Φυλλομετρώντας κανείς τα ελληνικά media τις τελευταίες ημέρες είναι να απορεί γιατί ο Ακύλας θα μπει στον κόπο να διαγωνιστεί στην 70ή Eurovision που θα λάβει χώρα στη Βιέννη. Είναι τόση και τέτοια η σιγουριά εντός των συνόρων πως το «Ferto» θα φέρει τη δεύτερη νίκη της Ελλάδας στο θεσμό, που μάλλον η εμφάνιση στον ημιτελικό της 12ης και – εάν όλα πάνε καλά – στον τελικό της 16ης Μαΐου μοιάζει περιττή.

Να είμαστε δίκαιοι. Ο Ακύλας τωόντι κυριαρχεί στις προβλέψεις των στοιχηματικών εταιριών. Μάλιστα, τα τελευταία εικοσιτετράωρα έχει κερδίσει έδαφος, φιγουράροντας πια ως ο δεύτερος πιθανότερος να σηκώσει την γιουροβιζιονική κούπα. Άρα η ντόπια (υπερ)αισιοδοξία έχει μια λογικοφανή τουλάχιστον βάση.

Όμως, για σταθείτε. Από πότε οι προβλέψεις και οι χρησμοί εκείνων που στοιχηματίζουν εκλαμβάνονται και αντιμετωπίζονται ως θέσφατο; Από τότε που η στατιστική αποφάνθηκε ότι τα τελευταία 20 τουλάχιστον χρόνια τα προγνωστικά των στοιχημάτων επαληθεύτηκαν σε ποσοστό που αγγίζει το 60% αλλά και πως οι bookmakers είχαν (σχεδόν) πάντα τον νικητή στην πρώτη τριάδα των αποδόσεών τους.

Βεβαίως, από τις αρχές των 00s έως σήμερα πολλά έχουν αλλάξει. Όχι μόνο στον ευρωπαϊκό διαγωνισμό τραγουδιού ή στον τρόπο που ακούμε και επικοινωνούμε τη μουσική αλλά και στον τρόπο που κάνουμε viral ή αγνοούμε ένα τραγούδι.

Πλέον στην εξίσωση εκτός από τα στυγνά στατιστικά, το προσωπικό (καλό ή κακό) γούστο και το ένστικτο έχει προστεθεί ο παράγοντας των κοινωνικών δικτύων, η υπόκλιση στη δύναμη της εικόνας, η συλλογική διάσπαση προσοχής και η αενάως διαστελλόμενη έννοια του virality.

YouTube thumbnail

Στην πραγματικότητα, τα στοιχήματα της Eurovision δεν προβλέπουν απλώς έναν νικητή. Καταγράφουν σε πραγματικό χρόνο τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται σήμερα η μαζική κουλτούρα στην Ευρώπη.

Τα αχαρτογράφητα χρόνια & η βρετανική φούσκα

Στα αγνά χρόνια των αρχών του τρέχοντος millennium αν προσπαθούσε κανείς να προβλέψει τον νικητή της Eurovision λαμβάνοντας υπόψη μόνο τα στοιχήματα, τότε μάλλον θα κατέληγε με τσέπες αδειανές.

Το τοπίο των προβλέψεων βρισκόταν ακόμα στο σκοτάδι. Δεν υπήρχε YouTube για να μετρηθούν οι προβολές ενός βίντεο κλιπ, δεν υπήρχε Spotify για να καταγραφούν τα streams, και τα εθνικά fan clubs επικοινωνούσαν μέσα από απαρχαιωμένα fora, χωρίς την αστραπιαία διάχυση της πληροφορίας που προσφέρει σήμερα το Twitter ή το TikTok.

Το πιο καθοριστικό στοιχείο, ωστόσο, ήταν η φύση των ίδιων των στοιχηματικών εταιρειών. Οι κολοσσοί της εποχής ήταν βρετανικοί, πράγμα που σημαίνει ότι ο τεράστιος όγκος των πονταρισμάτων προερχόταν από το κοινό του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας με οπαδική λογική.

Παραδοσιακά οι αγγλόφωνοι υπερεκετιμούσαν τις εθνικές αποστολές τους κι έτσι η ψαλίδα ανάμεσα στις αποδόσεις των στοιχημάτων και τον τελικό νικητή ήταν χαοτική. Στα καλά νέα, η Eurovision τότε είχε το στοιχείο της ανατροπής.

Το 2000, οι Δανοί Olsen Brothers με το «Fly on the Wings of Love», δυο σχεδόν γραφικοί μεσήλικες κιθαρωδοί, σήκωσαν – από το πουθενά – την κούπα.

YouTube thumbnail

Ακόμα μεγαλύτερο ήταν το σοκ το 2001, ο Tanel Padar και ο Dave Benton από τη νεοφώτιστη τότε στο θεσμό Εσθονία, ανέβηκαν στη σκηνή της Κοπεγχάγης ως ένα από τα μεγαλύτερα αουτσάιντερ όλων των εποχών.

Η απόδοσή τους στα βρετανικά πρακτορεία άγγιζε το 50.00. Κανείς δεν τους είχε μυριστεί, κανείς δεν τους υπολόγιζε, καμία επιτροπή δεν τους είχε ξεχωρίσει στα πάρτι που είχαν προηγηθεί της βραδιάς του τελικού. Και όμως έκαναν το φαινομενικά αδύνατο.

YouTube thumbnail

Η στοιχηματική τύφλωση συνεχίστηκε και το 2002 με τη Marie N από τη Λετονία, η οποία με ένα έξυπνο σκηνικό τρικ (την αλλαγή του ρούχου της επί σκηνής που αργότερα εξελίχθηκε σε μάστιγα για το διαγωνισμό) πήρε τη νίκη από τα φαβορί.

Ακόμα πιο ατιμωτική για τις προβλέψεις ήταν η επόμενη χρονιά. Το 2003 οι αλήστου μνήμης Ρωσίδες t.A.T.u., μάλλον το πιο διάσημο συγκρότημα που είχε πατήσει ποτέ στη σκηνή του διαγωνισμού, είχαν συγκεντρώσει το 90% των παγκόσμιων πονταρισμάτων. Ναι, έμοιαζαν άχαστες από τα αποδυτήρια.

YouTube thumbnail

Τελικά, σε μια ψηφοφορία που κρίθηκε κυριολεκτικά στον πόντο η Sertab Erener πέτυχε την πρώτη και μοναδική νίκη της Τουρκίας στον διαγωνισμό.

Η εποχή των «τεράτων»

Το 2004, η EBU πήρε την ιστορική απόφαση να εισαγάγει στο θεσμό τους Ημιτελικούς. Παράλληλα, η ευρυζωνική σύνδεση στο διαδίκτυο άρχισε να μπαίνει σε κάθε ευρωπαϊκό σπίτι.

Μέσα σε λίγα χρόνια, η γέννηση του YouTube (το 2005) άλλαξε τους κανόνες του παιχνιδιού. Τα τραγούδια άρχισαν να γίνονται προσβάσιμα μήνες πριν από τον Μάιο και τα views ξεκίνησαν να λειτουργούν ως όχι το πιο αξιόπιστο αλλά σε κάθε περίπτωση ενδεικτικό βαρότετρο.

Οι στοιχηματικές εταιρείες άρχισαν να εξελίσσουν τα μοντέλα τους. Σταμάτησαν να βασίζονται αποκλειστικά στον βρετανικό τζόγο και άρχισαν να μελετούν τα μοτίβα συμπεριφοράς των Ευρωπαίων fans.

Ήταν η δεκαετία που τα στοιχήματα άρχισαν να δείχνουν τα δόντια τους, προβλέποντας με τρομακτική ακρίβεια την έλευση των «τεράτων» του διαγωνισμού – των συμμετοχών, δηλαδή, που ήταν τόσο ισχυρές που καμία άλλη χώρα δεν μπορούσε να τις κοιτάξει στα μάτια.

Το 2009, ο Alexander Rybak από τη Νορβηγία, με το «Fairytale», στρογγυλοκάθισε στην πρώτη θέση των στοιχημάτων από την ημέρα που κέρδισε τον εθνικό τελικό της χώρας του.

Δεν έπεσε από την κορυφή ούτε για ένα 24ωρο, συγκεντρώνοντας τελικά τον μεγαλύτερο αριθμό βαθμών που είχε καταγραφεί μέχρι τότε στον τελικό της Eurovision.

YouTube thumbnail

Το σκηνικό επαναλήφθηκε το 2012. Όταν η Loreen παρουσίασε το «Euphoria» στο Melodifestivalen της Σουηδίας, οι servers των στοιχηματικών πήραν φωτιά. Και το τραγούδι απέκτησε ένα προδιαγεγραμμένο πεπρωμένο άμα τη εμφανίσει του.

YouTube thumbnail

Αλλά ακόμα κι αν ανατρέξει κανείς έξι χρόνια νωρίτερα, όταν το 2006 οι Φινλανδοί Lordi φάνταζαν ως ένα περιθωριακό αστείο για τον συντηρητικό πυρήνα του θεσμού, θα δει πως οι bookmakers έβλεπαν μπροστά.

Αντιλαμβανόμενοι το ενδιαφέρον που οι πρόβες των Lordi ξυπνούσαν στο διαδίκτυο, τους έφεραν ραγδαία στις πρώτες θέσεις. Η στατιστική είχε αρχίσει να κερδίζει το συναίσθημα και το (καλό) γούστο.

YouTube thumbnail

Υπήρξαν φυσικά και εξαιρέσεις, όπως το 2011, μια χρονιά χωρίς ξεκάθαρη ταυτότητα, όπου ο Γάλλος τενόρος Amaury Vassili κατέρρευσε από την πρώτη θέση των στοιχημάτων στη 15η θέση της τελικής κατάταξης, αφήνοντας το Αζερμπαϊτζάν να σκαρφαλώσει στην κορυφή.

Σε κάθε περίπτωση ένας νέος κανόνας είχε αρχίσει να εγκαθιδρύεται. Τα φαβορί τα γεννούσε και τα παρέδιδε πια στο γιουροβιζιονικό ποίμνιο το διαδίκτυο.

Η δικτατορία της πρόβας

Ένας άλλος παράγοντας που τα τελευταία χρόνια διαμορφώνει τις προβλέψεις καθώς πλησιάζουμε στην τελική ευθεία του διαγωνισμού είναι τα μικρά αποσπάσματα από τις πρόβες των καλλιτεχνών που δίνει στη δημοσιότητα η EBU. Γι’ αυτό και, ενώ τα στοιχήματα του Μαρτίου είναι ρευστά σαν νερό, εκείνα του Μαΐου μοιάζουν να ‘χουν χαραχτεί στην πέτρα.

Ως χρονιά-ορόσημο που εγκαινίασε την περίοδο της «δικτατορίας της πρόβας» πολλοί θεωρούν – όχι άδικα ή ατεκμηρίωτα – το 2014.

Τότε, έως τα τέλη Απριλίου, η Conchita Wurst δεν πρόβαλε ούτε κατά διάνοια ως διεκδικήτρια του τίτλου. Τα στοιχήματα την είχαν καταδικάσει στη μετριότητα – μεταξύ 10ης και 15ης θέσης.

Όμως, όταν το βίντεο από την πρώτη τεχνική πρόβα της Αυστρίας έκανε την εμφάνισή του στο YouTube, αποκαλύπτοντας τον καθηλωτικό φωτισμό που μετέτρεπε την καλλιτέχνη σε έναν ψηφιακό φοίνικα που αναγεννάται από τις στάχτες του, τα πάντα ανατράπηκαν.

Χρειάστηκαν μόλις 48 ώρες, ώστε η Conchita από τα αζήτητα να βρεθεί στην κορυφή, την οποία τελικά και κατέκτησε.

YouTube thumbnail

Το ίδιο φαινόμενο της «ανατροπής της πρόβας» ζήσαμε από πρώτο χέρι και το 2018 με την Ελένη Φουρέιρα.

Η Κύπρος βρισκόταν χαμένη στις στοιχηματικές λίστες, κάπου στην 25η θέση, ενώ το Ισραήλ με την Netta θεωρούνταν βέβαιο πως θα έκανε περίπατο.

Όταν το «Fuego» παρουσιάστηκε στη σκηνή της Λισαβόνας, οι αποδόσεις πήραν κι αυτές fuego.

Η Κύπρος εκτοξεύτηκε στην πρώτη θέση των ανταλλακτηρίων μια μέρα πριν τον τελικό και πρωταγωνίστησε σε ένα γιουροβιζιονικό θρίλερ που τελικά κρίθηκε στις λεπτομέρειες υπέρ του Ισραήλ.

YouTube thumbnail

Το 2021, το στοιχηματικό δράμα χτύπησε κόκκινο. Για μήνες, η Μάλτα και η Γαλλία μάχονταν για την πρώτη θέση. Οι Ιταλοί Måneskin θεωρούνταν ένα εξαιρετικό, αλλά δύσκολο για τον θεσμό, ροκ αουτσάιντερ.

Όταν πάτησαν τη σκηνή του Ρότερνταμ, η ακατέργαστη ενέργειά διαπέρασε τους τηλεθεατές ως άλλα 220 Volt – αυτά που κάποτε ένιωθε ο Γιάννης Πάριος στο κορμί του να τον χτυπούν.

YouTube thumbnail

Την ημέρα του τελικού, η Ιταλία πρόβαλε πια ως το αδιαφιλονίκητο φαβορί. Και εν τέλει επιβεβαίωσε τις χαρακτηριστικά καθυστερημένες προφητείες.

Αλλά ας μη βιαζόμαστε να ρίχνουμε ανάθεμα στις προβλέψεις. Η μαντεψιά έχει αποκτήσει μία ακόμα δυσκολία λόγω του συστήματος της ψηφοφορίας.

Με την ετυμηγορία να επιμερίζεται (με διάφορες παραλλαγές κάθε χρόνο) μεταξύ επιτροπών και τηλεψηφοφορίας, ένα τραγούδι δεν φτάνει απλώς να συνεπάρει στο κοινό. Πρέπει να είναι jury friendly.

Η αλήθεια είναι πως οι στοιχηματικές δεν καταφέρνουν πάντα να διαβλέψουν τη χρυσή τομή. Το 2016 ο Sergey Lazarev από τη Ρωσία ήταν το απόλυτο, εμπορικό φαβορί, με ένα υπερθέαμα οπτικών εφέ. Η Jamala από την Ουκρανία, ωστόσο, καραδοκούσε.

Οι αναλυτές είχαν προβλέψει σωστά ότι η Ρωσία θα επικρατούσε στην προτίμηση του κοινού και η Αυστραλία θα θριάμβευε στις επιτροπές. Δεν είχαν υπολογίσει όμως ότι η Ουκρανία, που τερμάτισε δεύτερη και στις δύο ψηφοφορίες, θα συγκέντρωνε μεγαλύτερο άθροισμα βαθμών και θα έφευγε νικήτρια.

YouTube thumbnail

Το 2023, η μονομαχία Loreen εναντίον Käärijä επιβεβαίωσε ξανά τον κανόνα: το σαρωτικό πλεονέκτημα της Σουηδίας στις επιτροπές είχε ενσωματωθεί στις αποδόσεις, που κράτησαν τη Loreen στην πρώτη θέση κόντρα στο φρενήρες ρεύμα του Φινλανδού στο televoting. Το ίδιο σκηνικό, ακόμα πιο στρατηγικά στημένο, είδαμε το 2024 με το Nemo.

YouTube thumbnail

Η ελληνική καμπύλη

Αν τοποθετήσουμε την πορεία της Ελλάδας πάνω στον χάρτη των στοιχημάτων της τελευταίας εικοσαετίας, θα δούμε πως η χώρα μας λειτούργησε ως το απόλυτο case study για σχεδόν όλους τους κανόνες που διέπουν το χρηματιστήριο της Eurovision.

Η σχέση της Ελλάδας με τους bookmakers υπήρξε ένα εκκρεμές που κινήθηκε από την απόλυτη αποθέωση στην πλήρη απαξίωση, για να ισορροπήσει ξανά τα τελευταία χρόνια.

Στις αρχές του 21ου αιώνα, όταν τα στοιχήματα έψαχναν ακόμη τα πατήματά τους, η Ελλάδα ήταν μία από τις ελάχιστες χώρες που δημιουργούσε σταθερά στοιχηματικό «θόρυβο». Η αρχή έγινε το 2001, όταν οι Antique ξεκίνησαν ως αουτσάιντερ αλλά η φόρα τους στα γραφεία στοιχημάτων τούς έφερε μια ανάσα από την κορυφή.

YouTube thumbnail

Το 2004, με τον Σάκη Ρουβά και το «Shake It», η Ελλάδα μπήκε οριστικά στο κλαμπ των υπολογίσιμων παικτών.

Όμως, η απόλυτη επιβεβαίωση του στοιχηματικού αλγόριθμου ήρθε το 2005. Το «My Number One» με την Έλενα Παπαρίζου υπήρξε ένα στοιχηματικό φαινόμενο. Οι αποδόσεις «κλείδωσαν» στην πρώτη θέση μήνες πριν, με τους bookmakers να προεξοφλούν μια νίκη που – επιτέλους για τη χώρα μας – ήρθε.


Από εκείνο το σημείο και μετά, η Ελλάδα κέρδισε το status της «υπερδύναμης». Ακόμα κι όταν δεν κέρδιζε, βρισκόταν σταθερά στην κορυφαία πεντάδα των προγνωστικών (βλ. Καλομοίρα το 2008 ή Γιώργος Αλκαίος το 2010).

YouTube thumbnail

Φυσικά, υπήρξαν και στοιχηματικές παγίδες: Το 2006, η Άννα Βίσση με το «Everything» ήταν το ακλόνητο φαβορί των αποδόσεων, κυρίως λόγω του ενθουσιασμού της διοργανώτριας Αθήνας, αλλά το βράδυ του τελικού τερμάτισε 9η – μια κλασική περίπτωση όπου τα τοπικά πονταρίσματα αποσυντόνισαν τη γενική ευρωπαϊκή εικόνα.

YouTube thumbnail

Όσο ο διαγωνισμός γινόταν πιο ανταγωνιστικός και η εικόνα αποκτούσε τον πρώτο λόγο, η Ελλάδα άρχισε να απομακρύνεται από τις κορυφαίες θέσεις των αποδόσεων. Το αποκορύφωμα αυτού του στοιχηματικού λήθαργου ήρθε το 2016 (Argo) και το 2018 (Γιάννα Τερζή), όταν οι bookmakers προέβλεψαν με ακρίβεια τον αποκλεισμό από τον τελικό.

Μια πολύ χαρακτηριστική στιγμή της στοιχηματικής συμπεριφοράς ζήσαμε και το 2019 με την Κατερίνα Ντούσκα και το «Better Love». Τον Μάρτιο, το τραγούδι τοποθετούνταν ψηλά, αγγίζοντας ακόμα και την 4η θέση των αποδόσεων, χάρη στο εξαιρετικό του video clip.

Όταν όμως ξεκίνησαν οι πρόβες στο Τελ Αβίβ και η σκηνοθεσία επί σκηνής δεν είχε την αναμενόμενη δυναμική, ο «κανόνας των προβών» επαληθεύτηκε πλήρως: τα στοιχήματα καταβαράθρωσαν την ελληνική συμμετοχή μέσα σε λίγες ώρες, με το αποτέλεσμα (21η θέση) να δικαιώνει τη δυσοίωνη προφητεία.

Η τελευταία πενταετία σηματοδότησε την επιστροφή της Ελλάδας στα ραντάρ των bookmakers, οι οποίοι άρχισαν να εμπιστεύονται ξανά τις ελληνικές αποστολές.

Η Στεφανία το 2021 και η Αμάντα Γεωργιάδη το 2022 λειτούργησαν ως σιγουράκια, παραμένοντας σταθερά στο Top 10 των αποδόσεων καθ’ όλη τη διάρκεια της πορείας προς τη Eurovision και επιβεβαιώνοντας τα προγνωστικά με πλασαρίσματα στην πρώτη δεκάδα του τελικού.

Το πιο πρόσφατο και ίσως το πιο σύνθετο δείγμα στοιχηματικής μελέτης για τη χώρα μας ήρθε το 2024 με τη Μαρίνα Σάττι.

YouTube thumbnail

Το «Zari» δοκίμασε τις αντοχές των bookmakers: ήταν ένα viral φαινόμενο που εκτόξευσε την Ελλάδα ψηλά, όμως η ανορθόδοξη τηλεοπτική του παρουσίαση στις πρόβες προκάλεσε έντονες διακυμάνσεις στις αποδόσεις, αποδεικνύοντας πόσο νευρικό και ευαίσθητο είναι πλέον το σύστημα μπροστά σε κάτι ασυνήθιστο.

Eurovision 2026: Θα το φέρει ο Ακύλας;

Όλα τα στατιστικά μοντέλα και οι θεωρίες ετοιμάζονται να τεθούν ξανά σε δοκιμασία φέτος, με την ελληνική συμμετοχή να πρωταγωνιστεί στο πιο συναρπαστικό για τη χώρα μας στοιχηματικό ράλι των τελευταίων ετών.

Ξεκινώντας από τη νίκη του στον εθνικό τελικό, ο Akylas έδειξε αμέσως τη δυναμική του, χτίζοντας σταθερά momentum. Όμως, το πιο εντυπωσιακό συμβαίνει τώρα: Λίγες ημέρες πριν από την πρώτη κρίσιμη τεχνική πρόβα για τον Α’ Ημιτελικό, το «Ferto» έχει βρεθεί στη 2η θέση των στοιχημάτων, συγκεντρώνοντας ποσοστό 11%-13% πιθανοτήτων νίκης και αφήνοντας πίσω του φαβορί όπως η Δανία και η Γαλλία.

Μπροστά μας βρίσκεται μόνο η Φινλανδία. Το ερώτημα πλέον, έχοντας αποκωδικοποιήσει τον «αλγόριθμο» των προγνωστικών, είναι ένα: Θα καταφέρει η σκηνοθετική πρόταση της Ελλάδας να περάσει το αμείλικτο τεστ της πρόβας;

Αν η οπτικοποίηση του κομματιού πάνω στη σκηνή της Αυστρίας μετουσιώσει το buzz που έχει ήδη δημιουργήσει το τραγούδι σε εικόνα, τότε η Ελλάδα δεν πάει απλώς για μια τίμια θέση στην πρώτη δεκάδα, αλλά διεκδικεί μαθηματικά το δεύτερο τρόπαιο της ιστορίας της. Κερδάμε (sic), αδέλφια.