Βασισμένη σε περισσότερες από 100 συνεντεύξεις με αξιωματούχους πληροφοριών, διπλωμάτες και στρατιωτικούς, έρευνα του Guardian που δημοσιεύτηκε την περασμένη Παρασκευή αποτυπώνει σε μορφή χρονολογίου πώς οι ΗΠΑ και η Βρετανία κατέληξαν με εντυπωσιακή ακρίβεια στο συμπέρασμα ότι ο Βλαντίμιρ Πούτιν ετοιμαζόταν να εισβάλει στην Ουκρανία και γιατί σχεδόν όλη η Ευρώπη, ακόμη και το Κίεβο, απέρριπταν τις προειδοποιήσεις τους.
Τέσσερα χρόνια αργότερα, ο πόλεμος συνεχίζεται. Η αποτίμηση των μηνών που προηγήθηκαν της ρωσικής εισβολής αποτελεί πλέον υπόδειγμα τόσο επιτυχίας όσο και αποτυχίας των υπηρεσιών πληροφοριών.
2020–Άνοιξη 2021: Η απόφαση που ωρίμαζε
Αναλυτές της CIA εκτιμούν, εκ των υστέρων, ότι ο Πούτιν ίσως είχε πάρει την απόφαση για μια μεγάλη πολεμική επιχείρηση ήδη από το πρώτο εξάμηνο του 2020. Κατά τη διάρκεια αυτών των μηνών, ο ρώσος πρόεδρος ψήφισε συνταγματικές τροποποιήσεις για να διασφαλίσει ότι θα μπορούσε να παραμείνει στην εξουσία μετά το 2024. Στη συνέχεια, απομονωμένος κατά την πανδημία Covid, είχε χρόνο να αναπτύξει στρατηγική.
Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, η βίαιη συντριβή ενός κινήματος διαμαρτυρίας στη γειτονική Λευκορωσία άφησε τον πρόεδρο Αλεξάντρ Λουκασένκο πιο αδύναμο και πιο εξαρτημένο από το Κρεμλίνο από ποτέ – αυξάνοντας την πιθανότητα να αναγκαστεί να επιτρέψει τη χρήση του εδάφους της Λευκορωσίας ως ορμητήριο για μια εισβολή στην Ουκρανία.
Την άνοιξη του 2021, ξεκινά η πρώτη μεγάλη συγκέντρωση ρωσικών δυνάμεων στα σύνορα. Η Δύση εικάζει πίεση για το Ντονμπάς, στην ανατολική Ουκρανία. Όταν η ρητορική του Πούτιν αποδεικνύεται λιγότερο επιθετική από το αναμενόμενο, πολλοί θεωρούν ότι η κρίση εκτονώθηκε. Στην πραγματικότητα, σύμφωνα με τις αμερικανικές εκτιμήσεις, είχε ήδη ληφθεί η πολιτική απόφαση.
Νοέμβριος 2021: Το τηλεφώνημα που προμήνυε πόλεμο
Ο τότε διευθυντής της CIA Γουίλιαμ Μπερνς μεταβαίνει στη Μόσχα κατ’ εντολή του τότε αμερικανού προέδρου Τζο Μπάιντεν. Οι αμερικανικές υπηρεσίες έχουν ενδείξεις ότι η Ρωσία σχεδιάζει εισβολή. Ο Πούτιν αρνείται δια ζώσης συνάντηση και η συνομιλία των δύο γίνεται μέσω ασφαλούς τηλεφωνικής γραμμής.
Ο Μπερνς εκθέτει τις αμερικανικές εκτιμήσεις. Ο Πούτιν αντιτείνει ότι η Ρωσία απειλείται στρατηγικά από τη Δύση. Ο επικεφαλής της CIA φεύγει βαθιά ανήσυχος. Όπως δηλώνει στον Guardian, «ο Μπάιντεν συνήθιζε να κάνει ερωτήσεις που απαντούνταν με ‘’ναι ή όχι’’… Στην ερώτηση αν πιστεύω ότι ο Πούτιν ‘’θα το κάνει’’, απάντησα ‘’ναι’’».
Φθινόπωρο 2021: Οι πληροφορίες που δεν έγιναν πιστευτές
Νέες συγκεντρώσεις στρατευμάτων. Αυτή τη φορά, η Ουάσιγκτον είχε πιο συγκεκριμένα στοιχεία: σχεδιασμός για επίθεση πολλαπλών αξόνων, ακόμη και προς το Κίεβο. Ο Μπάιντεν διατάσσει εκτεταμένο διαμοιρασμό πληροφοριών με συμμάχους και, πρωτοφανώς, αποχαρακτηρισμό τμημάτων τους.
Στις Βρυξέλλες, ο επικεφαλής της MI6 Ρίτσαρντ Μουρ στηρίζει την αμερικανική εκτίμηση. Η αντίδραση όμως πολλών ευρωπαϊκών υπηρεσιών είναι επιφυλακτική – η ιδέα ενός πολέμου πλήρους κλίμακας στην Ευρώπη φαντάζει παράλογη.
Ο γάλλος πρέσβης στο Κίεβο παραδέχεται στη βρετανική εφημερίδα: «Είχαμε τα ίδια δεδομένα, αλλά διαφορετική ερμηνεία».
Η άποψη του Κιέβου: Άρνηση και φόβος
Στο Κίεβο, ο ουκρανός πρωθυπουργός Βολοντίμιρ Ζελένσκι αντιμετώπιζε τις αμερικανικές προειδοποιήσεις με δυσπιστία – φοβόταν ότι δημόσια αναγνώριση της απειλής θα προκαλούσε οικονομική κατάρρευση και μαζική φυγή πληθυσμού. Εσωτερικά, ο στρατός ζήτησε στρατιωτικό νόμο, ο οποίος δεν εγκρίθηκε.
Παράλληλα, οι ουκρανικές υπηρεσίες κατέγραφαν αυξημένη ρωσική δραστηριότητα και απόπειρες στρατολόγησης, όμως η κυρίαρχη εκτίμηση παρέμενε πως επρόκειτο απλώς για πίεση.
Ιανουάριος–Φεβρουάριος 2022: Τα σενάρια γίνονται συγκεκριμένα
Σε αυτό το σημείο, οι αμερικανικές υπηρεσίες έχουν αποκτήσει λεπτομερή εικόνα: ρωσικά στρατεύματα θα εισέβαλαν στην Ουκρανία από διάφορες κατευθύνσεις, συμπεριλαμβανομένης της Λευκορωσίας, αερομεταφερόμενες δυνάμεις θα προσγειώνονταν στο αεροδρόμιο Χοστόμελ έξω από το Κίεβο για να οργανώσουν την κατάληψη της πρωτεύουσας, ενώ υπήρχε και σχέδιο για τη δολοφονία του Ζελένσκι. Παράλληλα, φαίνεται πως υπήρχαν λίστες «ανεπιθύμητων» Ουκρανών και ονόματα πιθανής φιλορωσικής κυβέρνησης-μαριονέτας.
Παράλληλα, η Ουάσιγκτον εκτιμά – λανθασμένα όπως αποδείχτηκε – ότι η Ρωσία θα επικρατήσει γρήγορα. Η στρατηγική σκέψη στρέφεται ακόμη και σε σενάρια εξόριστης ουκρανικής κυβέρνησης.
Στην Ευρώπη, Παρίσι και Βερολίνο συνεχίζουν τις διπλωματικές προσπάθειες. Ορισμένοι αξιωματούχοι θεωρούν αδιανόητο ότι ο Πούτιν θα αναλάμβανε ένα τόσο ριψοκίνδυνο εγχείρημα.
21–23 Φεβρουαρίου 2022: Τα τελευταία σημάδια
Στις 21 Φεβρουαρίου, ο Πούτιν συγκαλεί το συμβούλιο ασφαλείας του σε μια τηλεοπτικά σκηνοθετημένη συνεδρίαση. Οι αξιωματούχοι καλούνται δημόσια να στηρίξουν την αναγνώριση των «Δημοκρατιών» του Ντονμπάς. Η εικόνα θυμίζει, σύμφωνα με ρωσικές πηγές, αυλή χωρίς αντίλογο. Τα εκατομμύρια Ρώσων που παρακολουθούσαν στην τηλεόραση άκουσαν τον Πούτιν να ρωτάει: «Υπάρχουν άλλες απόψεις ή ειδικές γνώμες για αυτό το θέμα;» Το ερώτημα απαντήθηκε με σιωπή.
Δύο ημέρες αργότερα, πρεσβείες εκκενώνουν το Κίεβο. Οι ΗΠΑ, η Βρετανία και η Πολωνία έχουν πλέον την βεβαιότητα ότι δόθηκαν διαταγές για επίθεση. Σε Βερολίνο και Παρίσι, η πλήρης κλίμακα παραμένει αμφισβητούμενη.
Το βράδυ της 23ης Φεβρουαρίου, ο Ζελένσκι επιχειρεί ανεπιτυχώς να επικοινωνήσει με τον Πούτιν. Σε μήνυμα προς τους ρώσους πολίτες δηλώνει: «Αν επιτεθείτε, θα δείτε τα πρόσωπά μας, όχι τις πλάτες μας».
24 Φεβρουαρίου 2022: Η εισβολή
Στις 4:50 π.μ., ο Πούτιν ανακοινώνει «ειδική στρατιωτική επιχείρηση». Πύραυλοι πλήττουν στόχους σε όλη την Ουκρανία. Ο Ζελένσκι ζητά διεθνή παρέμβαση. Λίγες ώρες αργότερα, επιβάλλει στρατιωτικό νόμο.
Καθώς ο Ζελένσκι αφήνει το κοστούμι του και φορά στρατιωτικά ρούχα, ο Πούτιν καλωσορίζει τον πακιστανό πρωθυπουργό Ιμράν Καν στο Κρεμλίνο, για μια επίσκεψη που είχε προγραμματιστεί μήνες νωρίτερα. Σε μια μνημειώδη ημέρα που άλλαξε την πορεία της ευρωπαϊκής ιστορίας, ο Πούτιν πέρασε περισσότερες από δύο ώρες με τον Καν συζητώντας τις διμερείς σχέσεις Μόσχας και Ισλαμαμπάντ.
Στη συνέχεια, κάλεσε τον καλεσμένο του να μείνει για ένα απρογραμμάτιστο, πλούσιο γεύμα στο Κρεμλίνο. Κάποια στιγμή, ο Καν φέρεται να ρώτησε για τον «ελέφαντα στο δωμάτιο»: τον πόλεμο που είχε εξαπολύσει ο Πούτιν λίγες ώρες νωρίτερα. «Μην ανησυχείς γι’ αυτό», του είπε ο ρώσος πρόεδρος. «Θα τελειώσει σε λίγες εβδομάδες».
Οι συνέπειες: Επιτυχία, αποτυχία και ένα σκληρό μάθημα
Οι αμερικανικές και βρετανικές υπηρεσίες τελικώς επιβεβαιώθηκαν ως προς την πρόβλεψη της εισβολής. Όμως υπερεκτίμησαν τη ρωσική στρατιωτική ικανότητα και υποτίμησαν την ουκρανική αντίσταση – όπως και ο ίδιος ο Πούτιν.
Οι ευρωπαϊκές υπηρεσίες που δεν πίστεψαν το σενάριο εισβολής προχώρησαν σε εσωτερική ενδοσκόπηση. Το βασικό σφάλμα: η υπόθεση ότι ο Πούτιν λειτουργεί αποκλειστικά ορθολογικά και δεν θα επιχειρούσε κάτι τόσο επικίνδυνο.
Στο Κίεβο, η συζήτηση παραμένει ανοιχτή: κόστισε η καθυστερημένη προετοιμασία; Ή μήπως η αποφυγή πανικού απέτρεψε την κατάρρευση πριν καν αρχίσει ο πόλεμος;
Τέσσερα χρόνια μετά, με εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς και το μέτωπο ακόμη ενεργό, το κεντρικό δίδαγμα που αναδεικνύει η έρευνα είναι σαφές: στις αναλύσεις ασφαλείας, το «αδιανόητο» δεν πρέπει ποτέ να αποκλείεται.
Ο ιστορικός πληροφοριών Χιου Ντίλαν, από το King’s College του Λονδίνου, μιλώντας στον Guardian σημειώνει ότι δεν πρόκειται για μεμονωμένο φαινόμενο. Υπάρχει μακρά παράδοση αναλυτών που διστάζουν να προβλέψουν ρήξεις. Ένας μεγάλος χερσαίος πόλεμος στην Ευρώπη τον 21ο αιώνα έμοιαζε εκτός ιστορικού πλαισίου και άρα, για πολλούς, απίθανος. Επιπλέον, ο σκεπτικισμός και η επιφυλακτικότητα θεωρούνται συχνά η ασφαλέστερη επαγγελματική στάση: αν προβλέψεις ένα γεγονός τεράστιων συνεπειών και αποδειχθείς λάθος, το κόστος είναι δυσανάλογο, εξηγεί ο Ντίλαν.
Η ουκρανική εμπειρία, ωστόσο, φαίνεται να μεταβάλλει αυτή τη νοοτροπία. Σε έναν κόσμο που εισέρχεται σε νέα περίοδο γεωπολιτικής αβεβαιότητας, η αποτυχία να φανταστείς το χειρότερο μπορεί να αποδειχθεί το πιο επικίνδυνο λάθος, καταλήγει στην έρευνά της η βρετανική εφημερίδα.






