Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Μια κοινωνία καχύποπτη, που αρνείται να «αγοράσει» τα κυρίαρχα πολιτικά αφηγήματα, αισθάνεται ότι η καθημερινότητά της είναι δύσκολη και δυσπιστεί βαθιά απέναντι στους θεσμούς και τη Δικαιοσύνη, αποτυπώνει η μεγάλη έρευνα της Metron Analysis, που παρουσιάστηκε σήμερα στο ετήσιο συνέδριο που διοργανώνει ο Κύκλος Ιδεών, σε συνεργασία με το Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, υπό τον γενικό τίτλο «Εθνικό Σχέδιο Δράσης υπό συνθήκες παγκόσμιας αβεβαιότητας».

Η παρουσίαση των στοιχείων από τους Στράτο Φαναρά και Γιάννη Μπαλαμπανίδη, γύρω από την οικονομική πίεση, την κρίση δημοκρατίας και Κράτους Δικαίου, καθώς και τις γεωπολιτικές προκλήσεις, πυροδότησε μια συζήτηση ανάμεσα στη Νίκη Λυμπεράκη και τον Ευάγγελο Βενιζέλο. Με αφορμή τα ευρήματα αυτά, ο πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησης έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου για την κατάλυση του κοινωνικού συμβολαίου της Μεταπολίτευσης, στηλίτευσε το μοντέλο του «επιτελικού κράτους» και του πρωθυπουργικού συγκεντρωτισμού, ενώ παράλληλα έθεσε τις κόκκινες γραμμές της εθνικής στρατηγικής στα ελληνοτουρκικά. Ιδιαίτερα καυστικός εμφανίστηκε τόσο για τον «προσχηματικό χαρακτήρα» της συνταγματικής αναθεώρησης όσο και για την ανάγκη «αυτοπροστασίας της Δικαιοσύνης από την τοξικότητα», με φόντο τους χειρισμούς στην υπόθεση των υποκλοπών και τον τρόπο επιλογής της δικαστικής ηγεσίας.

Το θεωρητικό πλαίσιο της έρευνας έθεσε ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Metron Analysis, Στράτος Φαναράς, επισημαίνοντας ότι «η συμπύκνωση της έρευνας αυτής διαρθρώνεται στο τρίγωνο οικονομία, δημοκρατία και θεσμοί και γεωπολιτική». Όπως εξήγησε ο κ. Φαναράς, «αυτές οι τρεις μεγάλες ενότητες εξελίσσονται πάνω στον χρόνο, σε μια διάσταση που δεν έχει μόνο σημασία πώς αποτιμώνται διάφορα πράγματα αυτή τη στιγμή, αλλά και πώς συγκρίνονται με το παρελθόν και τι προσδοκίες υπάρχουν για το μέλλον».

Ένα 80% βλέπει συγκάλυψη για Τέμπη, ΟΠΕΚΕΠΕ και υποκλοπές

Στα ευρήματα της δημοσκόπησης αναφέρθηκε αναλυτικά ο Γιάννης Μπαλαμπανίδης, χαρτογραφώντας μια έντονη αίσθηση στασιμότητας ή και οπισθοδρόμησης στη χώρα. Στο ερώτημα για την περιγραφή της ζωής στην Ελλάδα σήμερα, ένας στους δύο πολίτες πιστεύει ότι «κάνουμε βήματα προς τα πίσω», μια άποψη που ενισχύεται όσο κινούμαστε από το Κέντρο προς την Αριστερά, ενώ το 25% βλέπει στασιμότητα και μόλις το υπόλοιπο 25% θεωρεί ότι κινούμαστε προς τα εμπρός. Ως μείζον πρόβλημα που έχει εγκατασταθεί για τα καλά, αναδεικνύεται η οικονομία, η ακρίβεια και η εισοδηματική ανεπάρκεια, σε ποσοστό 74%, ενώ ακολουθούν τα θέματα δικαιοσύνης, κράτους δικαίου και διαφθοράς με 46%.

Παράλληλα, καταγράφεται μια οριζόντια και καθολική αμφιβολία των πολιτών για το αν θα αποδοθεί δικαιοσύνη σε μεγάλες δικαστικές υποθέσεις που συγκλόνισαν την επικαιρότητα, με το 80% να απαντά ξεκάθαρα «όχι» για τις περιπτώσεις των Τεμπών, του ΟΠΕΚΕΠΕ και των υποκλοπών. Την ίδια στιγμή, κυριαρχεί η αίσθηση ότι η χώρα είναι «ανέτοιμη να αντιμετωπίσει τις μεγάλες προκλήσεις της εποχής», με κυρίαρχα τα ζητήματα του μεταναστευτικού, των ανισοτήτων, της κλιματικής αλλαγής και του δημογραφικού. Είναι ενδεικτικό ότι το 62% των πολιτών πιστεύει πως η χώρα, μετά την πολυετή οικονομική κρίση, «δεν έχει επανέλθει σε μια κανονικότητα», με την αίσθηση αυτή να οξύνεται ιδιαίτερα στη μεσαία τάξη.

Τα οικονομικά των νοικοκυριών παραμένουν εξαιρετικά δυσχερή, καθώς μόλις ένα 16% δηλώνει ότι καταφέρνει να αποταμιεύει κάποια χρήματα. Σχεδόν οι μισοί ερωτηθέντες «τα φέρνουν βόλτα ίσα-ίσα», ενώ ένα σημαντικό 38% υποστηρίζει ανοιχτά ότι «τα χρήματα τελειώνουν πριν καν τελειώσει ο μήνας». Στη σύγκριση της Ελλάδας με μια μέση ευρωπαϊκή χώρα, το ισοζύγιο είναι θετικό για την πατρίδα μας αποκλειστικά και μόνο στον τομέα της Άμυνας. Αντίθετα, σε κρίσιμους δείκτες όπως η ανάπτυξη και οι επενδύσεις, η ασφάλεια του πολίτη, η παιδεία, η υγεία και οι υποδομές, το πρόσημο είναι άκρως αρνητικό, με τις χειρότερες επιδόσεις να εντοπίζονται στην οικονομία και στο Κράτος Δικαίου.

Κρίση δημοκρατικότητας και αποτίμηση του επιτελικού κράτους

Η κρίση εμπιστοσύνης επεκτείνεται και στο επίπεδο της λειτουργίας της δημοκρατίας, με έναν στους δύο πολίτες να θεωρεί «χαμηλή» τη δημοκρατικότητα με την οποία κυβερνάται η Ελλάδα σήμερα, τη στιγμή που το 20% τοποθετείται στη μέση και μόλις το 27% βλέπει υψηλά επίπεδα δημοκρατίας. Εξειδικεύοντας τα προβλήματα στους θεσμούς, το 37% των πολιτών εστιάζει στην έλλειψη διαφάνειας και λογοδοσίας στο κράτος και την πολιτική, ενώ το 34% ζητά «ανεξαρτησία και αποτελεσματικότητα της δικαιοσύνης», με τη φορολογία, την προστασία των ελευθεριών, την ποιότητα της δημόσιας διοίκησης, τη λειτουργία της Βουλής και το πρωθυπουργοκεντρικό σύστημα να ακολουθούν.

Σε ό,τι αφορά το επιτελικό κράτος, το 44% των ερωτηθέντων πιστεύει ότι «δεν άλλαξε πολλά πράγματα», καθώς η διοίκηση δε λειτουργεί πιο αποτελεσματικά, ενώ το 40% θεωρεί ότι το πρόσημο είναι σαφώς αρνητικό, επειδή «έδωσε περισσότερες εξουσίες στα χέρια του pρωθυπουργού». Παράλληλα, 2 στους 3 πολίτες εκφράζουν τη θέση ότι το Σύνταγμα τηρείται «κατά περίπτωση». Στο γεωπολιτικό σκέλος, η κοινή γνώμη εμφανίζεται αντίθετη στις διεθνείς συρράξεις, με 8 στους 10 να θεωρούν ότι ο πόλεμος ΗΠΑ-Ισραήλ στο Ιράν «δεν είναι δικαιολογημένος», ενώ παραμένει ισχυρό και ενισχύεται σε ποσοστό 57% το αίτημα να προχωρήσει η Ευρώπη σε μια βαθύτερη πολιτική και οικονομική ενοποίηση.

«Η κοινωνία δεν αγοράζει εύκολα τα κυρίαρχα αφηγήματα, όπως αυτό της επιστροφής στην κανονικότητα»

Παίρνοντας τον λόγο, ο Ευάγγελος Βενιζέλος ερμήνευσε τα ευρήματα της κάλπης. Όπως υπογράμμισε, «η έρευνα εκφράζει μια κοινωνία ανασφαλή, δυσαρεστημένη, φοβική και μια κοινωνία που δεν αγοράζει εύκολα τα κυρίαρχα αφηγήματα, όπως της επιστροφής στην κανονικότητα. Η κοινωνία έχει καταστεί καχύποπτη, και όποιος την προσλαμβάνει ως εύπιστη ή αφελή, κάνει πολύ μεγάλο λάθος».

Ο πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησης έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου, σημειώνοντας ότι δεν έχει γίνει μια ουσιαστική συζήτηση για το τι θα μπορούσε να συνθέσει το νέο κοινωνικό συμβόλαιο. Όπως εξήγησε, «δεν έχουμε κάνει μια συζήτηση για το τι θα μπορούσε να συνθέσει το νέο κοινωνικό συμβόλαιο. Το κοινωνικό συμβόλαιο, το γενναιόδωρο της Μεταπολίτευσης, έχει καταλυθεί, αυτό το αντιλαμβάνονται οι πολίτες και ζητούν ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο».

Αυτό, όπως διευκρίνισε, «αφορά και την όψη των θεσμών, της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου. Οι πολίτες δεν αποδέχονται ότι υπάρχει μια φιλελεύθερη δημοκρατία σε επαρκές ποιοτικό επίπεδο».

«Στο πεδίο του κράτους δικαίου τα ευρήματα είναι καταθλιπτικά»

Αναλύοντας την πολιτική διάσταση της κρίσης, ο κ. Βενιζέλος τόνισε ότι «η δημοκρατικότητα είναι πρόσληψη. Η πρόσληψη, η γενική αίσθηση είναι χαμηλή. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει μια κρίση νομιμοποίησης, κρίση αντιπροσώπευσης και μια κρίση πολιτικής συμμετοχής. Αυτό είναι το τρίπτυχο μιας κρίσης της φιλελεύθερης δημοκρατίας κατά το δημοκρατικό της σκέλος. Κατά το φιλελεύθερο σκέλος της, δηλαδή στο πεδίο του κράτους δικαίου, τα ευρήματα είναι καταθλιπτικά».

Παράλληλα, υπογράμμισε τη θεσμική απαξίωση σημειώνοντας ότι «οι πολίτες απορρίπτουν το αφήγημα του επιτελικού κράτους. Όταν το 80% πιστεύει ότι δε θα αποδοθεί δικαιοσύνη στις υποκλοπές, για τις οποίες οι πολίτες ενδιαφέρονται ως θεσμικό ζήτημα, ούτε για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, ούτε για τα Τέμπη, υπάρχει ένα θέμα. Η Δικαιοσύνη δεν πείθει ότι μπορεί να το διασφαλίσει αυτό».

«Ανιστόρητη η εντύπωση ότι όλα τα χειρίζεται ένα πρόσωπο που θα σηκώσει το τηλέφωνο στις 3 το πρωί»

Στρέφοντας τα βέλη του στον τρόπο άσκησης της εξουσίας, ο κ. Βενιζέλος προειδοποίησε ότι «όλα αυτά δείχνουν ότι η χώρα είναι μη διακυβερνήσιμη ή πάντως πολύ δύσκολα διακυβερνήσιμη. Δεν έχουμε τις εσωτερικές προϋποθέσεις για να επικαιροποιήσουμε και να καταστήσουμε πιο συγκεκριμένη και επιχειρησιακά πιο αποτελεσματική την εθνική μας στρατηκική. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι να υπάρχει ένα κλίμα σεβασμού των θεσμών, ένα κλίμα θεσμικής αξιοπιστίας και να μην δημιουργείται η αλαζονική και ανιστόρητη εντύπωση ότι όλα αυτά τα χειρίζεται ένα πρόσωπο, αυτό που θα σηκώσει το τηλέφωνο όταν χτυπήσει στις 3».

«Στα ελληνοτουρκικά τον ρυθμό πρέπει να τον καθορίζουμε εμείς»

Περνώντας στα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, ο κ. Βενιζέλος έστειλε ένα σαφές μήνυμα, τονίζοντας ότι «σε ό,τι αφορά τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, τον ρυθμό των σχέσεών μας με την Τουρκία πρέπει να τον καθορίζουμε εμείς. Αυτό είναι θεμελιώδους σημασίας διότι αλλιώς θα μπούμε σε έναν άλλο δύσκολο κύκλο, που πλέον είναι εμφανής, διότι αναμένουμε να ψηφιστεί ένας νόμος από την τουρκική Εθνοσυνέλευση. Ενώ αναμέναμε την άρση του casus belli, εδώ θα έχουμε έναν νόμο, ο οποίος θα μετατρέπει σε εσωτερικό δίκαιο ζητήματα που ρυθμίζονται από το διεθνές δίκαιο».

«Από το 2019 μέχρι το 2023 είχαμε τέσσερα χρόνια έντασης χωρίς ουσιαστικές επαφές»

Προχωρώντας σε μια ανατομή της πρόσφατης ιστορίας των διμερών σχέσεων, ο κ. Βενιζέλος υπενθύμισε: «Από το 2019 μέχρι το 2023, είχαμε τέσσερα χρόνια έντασης. Στην πραγματικότητα δεν υπήρχαν ουσιαστικές επαφές, δε γινόντουσαν βήματα. Θεωρούμε ότι χειριστήκαμε τη μεταναστευτική κρίση στον Έβρο ικανοποιητικά, που είναι ένα ζήτημα αστυνομικού και όχι στρατιωτικού χαρακτήρα. Και βεβαίως στην κρίση στην Κάσο, από τις συμβολικές ενέργειες των ναυτικών δυνάμεων με την επακούμβηση, η Ελλάδα δεν έχασε τις εντυπώσεις. Αλλά δεν κάναμε κανένα βήμα».

Όπως συνέχισε μάλιστα, «στο μεταξύ, πίσω από αυτή την εικόνα, είχαμε σωρεία επιστολών των δύο χωρών, υπογεγραμμένες από τους μόνιμους αντιπροσώπους στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, με τις οποίες γίνεται ένα λεπτομερές positioning για όλα τα μεγάλα θέματα».

Περιγράφοντας την τρέχουσα συγκυρία, ο κ. Βενιζέλος σημείωσε: «Μετά από το 2023, έχουμε μια νέα φάση, τη Διακήρυξη των Αθηνών, τα ήρεμα νερά, τη μείωση έως μηδενισμό των παραβιάσεων και παραβάσεων και των αναχαιτίσεων και τελικώς όλο αυτό καταλήγει σε μια νέα όξυνση, που παίρνει και τη μορφή νομοθετικής δήλωσης, που επιβαρύνει την ατμόσφαιρα».

«Η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ πρέπει οπωσδήποτε να γίνει»

Συνοψίζοντας τη στρατηγική που πρέπει να ακολουθήσει η χώρα, ο Ευάγγελος Βενιζέλος υπογράμμισε: «Στο σημερινό περιβάλλον της realpolitik και της υπαρξιακής κρίσης του διεθνούς δικαίου, πρέπει να έχουμε ορισμένες αναφορές στην πολιτική μας, πέρα από τον έλεγχο του ρυθμού από εμάς, των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Δεύτερον, δεν πρέπει ποτέ να διακόπτουμε τον διάλογο. Τρίτον, πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ πρέπει οπωσδήποτε να γίνει, διότι, αν δε γίνει, δεν έχουμε τις προϋποθέσεις άσκησης και απόλαυσης των κυριαρχικών δικαιωμάτων».

«Η αναθεώρηση του Συντάγματος είναι προσχηματική»

Ιδιαίτερα καυστικός εμφανίστηκε ο πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησης στο θέμα της συνταγματικής αναθεώρησης, δηλώνοντας απόλυτα δικαιωμένος από τις τάσεις της κοινής γνώμης. «Είμαι πολύ ικανοποιημένος, διότι η κοινή γνώμη λέει στην έρευνα αυτό που έχω πει σε όλους τους τόνους, ότι η αναθεώρηση του Συντάγματος είναι προσχηματική», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Εστιάζοντας μάλιστα στο ζήτημα της ποινικής ευθύνης των μελών της κυβέρνησης, συμπλήρωσε: «Μπορείς να εφαρμόσεις το άρθρο 86 του Συντάγματος, όπως θέλεις να το αναθεωρήσεις. Θες να στέλνεις όλους τους υπουργούς στη Δικαιοσύνη; Στείλε τους στη Δικαιοσύνη».

«Η Δικαιοσύνη πρέπει να προστατεύει τον εαυτό της από τον κίνδυνο να εισχωρήσει η τοξικότητα σε αυτή»

Ολοκληρώνοντας την παρέμβασή του, ο κ. Βενιζέλος αναφέρθηκε στο κρίσιμο ζήτημα των υποκλοπών, εκφράζοντας τη βαθιά του θλίψη για τους χειρισμούς που έγιναν. «Σε ό,τι αφορά τις υποκλοπές, το λέω με μεγάλη μου λύπη, το σκέφθηκα πολύ, το ερεύνησα πολύ, έπρεπε να εξεταστούν τουλάχιστον ως δυσχερές ζήτημα, όπως λέει η δικονομία, άρα έπρεπε να έχουν εισαχθεί στο αρμόδιο συμβούλιο του Αρείου Πάγου τα ζητήματα που αφορούν τους λόγους αποχής, εξαιρέσεως και αποκλεισμού του εισαγγελέως του Αρείου Πάγου στη συγκεκριμένη περίπτωση. Και στη συνέχεια, να πάμε στο πώς ερμηνεύεται η διάταξη για την ανάσυρση, δηλαδή τι σημαίνει ο όρος ”όταν αναφαίνονται νέα στοιχεία”», σημείωσε χαρακτηριστικά.

Συνδέοντας το θέμα αυτό με τη γενικότερη κατάσταση στο δικαστικό σώμα, ο πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησης υπογράμμισε: «Αυτό το συσχετίζω με κάτι που επίσης με θλίβει πάρα πολύ, με την έλλειψη αντανακλαστικών αυτοπροστασίας στον χώρο της δικαιοσύνης, διότι η δικαιοσύνη πρέπει να προστατεύει τον εαυτό της από τον κίνδυνο να εισχωρήσει η τοξικότητα σε αυτή».

Όπως εξήγησε, η κατάσταση αυτή συνδέεται άμεσα και με τον τρόπο επιλογής της ηγεσίας των Ανωτάτων Δικαστηρίων. «Αυτό έχει να κάνει και με τον τρόπο εκλογής της ηγεσίας της. Και γι’ αυτό, ορθώς το ζήτημα αυτό πρέπει να συζητηθεί. Αλλά η κυβέρνηση δεν εφαρμόζει τον νόμο που ψήφισε. Αυτή τη στιγμή εκφράζει γνώμη η διάσκεψη των προέδρων της Βουλής, που αγνοείται. Εκφράζουν γνώμη οι ολομέλειες των ανωτάτων δικαστηρίων και της εισαγγελίας του Αρείου Πάγου και εν πολλοίς, αγνοείται η γνώμη και επιλέγει το υπουργικό συμβούλιο χωρίς να αιτιολογεί», κατέληξε ο κ. Βενιζέλος.