Ατμοσφαιρικό είναι, μα και παράξενο εξίσου, να κουβεντιάζεις μέσα στην απόλυτη σιωπή ενός άδειου θεάτρου. Ελάχιστα τα φώτα, η πρόβα έχει τελειώσει στο «Πόρτα», οι ηθοποιοί έχουν φύγει και ο Θωμάς Μοσχόπουλος αφήνει στο κόκκινο κάθισμα ανάμεσά μας, σαν μία ακόμα εκκρεμότητα, έναν φάκελο αρχειοθέτησης. Από πάνω βάζει το κινητό του τηλέφωνο, αναπόφευκτα, στο αθόρυβο εννοείται.
Πετυχαίνω τον σημαντικό έλληνα σκηνοθέτη σε ένα μεταβατικό και απαιτητικό διάστημα. Οι παραστάσεις «Ελίζα», «Εκείνος που έκλεψε τη µέρα και πλήρωσε τη νύχτα», καθώς επίσης «Ο Κος Ζυλ», είτε έχουν ολοκληρώσει είτε πρόκειται να ολοκληρώσουν τον κύκλο τους (για τη συγκεκριµένη σεζόν, τουλάχιστον). Ο Μοσχόπουλος, το απόγευμα που τον συναντώ, προετοιμάζει και το ταξίδι του για την Κύπρο.
Συνεργαζόμενος ακριβώς με τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου (ΘΟΚ), αυτό το καλοκαίρι ανεβάζει τον «Ιωνα» του Ευριπίδη στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου (στο αρχαίο αργολικό θέατρο, στις 28 και 29 Αυγούστου). Δημιουργία, αδιάλειπτη, ναι. Κόπωση, όμως, δεν υφίσταται; «Δεν αποφάσισα ότι θα κάνω πολλά φέτος. Τα φέρνει έτσι και η συγκυρία, μη νομίζετε. Ωστόσο, το ομολογώ, δεν ανήκω σίγουρα στους ανθρώπους που εύχονται να τελειώσει η δουλειά τους για να πάνε διακοπές.
Στη δουλειά μου ακουμπάω εσχάτως. Αυτή η δουλειά με κάνει να νιώθω ζωντανός, ανεξαρτήτως των δυσκολιών που αντιμετωπίζω με την υγεία μου» λέει στο BHMAgazino. Κάθε συνομιλία μαζί του περιλαμβάνει σημεία, σοβαρότατα και ανάλαφρα συνάμα, που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε άλλες, εντελώς αυτόνομες και διαφορετικές μεταξύ τους συνομιλίες.
Οταν επισημαίνω ότι o ίδιος ασχολείται πάλι με τον Ευριπίδη, δηλώνει ότι ο Σοφοκλής τού αρέσει περισσότερο. «Ναι, αλλά έχετε ανεβάσει περισσότερα έργα του Ευριπίδη» αντιτείνω. «Εντάξει, όπως και να το κάνουμε, ωστόσο, ο Ευριπίδης υπήρξε το HBO Max της αρχαιότητας, δεν συμφωνείτε;» συνεχίζει ο Μοσχόπουλος γελώντας, γνωρίζοντας καλά ότι δύσκολα θα διαφωνούσε κανείς. Αλλωστε ο «Ιων», με τις ανατροπές του, κακά τα ψέματα, θα έβγαζε μερικά συναρπαστικά επεισόδια…

ΦΩΤΟ ΣΙΣΣΥ ΜΟΡΦΗ
Κύριε Μοσχόπουλε, αφού είμαστε στο «Πόρτα» και επειδή αναφερθήκαμε στην Ξένια Καλογεροπούλου, πώς πάει το θέατρο; Από καλλιτεχνική και επιχειρηματική άποψη;
«Από επιχειρηματική άποψη, βγαίνουμε συχνά στο όριο, πολλές φορές κάτω από το όριο, λίγες φορές πάνω από το όριο. Δεν έχουμε μόνο επαφές αλλά και κάποιες προστριβές, ας πούμε, με το τρέχον σύστημα της θεατρικής παραγωγής. Προκύπτουν διάφορα εμπόδια, προβλεπόμενα και απρόβλεπτα. Προχωράμε πάντως, κι όσο αντέξουμε, αυτό είναι το πνεύμα. Και έχουμε καταφέρει, εντός των ορίων μας, χωρίς τραγικούς συμβιβασμούς, να κάνουμε αυτό που θέλουμε από καλλιτεχνική άποψη.
Οφείλω να σας πω ότι εγώ περνάω καλά, δεν νιώθω να μου λείπει κάτι, αισθάνομαι μάλιστα ότι είμαι σπίτι μου. Το παιδικό, για παράδειγμα, δεν το τρέχω επειδή απλώς μας συντηρεί, αλλά και επειδή το χαίρομαι αφάνταστα. Ασφαλώς θα ήθελα να υπάρχει μεγαλύτερη οικονομική άνεση, να μην υπήρχε αυτή η καθημερινή πίεση να βρίσκουμε λύσεις. Αλλά περηφανεύομαι πολύ και καμαρώνω για ό,τι έχουμε φτιάξει όλοι μας εδώ μέσα. Οι παραστάσεις μας μπορεί να μην είναι ακριβές, είναι όμως ακριβείς, αυτό για εμένα έχει τεράστια αξία».
Πώς θα προσδιορίζατε, δηλαδή, αυτό που έχετε φτιάξει;
«Μια ανοιχτή κοινότητα που αποπνέει, ωστόσο, μέσω της δουλειάς της την αίσθηση της συνεκτικής ομάδας. Είμαστε οικογένεια, δίχως τις νοσηρές διαστάσεις που έχει μια οικογένεια. Δεν υπάρχει τίποτα κλειστό εδώ, τίποτα αποπνικτικό. Πιστεύω ότι έχουμε δημιουργήσει ένα ουσιαστικό κομμάτι δημόσιου χώρου στο “Πόρτα”, εμείς και το κοινό μας. Αυτό, άλλωστε, είναι το θέατρο».
Υποψιάζομαι, ωστόσο, ότι η φετινή υπερδραστηριότητα δεν είναι αποτέλεσμα μόνο της συγκυρίας ή της ανάγκης. Είναι εξωγενής αποκλειστικά;
«Προφανώς εκφράζει και μια εσώτερη, υπαρξιακή αγωνία. Μεγαλώνω και δεν σταματάω να λέω “τώρα ή ποτέ”. Δεν είναι όμως κάτι που με βαραίνει, που με κατατρύχει. Απλούστατα, έχω πολλή όρεξη και λαχτάρα για το θέατρο. Και όταν λέω ότι περνάω καλά, εννοώ κάτι συγκεκριμένο: δεν θέλω να διακόπτω τη δημιουργικότητά μου εφόσον αυτή εξακολουθεί να λειτουργεί. Δεν είναι εργασιομανία αυτό, κατά τη γνώμη μου.
Είναι, μάλλον, ότι έχω αποκτήσει πλέον ένα θράσος που δεν έχει να κάνει με το τι θα ήταν σωστό και τι όχι, με το τι θα πάει και τι δεν θα πάει, ένα θράσος που συμπορεύεται με το ρίσκο. Θα το πάρω το ρίσκο, έτσι ή αλλιώς. Και είμαι πανέτοιμος για τις συνέπειες. Εχω σκηνοθετήσει στο παρελθόν ολόσωστες παραστάσεις που είχαν εντυπωσιακή αποδοχή και σε εμένα δεν έλεγαν και πολλά πράγματα.
Ανέβασα πρόσφατα το “Περιμένοντας τον Γκοντό” του Σάμιουελ Μπέκετ, ένα ιδιαίτερο και δύσκολο έργο, με άξιους ηθοποιούς, αλλά άγνωστους στο ευρύ κοινό. Κι όμως, πήγε καλά και αποδείχθηκε μία από τις πιο εύκολες δουλειές, ψυχικά μιλώντας, που έχουμε κάνει. Κύλησαν όλα όπως έπρεπε και αυτό, στον βαθμό που ακόμα συμβαίνει, δεν θέλω να το χάσω. Τέλος πάντων, υπάρχει μια αίσθηση αβίαστης ροής, την οποία δεν θέλω να διακόψω. Αβίαστης, όχι αναγκαστικά αλάνθαστης ροής. Αν κουραστώ, θα τη διακόψω ή θα με διακόψει αυτή».
Τον θεατρικό περίγυρο, τις τάσεις, δεν τα λαμβάνετε καθόλου υπ’ όψιν αυτά; Αδιαφορείτε;
«Ειλικρινά, δεν με απασχολεί πια αν αρέσω. Θέλω μόνο να αρέσω στις επιλογές μου. Υπάρχει, βέβαια, αυτό το ενδιαφέρον για το κουτσομπολιό που έχουμε όλοι οι άνθρωποι, για το τι παίζει, στην κοινωνία, στο θέατρο, παντού. Σκεφτείτε όμως λίγο την έννοια του θεατρόφιλου σήμερα. Πρόκειται για μια φρικαλέα έννοια! Τι είναι της μόδας; Ενας νεορεαλισμός χοντροκομμένος, δακρύβρεχτος, ηθικοπλαστικός, πομπώδης και εθνοκεντρικός.
Υπάρχουν και τα queer ή συμπεριληπτικά στοιχεία, για ξεκάρφωμα περισσότερο. Πόση συντήρηση κρύβουν όλα αυτά; Εν πάση περιπτώσει, τι σημαίνει καινούργιο, τι είναι το αυθεντικά καινούργιο στο θέατρο; Λοιπόν, το καινούργιο είναι εξαιρετικά σπάνιο. Ας το αποδεχθούμε αυτό, δεν χρειάζεται να το επινοούμε κάθε φορά και να το αποδίδουμε κάπου οπωσδήποτε. Ας στραφούμε στα σταθερά αγαθά που προσφέρει το θέατρο, είναι πάντοτε εκεί και έχουν τον δικό τους χρόνο».
Σκέφτομαι κάτι τώρα, μήπως ο «Κος Ζυλ», ένα σχόλιο πάνω στην ανδρική ταυτότητα, σηματοδοτεί και μια αλλαγή στην προσωπική σας σχέση με το γράψιμο; Οσο μεγαλώνετε, εξελίσσεται αυτή η σχέση;
«Ο “Koς Ζυλ” είναι ξαναγράψιμο, ένα νέο έργο, βασισμένο στο “Δεσποινίς Τζούλια”, στον δραματουργικό καμβά του Στρίντμπεργκ. Με αυτόν τον καμβά συνδιαλέγομαι. Δεν είναι διασκευή, ξέρω τι θα ήταν μια διασκευή και για αυτό σκόπιμα δεν την έκανα. Ναι, θα συμφωνήσω, είμαι σε μια φάση που το θέλω όλο και πιο πολύ να γράφω. Δεν φοβάμαι, πλέον, αν θα με πουν ψώνιο. Ας με πουν, δεν με νοιάζει καθόλου! Ενιωθα ευχαρίστηση όσο έγραφα τον “Κο Ζυλ”, έμπαινα ακόμα και σε ψυχαναλυτικές διαδικασίες, ο εαυτός μου ο ίδιος με εξέπληττε με όσα έριχνα στο χαρτί. “Μα τι έγραψες μόλις;” αναρωτήθηκα κάμποσες φορές.
Νομίζω ότι έχω ξεμπλοκάρει πια σε σχέση με το γράψιμο. Ξέρετε, στη σκηνοθεσία πρέπει να εμπνεύσεις κάποιον άλλον. Πρέπει να γίνεις το φάντασμα που σαν πνεύμα θα μπει στο σώμα κάποιου άλλου. Για να εκφραστείς κι εσύ, αλλιώς δεν έχεις υπόσταση. Εσύ, ο σκηνοθέτης, δεν είσαι επάνω στη σκηνή, είσαι από κάτω και ωθείς κάποιον άλλον να κάνει κάτι, να εκφραστεί ο ίδιος και μέσα από αυτό να εκφραστείς κι εσύ. Με το γράψιμο, πάλι, εκφράζεσαι μόνος σου την ώρα ακριβώς που συμβαίνει, που το κάνεις. Για όσο το απολαμβάνω, υπό αυτόν τον όρο, θα συνεχίσω να γράφω».
Πάμε και στον «Ιωνα». Είναι ένα λοξό έργο…
«Και πολύ καλά κάνει και είναι λοξό! Πραγματεύεται τη ρευστότητα και ασκεί κριτική σε ό,τι έχουμε μάθει να αποκαλούμε ταυτότητα, φιξαρισμένη ταυτότητα. Ολοι νομίζουμε ότι είμαστε κάτι και μάλιστα σημαντικό, άτομα ή συλλογικότητες, όπως οι Αθηναίοι τότε, τηρουμένων των αναλογιών. Τι είμαστε, ρε παιδιά; Χαλαρώστε! Νομίζουμε ότι είμαστε συγκεκριμένα πράγματα και, επί της ουσίας, δεν έχουμε ιδέα περί αυτών.
Ο αυτοπροσδιορισμός και ο ετεροπροσδιορισμός, μεγάλα βάσανα και τα δύο. Θέλω να αναδείξω την ειρωνική ματιά του Ευριπίδη απέναντι σε κάθε βεβαιότητα, απ’ όπου κι αν προέρχεται. Διότι αυτή η βεβαιότητα, ότι ξέρουμε τα πάντα σε όλα τα επίπεδα, εμένα με εκνευρίζει, με βγάζει από τα ρούχα μου. Δηλαδή, η τάση που έχουμε να υιοθετούμε μία άποψη, να την υποστηρίζουμε φανατικά, να ανατρέπεται μετά αυτή και ύστερα να υποστηρίζουμε το ακριβώς αντίθετο με την ίδια ζέση που το κάναμε και πριν, όλο αυτό είναι κάτι που με κάνει και να γελάω και να τρομάζω ταυτόχρονα.
Προσωπικά και, αν προτιμάτε, κοινωνικά. Ο “Ιων”, ως σύλληψη και ως δομή, είναι πιο κοντά στη κωμωδία παρά στην τραγωδία. Είναι σαν να άφησε ο Ευριπίδης κάτι ορθάνοιχτο, μια δυναμική, που θα μετασχηματιζόταν αργότερα, έτσι το βλέπω εγώ».
Τι θα δούμε, συνεπώς; Με τον Χορό τι θα κάνετε;
«Θα δείτε, ευελπιστώ, ένα ρυθμικό ανέβασμα που παίζει με τις φοβερές θεματικές συνδέσεις και τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα και τις εναλλαγές που κυριαρχούν στο κείμενο, ένα ανέβασμα που παίζει με την ποικιλία των ενεργειών και των ειδών, από το μελόδραμα μέχρι το θρίλερ. Κοιτάξτε, απάντηση στο πώς ανεβαίνει το αρχαίο δράμα δεν υπάρχει, υπάρχει μόνο η καθαρότητα και η τιμιότητα με τις οποίες προσπαθείς να παίξεις αυτό το υπέροχο παιχνίδι.
Ως προς τον Χορό, που είναι μια κρίσιμη πλευρά της παράστασης, ακριβώς για να τονίσω την αμφιθυμία του έργου, τον σπάω στα δύο. Θα βρίσκονται στην ορχήστρα όχι μόνο γυναίκες αλλά και άνδρες ερμηνευτές. Τείνω προς ένα αίσθημα αμφίβολο, ούτε χαρά ούτε λύπη, μάλλον προς μια ακαθόριστη μελαγχολία σαν ερωτηματικό που επικρέμαται πάνω από τα κεφάλια μας. Κατά πόσο γελάμε με τα χάλια μας; Και στοχαζόμαστε καθόλου πάνω σε αυτό με σοβαρό τρόπο; Μας πονάει η αβεβαιότητα; Την αντέχουμε;
Το σκηνικό θα είναι γεμάτο καθρέφτες. Οι πολλαπλές αντανακλάσεις θα δημιουργούν έναν μικρό λαβύρινθο προσώπων, σωμάτων, ταυτοτήτων. Επίσης, δεν θέλω να το αποκαλύψω πλήρως, αλλά θα υπάρχουν και κάποια μυστηριώδη αντικείμενα τα οποία δεν θα καταλαβαίνουμε ποτέ τι είναι ακριβώς».
Μάλιστα! Εχετε τη διάθεση, πώς να το πω, να τρολάρετε το κοινό;
«Για να είμαι ειλικρινής, ενώ το σηκώνει πολύ η συνθήκη, το ίδιο το έργο, κι ενώ γελούσα καθώς το σκεφτόμουν, αποφάσισα να μην το παρατραβήξω. Γιατί; Είναι ξεπερασμένο. Δεν μπορώ την επιδαυρολαγνεία, την αρχαιοπρέπεια, την οποιαδήποτε “ιερότητα”. Από την άλλη, όμως, δεν μπορώ και την άσκοπη πρόκληση, ακόμα κι όταν πρόκειται για το χιούμορ. Είναι κοινοτοπία. Ανεβάζω τον Ευριπίδη έχοντας συναίσθηση ότι αποκλείεται να το παίξω πιο έξυπνος από τον Ευριπίδη. Λίγες εξυπνάδες θα κάνουμε, πάντως, αφού κι εκείνος εξυπνάκιας ήταν, μην ξεχνιόμαστε».
Στον «Ιωνα» αναπτύσσεται επίσης ένας έντονος προβληματισμός για την ευτυχία, με την έννοια της καλής τύχης. Να σταθούμε λίγο σε αυτό;
«Εχω συνδέσει ορισμένα πράγματα που έχουν συμβεί στη ζωή μου με την καλή τύχη. Ο χρόνος έδειξε ότι θα μπορούσα άνετα να τα συνδέσω, τα ίδια πράγματα, με την κακή τύχη. Η διαχείριση της ευκαιρίας που μας δίνεται κάθε φορά είναι αυτή που φέρνει το τελικό αποτέλεσμα. Η ευδαιμονία είναι ακριβώς αυτή η διαχείριση. Οχι η περιλάλητη ευτυχία, με τη σημερινή, ακατανόητη έννοια».






