικτυονιών . »“Ο Βάρναλης ακολούθησε τον πιο σκληρό δρόμο . Ένα δρόμο εδάφους”. Συντάχτηκε με τις νέες ιδέες, που υπόσχονταν έναν αταξικό καλύτερο κόσμο, παίρνοντας με την τέχνη του θέση μάχης απέναντι στο κοινωνικό κατεστημένο, το γιομάτο από αδικίες και αθλιότητες. »Η στροφή του Βάρναλη που ήταν κι αὐτός θερμός αρχαιολάτρης αρχίζει να διαφαίνεται στο μακρόστενο ποίημά του “Ο προσκυνητής » που γράφτηκε στη Γαλλία το 1919 και ολοκληρώνεται με το ποιητικό του βιβλίο : “Τό φως που καίει” , που πρωτοβγήκε το 1922. »Ο ομιλητής αναλύοντας τὸ ἔργο του Βάρναλη στάθηκε κυρίως σε τρία έργα του: “Το φως που καίει”, “Σκλάβοι πολιορκημένοι” και “Αληθινή απολογία τοῦ Σωκράτη” , όπου όπως είπε, πολλά σημεία της αποτελούν και απολογία του Βάρναλη πρός τούς κατηγόρους του. »Τα κύρια ποιητικά του έργα, είπε, “Tο φως που καίει” και “Σκλάβοι πολιορκημένοι”, συναπαρτίζονται από τρία ξεχωριστά επίπεδα. »Τον σαρκασμό τοῦ ποιητῆ προς το κοινωνικό κατεστημένο, την αγανάκτησή του για το χαλασμένο ἐκεῖνο μέρος τοῦ λαοῦ που στηρίζει αυτό το κατεστημένο και που αποτελεί κι αυτό μίαν αθλιότητα και ἀπό τήν ἔκφραση του ατομικού του δράματος, τοῦ δράματος που του δημιούργησε ή απομόνωσή του μέσα στο κατεστημένο . »Η επικούρεια αμεριμνησία του Βάρναλη , εἶπε ὁ ομιλητής , υπήρξε επιφανειακή. Κάτω απ ‘ αυτή έκρυβε μεγάλη αναταραχή μες ἀπ ‘ αὐτό τό δραματικό του βάθος ανάβλυσαν τα λυρικά του ποιήματα ή “μάνα του Χριστού”, οι “πόνοι της Παναγίας” κ.ά». |