Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Στο κοινοβουλευτικό πεδίο μεταφέρεται πλέον η υπόθεση της εκλογής μέλους ΔΕΠ στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο (ΕΑΠ), με την αντιπαράθεση να ξεπερνά τα τείχη του ιδρύματος και να αποκτά έντονο πολιτικό ενδιαφέρον. Η εμπλοκή των ανώτατων ακαδημαϊκών οργάνων και το μπαράζ ερωτήσεων από βουλευτές του ΠαΣοΚ και του ΣΥΡΙΖΑ φέρνουν πλέον την υπόθεση στο γραφείο της αρμόδιας Υπουργού Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, Σοφίας Ζαχαράκη.

Κατόπιν του δημοσιεύματος του «Βήματος» για το ιστορικό της εκλογής του Απόστολου Παπατόλια, μιας υπόθεσης που ξεκινά στις 13 Σεπτεμβρίου 2024 με την ομόφωνη εκλογή του, για να ακολουθήσει τον Φεβρουάριο του 2026 η επανεκλογή του πρώην νομάρχη και μέλους του ΑΣΕΠ με ψήφους 7-2 από επτά κορυφαίους καθηγητές Νομικής του ΕΚΠΑ, του ΑΠΘ, του Δημοκριτείου και του ΕΑΠ, μεταξύ των οποίων και εν ενεργεία ανώτατος δικαστής, ο Πρύτανης του ιδρύματος απέστειλε επίσημη επιστολή-διαμαρτυρία, υποστηρίζοντας τη νομιμότητα των πρυτανικών αποφάσεων.

Η επιστολή του Ομίλου Διοικητικών Επιστημόνων


Η επιστολή αυτή, η οποία δημοσιεύεται αυτούσια, θέτει ωστόσο νέα ερωτήματα γύρω από τις εσωτερικές διαδικασίες της διοίκησης, τα οποία διατυπώνει το «Βήμα», τη στιγμή που βουλευτές της αντιπολίτευσης φέρνουν το θέμα στο Κοινοβούλιο, ζητώντας στατιστικά στοιχεία για τις αναπομπές κρίσεων και απαντήσεις για την τήρηση των ακαδημαϊκών αρχών στο ΕΑΠ, ενώ ήδη από τις 15 Μαΐου έχει αναρτηθεί στο σύστημα ΑΠΕΛΛΑ μια νέα, δεύτερη κατά σειρά αναπομπή, η οποία οδηγεί πλέον σε μια τέταρτη διαδοχική συνεδρίαση του Εκλεκτορικού Σώματος για την ίδια ακριβώς θέση μέσα σε δύο χρόνια.

Δείτε εδώ ολόκληρη την επιστολή του Πρύτανη

Σε ανάλογο μήκος κύματος, η Σύγκλητος του ΕΑΠ απάντησε με έκτακτη συνεδρίαση στο δημοσίευμα του «Βήματος», εκδίδοντας μια ομόφωνη ανακοίνωση στην οποία χαρακτηρίζει ουσιαστικά τα δημοσιογραφικά ερωτήματα ως «εξωτερική παρέμβαση»:

«Η Σύγκλητος του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου (ΕΑΠ), στην υπ. αριθ. 38η/25/05/2026 έκτακτη συνεδρίασή της, με αφορμή πρόσφατο δημοσίευμα σε ηλεκτρονικό Μέσο Ενημέρωσης, σχετικά με διαδικασία εκλογής μέλους ΔΕΠ, δηλώνει ομόφωνα τη σταθερή προσήλωσή της στην τήρηση της νομιμότητας, της διαφάνειας και των ακαδημαϊκών αρχών. Το εν λόγω δημοσίευμα, βασιζόμενο σε μονομερείς και ανακριβείς ισχυρισμούς, επιχειρεί να πλήξει το κύρος των ακαδημαϊκών οργάνων και των λειτουργών του ΕΑΠ, οι οποίοι επιτελούν το έργο τους με υψηλό αίσθημα ευθύνης. Η ακαδημαϊκή κοινότητα του Πανεπιστημίου διασφαλίζει σταθερά την απρόσκοπτη λειτουργία και την αυτοτέλεια του Ιδρύματος, θωρακίζοντας τις θεσμικές του διαδικασίες απέναντι σε οποιαδήποτε προσπάθεια εξωτερικής παρέμβασης και αποπροσανατολισμού της κοινής γνώμης».

Το «Βήμα», τηρώντας απαρέγκλιτα τις αρχές της δημοσιογραφικής δεοντολογίας και την υποχρέωση παρουσίασης όλων των πλευρών, παραθέτει αυτούσιες τις θέσεις της πανεπιστημιακής ηγεσίας, θέτοντας παράλληλα τα νέα ερωτήματα που προκύπτουν από τα νομικά, θεσμικά και καταστατικά δεδομένα που διέπουν την υπόθεση.

Τα όρια του ελέγχου νομιμότητας, η Σύγκλητος και τα θεσμικά ερωτήματα

Στην επιστολή του, ο Πρύτανης επισημαίνει ότι ο φάκελος εκλογής κάθε μέλους ΔΕΠ διαβιβάζεται υποχρεωτικά στη Νομική Υπηρεσία του ιδρύματος, η οποία οφείλει να καταγράψει τα σημεία εκείνα που ενδεχομένως πάσχουν από πλευράς νομιμότητας και να εισηγηθεί σχετικά. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά: «Ο φάκελος εκλογής κάθε μέλους ΔΕΠ σε όλα τα ΑΕΙ της χώρας, αποστέλλεται προς έλεγχο νομιμότητας στη Νομική Υπηρεσία του ιδρύματος, προκειμένου να ελεγχθεί το νομότυπο της εκλογής… Η Νομική Υπηρεσία κάθε ιδρύματος οφείλει όταν της διαβιβάσει τον φάκελο εκλογής ο Πρύτανης, να καταγράψει τα σημεία εκείνα που κατά τη γνώμη της πάσχουν από πλευράς νομιμότητας, να τα υποδείξει και να εισηγηθεί σχετικά στον Πρύτανη. Ο Πρύτανης ακολούθως έχει την υποχρέωση να μελετήσει το εισηγητικό σημείωμα της Νομικής Υπηρεσίας και στον βαθμό που αξιολογήσει ως βάσιμα τα σημεία που ενδεχομένως πάσχει η διαδικασία, να ενεργήσει ανάλογα, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στον νόμο. Η παραπάνω διαδικασία τηρήθηκε με απόλυτη συνέπεια».

Απέναντι σε αυτή τη θέση, ανακύπτουν συγκεκριμένα ερωτήματα που σχετίζονται με το γράμμα του νόμου:

  • Πού σταματούν τελικά τα όρια του ελέγχου νομιμότητας που δικαιούται να ασκεί ο Πρύτανης; Περιορίζεται αυτός αυστηρά και αποκλειστικά σε τυπικά και διαδικαστικά ζητήματα ή μήπως η συγκεκριμένη αναπομπή συνιστά μια μη επιτρεπτή υποκατάσταση της ουσιαστικής κρίσης του Εκλεκτορικού Σώματος;
  • Πώς συμβαδίζει η στάση της Πρυτανείας με το γεγονός ότι ο έλεγχος νομιμότητας του Πρύτανη σε διαδικασίες εκλογής μελών ΔΕΠ αφορά αποκλειστικά σε τυπικά και διαδικαστικά θέματα ή ελλιπείς αιτιολογήσεις, χωρίς σε καμία περίπτωση να υποκαθιστά την κρίση του Εκλεκτορικού, τη στιγμή μάλιστα που το άρθρο 9 παρ. 1 της υπ’ Αρ. Φ122.1/147863/Ζ2 Υπουργικής Απόφασης ορίζει ρητά ότι «σε κάθε περίπτωση, ο έλεγχος νομιμότητας (…) δεν μπορεί να υπεισέλθει σε θέματα ουσίας ούτε αφορά στην επιστημονική ή τεχνική κρίση των μελών της Συνέλευσης»;
  • Με ποιο θεσμικό έρεισμα η Πρυτανεία και η Νομική Υπηρεσία εισέρχονται σε αμιγώς επιστημονικά και τεχνικά ζητήματα της ακαδημαϊκής αξιολόγησης, τη στιγμή που η κρίση αυτή ανήκει εκ του νόμου αποκλειστικά στους εκλέκτορες;
  • Με ποιο σκεπτικό παρακάμπτεται μια απόφαση την οποία υπογράφουν επτά κορυφαίοι και εξειδικευμένοι επιστήμονες του κλάδου, ανάμεσα στους οποίους περιλαμβάνεται και ένας ανώτατος δικαστής;
  • Κατά πόσο νομιμοποιούνται ο Πρύτανης και η Νομική Υπηρεσία να ελέγχουν την ουσία των επιχειρημάτων του Εκλεκτορικού, όταν ακόμη και οι τακτικοί διοικητικοί δικαστές αρνούνται σταθερά να υπεισέλθουν σε τέτοιου είδους ακαδημαϊκές κρίσεις, ιδίως μάλιστα όταν για τη συγκεκριμένη θέση η Πρυτανεία έχει ήδη υποστεί μία ακυρωτική απόφαση από το Υπουργείο Παιδείας;
  • Με δεδομένο ότι οι αρμοδιότητες της Συγκλήτου περιορίζονται αυστηρά σε ακαδημαϊκά, οργανωτικά, εκπαιδευτικά και διοικητικά ζητήματα, ενώ εξαιρούνται εκ του νόμου ο έλεγχος νομιμότητας και οι εκλογές μελών ΔΕΠ, πώς εξηγείται η έκδοση ενός τέτοιου ψηφίσματος;

Το ιστορικό της πρώτης ακύρωσης και οι προτάσεις της Νομικής Υπηρεσίας

Ο Πρύτανης υπεραμύνεται του κύρους της Νομικής Υπηρεσίας του ΕΑΠ, σημειώνοντας ότι υπηρετεί το ίδρυμα επί δεκαετίες, έχοντας ελέγξει δεκάδες εκλογές χωρίς να έχει δεχθεί ποτέ καμία μομφή, απαξίωση ή στοχοποίηση.

Στο πλαίσιο αυτό, τίθενται εκ νέου ορισμένα ερωτήματα:

  • Κατά πόσο δεσμεύει τον Πρύτανη ένα εισηγητικό σημείωμα, εφόσον αυτό περιέχει νομικά έωλους ισχυρισμούς ή επιχειρήματα που στερούνται επαρκούς τεκμηρίωσης;
  • Με δεδομένο ότι η προηγούμενη ακύρωση της πρυτανικής απόφασης από το Υπουργείο βασίστηκε σε ανάλογη εισήγηση της νομικής συμβούλου, ποια εγγύηση υπάρχει ότι η νέα αυτή παρέμβαση δεν θα οδηγήσει στο ίδιο αποτέλεσμα για τη διοίκηση του ιδρύματος;
  • Αν η Πρυτανεία υιοθέτησε πλήρως το σκεπτικό της νομικής υπηρεσίας, το οποίο κατά πληροφορίες ζητούσε την ολοκληρωτική ακύρωση των ψήφων της πλειοψηφίας των καθηγητών και την κήρυξη της εκλογής ως άγονης, γιατί δεν προχώρησε στην άμεση υλοποίηση αυτής της πρότασης, αλλά προτίμησε τη λύση μιας νέας αναπομπής; Από την κίνηση αυτή δεν γεννάται το εύλογο ερώτημα μήπως η επιλογή αυτή υποδηλώνει επιφυλάξεις για τη νομική βασιμότητα της εισήγησης της συμβούλου και την πιθανότητα μιας νέας ακύρωσης της διαδικασίας;

Στο μικροσκόπιο της Βουλής

Η υπόθεση πάντως μεταφέρεται πλέον επίσημα στο πεδίο του κοινοβουλευτικού ελέγχου. Η διερεύνηση του τρόπου με τον οποίο οι πρυτανικές αρχές συμμορφώνονται ή όχι με τις αποφάσεις του ελέγχου νομιμότητας της Υπουργού και η τήρηση από μέρους τους των ορθών όρων της ακαδημαϊκής λειτουργίας εμπίπτει πλήρως στον ελεγκτικό ρόλο των βουλευτών. Το γεγονός μάλιστα ότι η κοινοβουλευτική πίεση εκδηλώνεται ταυτόχρονα και συντονισμένα από το ΠαΣοΚ και τον ΣΥΡΙΖΑ έχει τη δική του ξεχωριστή σημασία, καθώς πρόκειται για τις πολιτικές δυνάμεις που είχαν στηρίξει την υποψηφιότητα του σημερινού Πρύτανη.

Συγκεκριμένα, οι βουλευτές του ΠαΣοΚ-Κινήματος Αλλαγής, Παύλος Χρηστίδης, Στέφανος Παραστατίδης (Τομεάρχης Παιδείας) και Μιλένα Αποστολάκη, κατέθεσαν επίσημη ερώτηση προς την Υπουργό Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, κ. Σοφία Ζαχαράκη, με θέμα: «Ζητήματα νομιμότητας στις αναπομπές εκλεκτορικών αποφάσεων του ΕΑΠ», θέτοντας τα εξής ερωτήματα:

  1. Έχουν σημειωθεί αντίστοιχα περιστατικά στο ΕΑΠ μετά από αναπεμπτική απόφαση του Υπουργείου, με τον Πρύτανη να εμμένει στην αρχική του θέση, αμφισβητώντας τον έλεγχο νομιμότητας της Υπουργού και νεότερες αποφάσεις των Εκλεκτορικών;
  2. Υπάρχουν συγκριτικά στατιστικά στοιχεία, κατά τη διάρκεια της θητείας της παρούσας πρυτανικής αρχής, για το πόσες κρίσεις αναπέμπονται από τον Πρύτανη του ΕΑΠ, με ποια αιτιολογία γίνονται και εάν στη συνέχεια καταπίπτουν στον έλεγχο νομιμότητας του Υπουργείου;

Δείτε εδώ την ερώτηση προς τη Σοφία Ζαχαράκη

Παράλληλα, με αφορμή το δημοσίευμα του «Βήματος», εκτενή και αναλυτική κοινοβουλευτική παρέμβαση πραγματοποίησαν και δέκα βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία. Συγκεκριμένα, οι ερωτώντες βουλευτές Διονύσης – Χαράλαμπος Καλαματιανός, Πόπη Τσαπανίδου, Καλλιόπη Βέττα, Ρένα Δούρου, Χάρης Μαμουλάκης, Κώστας Μπάρκας, Θεόφιλος Ξανθόπουλος, Ανδρέας Παναγιωτόπουλος, Γιώργος Παπαηλιού και Γιώργος Ψυχογιός, απηύθυναν προς την Υπουργό Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, κ. Σοφία Ζαχαράκη, τα ακόλουθα συγκεκριμένα ερωτήματα:

  • Για ποιον λόγο εμποδίζεται η εκλογή υποψηφίου στη θέση του αναπληρωτή καθηγητή Δημόσιας Διοίκησης και Πολιτικής στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο (ΕΑΠ), με δεδομένο ότι το υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων έχει προχωρήσει σε αναπεμπτική απόφαση και έχει υπάρξει μετέπειτα νέα θετική κρίση και απόφαση του Εκλεκτορικού Σώματος;
  • Έχουν σημειωθεί αντίστοιχα περιστατικά στο ΕΑΠ μετά από αναπεμπτική απόφαση του υπουργείου και νέα απόφαση του Εκλεκτορικού Σώματος, ο Πρύτανης να εμμένει στην αρχική του θέση;
  • Βάσει των σχετικών συγκριτικών στοιχείων, πόσες κρίσεις αναπέμπονται από τον Πρύτανη του ΕΑΠ προς το Εκλεκτορικό Σώμα, για ποιον συγκεκριμένο λόγο και ποια είναι η μετέπειτα τύχη τους στον έλεγχο νομιμότητας του υπουργείου κατά τη θητεία των εν ενεργεία πρυτανικών αρχών του ΕΑΠ;
  • Ποια είναι η θέση του υπουργείου ως προς το εάν και κατά πόσο το ΕΑΠ, μετά και την πρόσφατη θεσμική κατοχύρωση της διοικητικής και ακαδημαϊκής του αυτοτέλειας (2024), λειτουργεί με βάση τις θεμελιώδεις ακαδημαϊκές αρχές;

Δείτε εδώ ολόκληρη την ερώτηση

Η διαδικασία αυτή, με τις δύο συνεχόμενες αναπομπές και τις τέσσερις διαδοχικές συνεδριάσεις για την ίδια ακριβώς θέση, αποτελεί ένα εξαιρετικά σπάνιο φαινόμενο για τα ελληνικά πανεπιστημιακά χρονικά και, με βάση τα μέχρι τώρα δεδομένα, διακινδυνεύεται πλέον η πρόβλεψη ότι πρόκειται για τη μοναδική αντίστοιχη περίπτωση στην ιστορία του ΕΑΠ. Η τελική έκβαση της υπόθεσης και οι απαντήσεις που θα δοθούν στη Βουλή αναμένονται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς είναι σαφές ότι η όλη υπόθεση ξεφεύγει από τα στενά όρια μιας ακαδημαϊκής κρίσης και μετατρέπεται σε ζήτημα αρχής, όπου η ισονομία και η διαφανής διοίκηση κρίνονται πλέον απαραίτητες σε ένα Πανεπιστήμιο που μόλις πρόσφατα απέκτησε τη διοικητική του αυτοτέλεια.

Οι προεκτάσεις αυτές αποτυπώνονται ήδη έντονα και στο επιστημονικό πεδίο. Με επιστολή του, η οποία εστάλη στις 21 Μαΐου 2026 προς τον Πρύτανη και τα μέλη του Συμβουλίου Διοίκησης του ΕΑΠ και υπογράφεται από τον πρόεδρο του Επιμελητηρίου κ. Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου, το Διοικητικό Επιμελητήριο Ελλάδας παρεμβαίνει και επισημαίνει ότι «κάθε προσχηματική επίκληση τυπικών κωλυμάτων ή άλλη καταχρηστική ερμηνεία που δεν συνάδει με το κοινό περί δικαίου αίσθημα και τον ουσιαστικό χαρακτήρα της ακαδημαϊκής αξιολόγησης, πλήττει το κύρος του δημόσιου πανεπιστημίου». Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι «κάθε πρακτική που αφήνει την υπόνοια του αποκλεισμού ή της προσωπικής δίωξης, σε βάρος θεμελιωδών αρχών της ακαδημαϊκής δεοντολογίας, αποτελεί πλήγμα για ένα ΑΕΙ, που μόλις πρόσφατα απέκτησε τη διοικητική του αυτοτέλεια».

Στην ίδια κατεύθυνση, το αμέσως επόμενο διάστημα αναμένεται να παρέμβει μια ομάδα περίπου 20 επιφανών καθηγητών της Νομικής με ανοιχτή επιστολή-καταγγελία, στο πλαίσιο της οποίας θα τονίζεται ότι η υπόνοια μεθοδεύσεων τραυματίζει βαθιά το κύρος της ανώτατης εκπαίδευσης στη χώρα.