Η κυκλοφορία της βιογραφικής ταινίας «Michael» στις κινηματογραφικές αίθουσες σηματοδοτεί την κορύφωση ενός εγχειρήματος που δοκιμάστηκε από αλλεπάλληλες αναβολές, απεργίες και, κυρίως, από ένα δαιδαλώδες δίκτυο νομικών δεσμεύσεων. Ενώ η παραγωγή υπό τον σκηνοθέτη Αντουάν Φουκουά ξεκίνησε με τη φιλοδοξία να προσφέρει μια ολοκληρωμένη εικόνα του Μάικλ Τζάκσον, το τελικό αποτέλεσμα αποτελεί προϊόν ενός αναγκαστικού συμβιβασμού, καθώς η πραγματικότητα των δικαστικών αιθουσών επέβαλε τη δική της λογοκρισία στο σενάριο.
Το χρονικό της παραγωγής και το νομικό αδιέξοδο
Η ταινία, που ανακοινώθηκε το 2022 και ξεκίνησε γυρίσματα τον Ιανουάριο του 2024, βρέθηκε αντιμέτωπη με μια κρίση που κάθε χολιγουντιανή παραγωγή απεύχεται: την ανάγκη για ριζική δομική αναθεώρηση μετά την ολοκλήρωση των κύριων γυρισμάτων.
Το αρχικό σενάριο του Τζον Λόγκαν έθετε ως κεντρικό άξονα την υπόθεση του Τζόρνταν Τσάντλερ από το 1993, η οποία κατέληξε σε εξωδικαστικό συμβιβασμό ύψους 20 εκατομμυρίων δολαρίων το 1994. Ωστόσο, το φθινόπωρο του 2024, η δημιουργική ομάδα ανακάλυψε ότι οι όροι εκείνης της συμφωνίας απαγόρευαν ρητά κάθε δραματοποιημένη απεικόνιση των γεγονότων.
Σύμφωνα με τον Λάρι Φέλντμαν, τον δικηγόρο που διαπραγματεύτηκε τη συμφωνία το 1994, καμία πλευρά δεν είχε το δικαίωμα να δημοσιοποιήσει ή να επικοινωνήσει το περιεχόμενο της υπόθεσης. Η αποκάλυψη ότι ο Φουκουά είχε κινηματογραφήσει σκηνές που παρουσίαζαν τον Τζάκσον ως θύμα εκβιασμού από τον Έβαν Τσάντλερ —ο οποίος αυτοκτόνησε το 2009— προκάλεσε άμεση νομική απειλή.
Ο σκηνοθέτης είχε μάλιστα αποτυπώσει με σκληρότητα τη διαβόητη έρευνα στο ράντσο Neverland, δηλώνοντας πως κινηματογράφησε τον Τζάκσον «να τον αντιμετωπίζουν σαν ζώο». Η νομική αυτή εμπλοκή οδήγησε στην απόφαση η ταινία να ολοκληρώνεται το 1988, κατά τη διάρκεια της περιοδείας «Bad», αφήνοντας εκτός κάδρου ολόκληρη τη μετέπειτα περίοδο των κατηγοριών.
Η ανατροπή των δεδομένων και η Ντίσνεϊλαντ
Την ώρα που η παραγωγή προσπαθούσε να διαχειριστεί το παρελθόν, μια νέα δικαστική διαμάχη άνοιξε από την οικογένεια Κάσιο, η οποία για δεκαετίες υπήρξε ο στενότερος σύμμαχος του Τζάκσον. Η σχέση τους, που ξεκίνησε από μια τυχαία γνωριμία σε ξενοδοχείο του Μανχάταν, είχε οδηγήσει τους Κάσιο να θεωρούνται η «δεύτερη οικογένεια» του σταρ.
Το 2010, τα αδέλφια Έντι, Φρανκ και Μαρί-Νικόλ εμφανίστηκαν στην εκπομπή της Όπρα Γουίνφρεϊ και είχαν αρνηθεί κάθε κατηγορία περί κακοποίησης, υποστηρίζοντας την αθωότητα του φίλου τους. Σήμερα, δεκαπέντε χρόνια μετά, η οικογένεια προχωρά σε μια συγκλονιστική ανασκευή. Τέσσερα από τα πέντε αδέλφια ισχυρίζονται πλέον μέσω αγωγών και συνεντεύξεων στους The New York Times ότι υπέστησαν επανειλημμένη σεξουαλική κακοποίηση.
Περιγράφουν μια διαδικασία «πλύσης εγκεφάλου» και προετοιμασίας, όπου διδάχθηκαν να λειτουργούν ως «στρατιώτες» προστασίας του ειδώλου. Οι μαρτυρίες είναι λεπτομερείς και επώδυνες. Ο Άλντο Κάσιο κάνει λόγο για περιστατικά που ξεκίνησαν στην ηλικία των επτά ετών, ενώ η Μαρί-Νικόλ Πορτ περιγράφει κακοποίηση εντός του πατρικού της σπιτιού την περίοδο μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου.
Ο Άλντο, που σήμερα είναι 35 ετών, είπε ότι ήταν περίπου 7 ετών και βρισκόταν στο κρεβάτι με τον κ. Τζάκσον μια μέρα, παίζοντας Game Boy, όταν ο κ. Τζάκσον άρχισε να του κάνει στοματικό σεξ. Είπε ότι οι σεξουαλικές πράξεις συνεχίστηκαν για χρόνια και τελικά συνειδητοποίησε ότι αυτό που υπομενε ήταν λάθος. Ωστόσο, είπε ότι είχε πείσει τον εαυτό του τόσο πολύ ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να το αποκαλύψει, ώστε έφτασε να πιστεύει: «Θα ζήσω απλώς για να πεθάνω».
Τα δικαστικά έγγραφα αναφέρουν ότι η κακοποίηση συνέβαινε σε διάφορα μέρη, όπως στο σπίτι του κ. Τζάκσον, σε ταξίδια και κατά τη διάρκεια στάσεων της περιοδείας. Λίγες μέρες πριν πεθάνει ο ποπ σταρ το 2009, είπε ο Άλντο, ο κ. Τζάκσον ζήτησε να πάνε στη «Ντίσνεϊλαντ» — κάτι που περιέγραψε ως κωδικοποιημένο αίτημα για σεξ.
Οικονομικοί διακανονισμοί και αλληλοκατηγορίες
Η πλευρά του Τζάκσον αντιδρά σθεναρά, χαρακτηρίζοντας τους Κάσιο «αναξιόπιστες πηγές» και τη δράση τους ως «απελπισμένη απόπειρα απόσπασης χρημάτων». Αποκαλύφθηκε μάλιστα ότι το 2020 είχε υπογραφεί ένας μυστικός διακανονισμός ύψους 16 εκατομμυρίων δολαρίων, με τον οποίο η οικογένεια έλαβε ετήσιες πληρωμές για πέντε χρόνια προκειμένου να μην δημοσιοποιήσει τις κατηγορίες της. Η σύγκρουση κλιμακώθηκε το 2024, όταν οι πληρωμές έληξαν και η οικογένεια απαίτησε πρόσθετη αποζημίωση ύψους 213 εκατομμυρίων δολαρίων.
Η αξιοπιστία των Κάσιο τίθεται υπό αμφισβήτηση από τους δικηγόρους της περιουσίας, οι οποίοι επισημαίνουν ότι τα αδέλφια άλλαξαν τη στάση τους μόνο αφού είδαν το ντοκιμαντέρ «Leaving Neverland» το 2019. Παράλληλα, αναφέρεται η οικονομική εκμετάλλευση της σχέσης τους με τον Τζάκσον στο παρελθόν, μέσω πωλήσεων αναμνηστικών και των αμφιλεγόμενων «Cascio tracks», τραγουδιών που η Sony Music αναγκάστηκε να αποσύρει λόγω αμφιβολιών για τη γνησιότητα των φωνητικών.
Η κινηματογραφική «αγιογραφία» απέναντι στην ωμή πραγματικότητα
Εν μέσω αυτής της πικρής δικαστικής διαμάχης, η ταινία «Michael» μοιάζει περισσότερο με μια «αγιογραφία». Ο Κόλμαν Ντομίνγκο, που υποδύεται τον Τζο Τζάκσον, δήλωσε πως το φιλμ επικεντρώνεται στη «διαμόρφωση του Μάικλ», αφήνοντας τα σκοτεινά κεφάλαια για μια πιθανή συνέχεια. Οι πρώτες κριτικές είναι επιφυλακτικές, με το Rolling Stone να περιγράφει το έργο ως «Το Πάθος του Αγίου Μιχαήλ», σημειώνοντας την έμφαση στα βάσανα και το ταλέντο του, παρά στην αντικειμενική βιογραφική καταγραφή.
Παρά τις σκιές που πυκνώνουν, ο ενθουσιασμός του παγκόσμιου κοινού παραμένει ακλόνητος. Οι προβλέψεις για την εμπορική πορεία της ταινίας είναι εξαιρετικά ευνοϊκές, υποδηλώνοντας ότι ο «Βασιλιάς της Ποπ» συνεχίζει να κυριαρχεί παρά τα όσα έχουν δει το φως της δημοσιότητας.






