Την 10η Ιουνίου 1944, λίγους μόλις μήνες πριν τα γερμανικά ναζιστικά στρατεύματα αποχωρήσουν από την Ελλάδα και έρθει η Απελευθέρωση, στο Δίστομο Βοιωτίας πραγματοποιείται μία από τις μεγαλύτερες σφαγές εις βάρος άμαχου ελληνικού πληθυσμού. Τμήματα των SS εισβάλουν στην πόλη του Διστόμου με μοναδικό σκοπό τον θάνατο αμάχων. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία οι νεκροί έφτασαν τους 228, εκ των οποίων 117 ήταν γυναίκες, 111 άντρες, ενώ 53 από τους νεκρούς ήταν παιδιά ηλικίας κάτω των 16 ετών. Σύμφωνα πάντως με τη μαρτυρία του ελβετού απεσταλμένου του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, George Wehrly, που έφτασε στο Δίστομο λίγες ημέρες αργότερα, οι νεκροί στην ευρύτερη περιοχή έφτασαν τους 600. Ο Αργύρης Φουντούρης, κάτοικος Διστόμου, ήταν 4 ετών την ημέρα της σφαγής και έχασε τους δύο γονείς τους και τριάντα δύο ακόμα συγγενείς του. Το 2015 μίλησε στο «ΒΗΜΑ»: «Στις 10 το πρωί μπήκαν πολλά γερμανικά φορτηγά. Εγώ ήμουν μπροστά στο σπίτι μου και έπαιζα με άλλα συνομήλικα παιδιά. (…) Έδωσαν διαταγή να κλειστούμε όλοι στα σπίτια. »Είχαμε κλειστεί στο σπίτι με τον πατέρα μου, δύο από τις αδερφές μου και μια εξαδέλφη (…). Η μητέρα μου δεν ήταν στο χωριό. Είχε φύγει πρωί-πρωί με δύο γείτονες και με ένα κάρο, είχαν πάει στη Λιβαδειά (…). »Άκουσε ο πατέρας μου στο πλακόστρωτο αρβύλες. Κατέβηκε κάτω με την ελπίδα να μπορέσει να τους αποτρέψει να βάλουν φωτιά. (…) Μετά από λίγο, άρχισαν να ανεβαίνουν φλόγες και καπνοί και βγήκαμε έξω »Είδαμε τον πατέρα μας σκοτωμένο και το άλλο πρωί ειδοποίησαν τη γιαγιά μας, είχαν φέρει το κάρο με τη μάνα μου. Ακούστηκε στην Λιβαδειά ότι κάτι γίνεται στο Δίστομο και οι δύο γυναίκες, η γειτόνισσα και η μάνα μου γύρισαν πίσω. Αν είχαν πάρει άλλη απόφαση, να περιμένουνε, πιθανότατα να είχαμε μάνα. »Τα πρώτα χρόνια μετά ήμουν ετοιμοθάνατος. Παραιτήθηκα από το να θέλω να ζήσω». |