Η Eurovision γιορτάζει φέτος 70 χρόνια ιστορίας. Δίνει δηλαδή μια πρώτης τάξεως αφορμή για μια βουτιά στα νούμερα, τους αριθμούς και τα στατιστικά.
Με έναν και μόνο (σχεδόν ποταπό) σκοπό: να αποκωδικοποιήσουμε τη συνταγή της νίκης — ή έστω να καταλάβουμε γιατί 70 χρόνια μετά δεν υπάρχει μία και μοναδική.

Οι πολυνίκες της Eurovision: Οι χώρες του θριάμβου
Στην κορυφή του Ολύμπου της Eurovision δεν κάθεται μία αλλά δύο υπερδυνάμεις, που μοιράζονται το ρεκόρ των επτά νικών έκαστη: η Ιρλανδία και η Σουηδία.
Η Ιρλανδία υπήρξε ο απόλυτος ηγεμόνας του 20ού αιώνα. Η χρυσή εποχή της δεν έχει προηγούμενο, αφού τη δεκαετία του ’90 κατάφερε το μέχρι τότε απίθανο: κέρδισε τρεις συνεχόμενες χρονιές (1992 με τον Linda Martin, 1993 με τη Niamh Kavanagh, 1994 με τους Paul Harrington & Charlie McGettigan) και πρόσθεσε άλλη μία νίκη στο παλμαρέ της το 1996 με την Eimear Quinn.

Φυσικά, η ιρλανδική μυθολογία έχει τον δικό της ήρωα, τον Johnny Logan, ο οποίος παραμένει ο μοναδικός καλλιτέχνης που έχει κερδίσει τον διαγωνισμό δύο φορές ως ερμηνευτής (το 1980 με το «What’s Another Year» και το 1987 με το θρυλικό «Hold Me Now») αλλά και μία ως συνθέτης το 1992.
Η Σουηδία από τη μεριά της χρόνο με το χρόνο μεγεθύνεται ως γιουροβιζιονική μηχανή παραγωγής νικητών. Το ταξίδι της προς την κορυφή ξεκίνησε το 1974, όταν οι ABBA σάρωσαν με το «Waterloo», αλλάζοντας για πάντα τον ήχο της Eurovision. Οι Σουηδοί κατάφεραν να κάνουν την εύπεπτη αλλά όχι σαχλή ποπ επιστήμη, κατακτώντας νίκες με τους Herreys (1984), την Carola (1991) και τη Charlotte Nilsson (1999).

Θα μιλούσαμε για περασμένα μεγαλεία – σαν της Ιρλανδίας. Όμως ο Måns Zelmerlöw το 2015 και η Loreen αποδείχτηκαν άξιοι συνεχιστές της σκανδιναβικής παράδοσης. Η Σουηδή σταρ έγραψε ιστορία ως η πρώτη γυναίκα με δύο νίκες στο ενεργητικό της (το 2012 με το «Euphoria» και το 2023 με το «Tattoo»), ισοφαρίζοντας το ρεκόρ του Johnny Logan.
Ένα βήμα πίσω από τη Σουηδία και την Ιρλανδία βρίσκεται η ισχυρή τετράδα των πέντε νικών: Γαλλία, Λουξεμβούργο, Ηνωμένο Βασίλειο και Ολλανδία.
Η Γαλλία και το Λουξεμβούργο κυριάρχησαν στις πρώτες δεκαετίες του θεσμού, επιβάλλοντας ως φόρμουλα νίκης το γαλλικό chanson. Το Λουξεμβούργο έχτισε τον μύθο του επιστρατεύοντας προβεβλημένα ονόματα, όπως τη France Gall το 1965 και τη Βίκυ Λέανδρος το 1972 με το «Après toi». Η Γαλλία πάλι το σήκωσε για τελευταία φορά το 1977, όταν η Marie Myriam μάγεψε την Ευρώπη με το «L’oiseau et l’enfant».

Το Ηνωμένο Βασίλειο, παρότι φέρει τον τίτλο του «αιώνιου δεύτερου» (με 16 δεύτερες θέσεις), έχει γευτεί τη χαρά της πρωτιάς πέντε φορές, με εμβληματικά ποπ φαινόμενα όπως οι Brotherhood of Man (1976), οι Bucks Fizz (1981) και πιο πρόσφατα, το 1997, οι Katrina and the Waves.
Το Ισραήλ, η συμμετοχή του οποίου τα τελευταία χρόνια προκαλεί τριγμούς στο θεσμό, έχει σηκώσει την κούπα 4 συνολικά φορές – το 1978, το 1979, το 1998 και το 2018.
Έσονται οι έσχατοι πρώτοι στην Eurovision; Τα έθνη του ναδίρ
Για κάθε νικητή που πνίγεται στα κομφετί και τις selfies υπάρχει πάντα μια αποστολή που παρακολουθεί με πίκρα το όνομά της να γίνεται ένα σώμα με τον πάτο του βαθμολογικού πίνακα.
Η αδιαφιλονίκητη «βασίλισσα του ναδίρ» δεν είναι άλλη από τη Νορβηγία. Το σκανδιναβικό έθνος έχει καταφέρει το αδιανόητο: να τερματίσει στην τελευταία θέση 12 φορές. Μάλιστα κατέχει και το ρεκόρ των μηδέν βαθμών – έχοντας φύγει από τον διαγωνισμό με άδεια χέρια τέσσερις φορές.

Στη δεύτερη θέση των καλύτερων χειρότερων επιδόσεων ισοβαθμούν η Φινλανδία και η Γερμανία με 9 τελευταίες θέσεις έκαστη. Για τη Φινλανδία οι δεκαετίες του ’60 και του ’80 ήταν μια διαρκής προσπάθεια να αποφύγει την ουρά, μαζεύοντας συχνά μηδενικά, μέχρι να έρθουν οι Lordi και ο Käärijä για να ξορκίσουν την κατάρα.
Το ψηφιδωτό των αποτυχιών δεν θα ήταν πλήρες χωρίς το σύγχρονο δράμα του Ηνωμένου Βασιλείου. Η άλλοτε κραταιά αυτοκρατορία της ποπ έχει τερματίσει 5 φορές τελευταία, όλες στον 21ο αιώνα.

Δύο από αυτές, μάλιστα, συνοδεύτηκαν από τον διασυρμό των μηδέν πόντων. Το 2003, το δίδυμο των Gemini με το «Cry Baby» ήταν τόσο εκτός τόνου που η Ευρώπη τούς φιλοδώρησε με μηδέν βαθμούς. Δεκαοχτώ χρόνια μετά, το 2021, η ιστορία επαναλήφθηκε με τον James Newman.
Με τον εκλεκτό του κοινού ή με τον ευνοούμενο των επιτροπών;
Στη Eurovision πλέον ο νικητής δεν είναι αυτός που αρέσει περισσότερο, αλλά εκείνος που ισορροπεί μαεστρικά ανάμεσα σε δύο κόσμους που σπάνια συμφωνούν.
Συγκεκριμένα επιτροπές και κοινό είχαν ταύτιση απόψεων μόλις μία φορά το 2017. Ο Πορτογάλος Salvador Sobral, με το «Amar Pelos Dois» κατάφερε να γεφυρώσει τα παράλληλα σύμπαντα και να φύγει θριαμβευτής από το Κίεβο.

Άγραφος κανόνας για τη Eurovision τα τελευταία χρόνια είναι ο διχασμός μεταξύ ελλανοδικών και τηλεθεατών.
Το 2023, ο Φινλανδός Käärijä συγκέντρωσε 376 βαθμούς από το κοινό (τη 2η υψηλότερη βαθμολογία όλων των εποχών), οι επιτροπές ωστόσο τον άφησαν 4ο με 150 βαθμούς, ανοίγοντας εμμέσως τον δρόμο για τη δεύτερη νίκη της Loreen.

Ανάλογη ήταν και περίπτωση του Κροάτη Baby Lasagna το 2024. Έλαβε 337 βαθμούς από το κοινό αλλά μόλις 210 από τις επιτροπές, τερματίζοντας δεύτερος.
Ακόμα πιο κραυγαλέα ήταν η «αδικία» (στα μάτια των φαν) το 2019 με τη Νορβηγία. Οι KEiiNO ξεσήκωσαν την Ευρώπη με το «Spirit in the Sky», κερδίζοντας την 1η θέση στο televoting με 291 βαθμούς. Οι επιτροπές όμως τους κατέταξαν 18ους, δίνοντάς τους μόλις 40 βαθμούς.

Παρόμοιο σοκ είχε υποστεί και ο Πολωνός Michał Szpak το 2016: τερμάτισε 3ος στο κοινό με 222 βαθμούς, αλλά βρέθηκε προτελευταίος (25ος) στις επιτροπές με τον ταπεινωτικό αριθμό των 7 βαθμών.
Στον αντίποδα, υπάρχουν τα «χαϊδεμένα παιδιά» των επιτροπών που πέρασαν και δεν ακούμπησαν στην προτίμηση του κοινού. Η περίπτωση της Σουηδίας το 2018 είναι χαρακτηριστική.
Ο Benjamin Ingrosso παρουσίασε ένα άψογο pop act («Dance You Off») που τον έφερε στη 2η θέση των ειδικών με 253 βαθμούς. Το τηλεοπτικό κοινό όμως τον κατέταξε στην 23η θέση με μόλις 21 βαθμούς.

Ένα ιδιαίτερα σκληρό μάθημα πήρε και το Ηνωμένο Βασίλειο το 2024: ο διεθνούς φήμης pop star Olly Alexander μάζεψε 46 βαθμούς από τις επιτροπές, αλλά όταν ήρθε η ώρα του κοινού, έμεινε στο μηδέν.
Στην ίδια διοργάνωση, ο μεγάλος νικητής, το Nemo από την Ελβετία, κατέγραψε ίσως τη χαμηλότερη θέση στο televoting που είχε ποτέ νικητήριο τραγούδι τα τελευταία χρόνια (5η θέση), κερδίζοντας αποκλειστικά χάρη στη διαφορά που έχτισε στις επιτροπές.

Υπάρχει πάντα και η μέση οδός. Το 2016 για παράδειγμα η Jamala (Ουκρανία) δεν βγήκε πρώτη σε καμία ψηφοφορία (τερμάτισε 2η και στις δύο), αλλά κέρδισε το τρόπαιο. Το ίδιο ακριβώς συνέβη και το 2019 με τον Ολλανδό Duncan Laurence, ο οποίος βγήκε 3ος στις επιτροπές και 2ος στο κοινό.
Σε ποια γλώσσα γράφεται η φόρμουλα της νίκης στη Eurovision;
Αν υπάρχει ένας κανόνας που δίχασε, καταργήθηκε, επανήλθε και τελικά άλλαξε οριστικά, αλλάζοντας για πάντα τη φυσιογνωμία της Eurovision, αυτός δεν είναι άλλος από την υποχρεωτική χρήση της εθνικής γλώσσας.
Το 1999 η EBU άνοιξε το «Κουτί της Πανδώρας» (ή μάλλον την πόρτα της παγκοσμιοποίησης), επιτρέποντας στις χώρες να τραγουδούν ελεύθερα σε όποια γλώσσα επιθυμούν. Το αποτέλεσμα; Η απόλυτη και αδιαμφισβήτητη ηγεμονία των αγγλικών.

Τα στατιστικά είναι συντριπτικά: περισσότερα από 34 νικητήρια τραγούδια στην ιστορία του διαγωνισμού διαθέτουν αγγλικό στίχο. Οι εθνικές αποστολές αντιλήφθηκαν πως η διεθνής lingua franca προσφέρει άμεση κατανόηση του μηνύματος, αυξάνει την εμπορικότητα στα ραδιόφωνα και τις πλατφόρμες και διευκολύνει την ταύτιση του κοινού.
Δεν είναι τυχαίο ότι πριν από το 1999, την εποχή του αυστηρού γλωσσικού περιορισμού, οι χώρες με μητρική γλώσσα τα αγγλικά, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο και ιδίως η Ιρλανδία με τις τρεις σερί νίκες της στα 90s, είχαν ένα άδικο για τους άλλους συγκριτικό πλεονέκτημα.

Το απέδειξε και η Σουηδία το 1974, όταν οι ΑΒΒΑ, εκμεταλλευόμενοι ένα προσωρινό «παράθυρο» χαλάρωσης των κανονισμών, τραγούδησαν το «Waterloo» στα αγγλικά και κατήγαγαν θρίαμβο.
Στον αντίποδα η γαλλική γλώσσα μοιάζει πλέον με μια σκονισμένη ανάμνηση. Με 15 νίκες συνολικά, αποτέλεσε το απόλυτο όχημα επιτυχίας κατά τις πρώτες δεκαετίες της διοργάνωσης. Η τελευταία νίκη γαλλόφωνου κομματιού καταγράφηκε το 1988 από τη Celine Dion για την Ελβετία.
Πάντως, το εκκρεμές της μουσικής βιομηχανίας δείχνει τα τελευταία χρόνια να επιστρέφει στην αυθεντικότητα της μητρικής γλώσσας. Οι νικητές της τελευταίας εικοσαετίας αποδεικνύουν πως η εθνική ταυτότητα μπορεί να μην είναι τροχοπέδη αλλά υπερόπλο.

Η Σερβία συγκλόνισε το 2007 με το σερβικό «Molitva» της Marija Šerifović, ο Salvador Sobral μάγεψε το 2017 με το πορτογαλικό «Amar Pelos Dois» ενώ οι Måneskin (2021) με τα ιταλικά τους και οι Kalush Orchestra (2022) με τα ουκρανικά τους απέδειξαν ότι δε χρειάζεται απαραιτήτως μεταφραστής για να στεφθείς νικητής.
Ποιο τραγούδι επικρατεί; Το φλύαρο ή το λακωνικό;
Η ανάλυση του στιχουργικού όγκου των νικητήριων τραγουδιών αποτελεί κι αυτή μια ενδεικτική ακτινογραφία για το πώς άλλαξε η ίδια η μουσική βιομηχανία, αλλά και η συγκέντρωση του σύγχρονου τηλεθεατή σε αυτό που ακούει.

Αν αναζητήσουμε το απόλυτο ρεκόρ λακωνικότητας ανάμεσα στους νικητές της Eurovision, θα πρέπει να ταξιδέψουμε στο 1995. Εκείνη τη χρονιά, οι Νορβηγοί Secret Garden κατέκτησαν την κορυφή με το «Nocturne», ένα κομμάτι που περιείχε μόλις 24 λέξεις.
Για δεκαετίες, τα νικητήρια τραγούδια κινούνταν σε έναν λογικό μέσο όρο στίχων. Στα χρόνια των μπαλαντών (50s-60s) άγγιζαν τις 100-150 λέξεις, δίνοντας χώρο σε μακρόσυρτες ερμηνείες.
Στην εποχή του απόλυτου euro-pop (όπως με το «My Number One» το 2005 ή το «Fairytale» το 2009), η ιδανική συνταγή του κουπλέ-ρεφρέν απαιτούσε περίπου 200 με 250 λέξεις.

H επέλαση της hip-hop, οι rap πινελιές και τα καταιγιστικά beats τα τελευταία χρόνια αναθεώρησαν ξανά τους κανόνες του παιχνιδιού, επιβάλλοντας στιχουργική πυκνότητα. Η αρχή της εποχής της αφθονίας διαφάνηκε το 2018 με το «Toy» της Netta (περίπου 350 λέξεις), το οποίο βασίστηκε σε συνεχόμενες ηχητικές επαναλήψεις και looping.
Όμως τα πραγματικά ρεκόρ γράφτηκαν τα επόμενα χρόνια. Το 2021 το ιταλικό πολυβόλο των Måneskin, το «Zitti e buoni» στρίμωξε πάνω από 410 λέξεις σε τρία λεπτά τραγουδιού.

Την αμέσως επόμενη χρονιά το ρεκόρ καταρρίφθηκε ξανά από τους Ουκρανούς Kalush Orchestra: το «Stefania» –το δημοφιλέστερο ιστορικά στη διαδικασία του televoting– φτάνει τις 430 λέξεις, με το ραπ του Oleh Psiuk να εκτελείται με τέτοια ταχύτητα ώστε ακόμα και οι ομοεθνείς του δυσκολεύτηκαν να καταλάβουν όσα άρθρωνε.
Μόνοι ή με παρέα στη σκηνή της Eurovision;
Λένε πως η σκηνή –ειδικά της Eurovision που χρόνο με το χρόνο γίνεται ολοένα και πιο φαραωνική σε διαστάσεις αγκαλιάζοντας νέες τεχνολογικές καινοτομίες– μπορεί να «καταπιεί» τον καλλιτέχνη.
Όμως, αν βάλουμε στο χαρτί τους νικητές, τα στατιστικά αποδεικνύουν πως ο διαγωνισμός παραμένει μια βαθιά προσωποκεντρική υπόθεση.

Το συντριπτικό 75% των καλλιτεχνών που έχουν σηκώσει το γυάλινο μικρόφωνο είναι σόλο ερμηνευτές. Η εξήγηση ίσως κρύβεται στην ίδια τη φύση της τηλεόρασης: ο φακός λατρεύει τα πρόσωπα και ο τηλεθεατής έχει την ανάγκη να ταυτιστεί με έναν κεντρικό ήρωα που του αφηγείται μια ιστορία.
Θυμηθείτε την Conchita Wurst, τον Duncan Laurence, το Nemo ή τον περσινό νικητή της Αυστρίας JJ.
Τα συγκροτήματα αντιπροσωπεύουν περίπου το 15% των νικών στα 70 χρόνια του θεσμού. Το απόλυτο και αξεπέραστο παράδειγμα είναι φυσικά, οι ABBA που το 1974 κατέκτησαν την κορυφή επειδή ακριβώς λειτούργησαν ως μια αδιαίρετη, λαμπερή ποπ μηχανή.

Σαρωτικοί ήταν και οι Φινλανδοί Lordi το 2006 στην Αθήνα, οι Ιταλοί Måneskin το 2021, ενώ οι Kalush Orchestra το 2022 απέδειξαν πώς ένα πολυμελές σχήμα μπορεί να παντρέψει τέλεια την παράδοση με το hip-hop.
Είναι η νίκη στη Eurovision ζήτημα φύλου;
Στη Eurovision η λεγόμενη μάχη των φύλων γέρνει εντυπωσιακά υπέρ των γυναικών. Αν απομονώσουμε τις 52 νίκες που έχουν επιτευχθεί από σόλο καλλιτέχνες (αφήνοντας εκτός τα ντουέτα και τα συγκροτήματα), οι αριθμοί δεν αφήνουν περιθώρια αμφισβήτησης: 39 φορές το γυάλινο μικρόφωνο κατέληξε σε γυναικεία χέρια και μόλις 12 σε ανδρικά.

Η τάση έγινε σαφής από την παρθενική χρονιά του διαγωνισμού το 1956 με τη νίκη της Lys Assia. Η Έλενα Παπαρίζου, η Loreen, η Sertab Erener, η Ruslana, η Carola, η Lena και βέβαια η Celine Dion είναι μόνο μερικές από τις θριαμβεύτριες στα 70 χρόνια του θεσμού.

Στον αντίποδα, η πορεία των ανδρών ως σόλο καλλιτεχνών προς τη νίκη αποδεικνύεται δύσκολη υπόθεση. Ο Ιρλανδός Johnny Logan παραμένει ο απόλυτος «Mr Eurovision» ως ο μοναδικός άνδρας ερμηνευτής με δύο νίκες.

Το δικό τους αποτύπωμα εννοείται πως άφησαν στο διαγωνισμό ο Alexander Rybak με τη Νορβηγία το 2009, o Salvador Sobral με την Πορτογαλία το 2017 και ο Ολλανδός Duncan Laurence το 2019.
Βεβαίως πλέον το ερώτημα «άνδρας ή γυναίκα» φαντάζει παρωχημένο για έναν θεσμό που λειτουργεί ως πλατφόρμα συμπερίληψης και αποδόμησης των στερεοτύπων.

Το 1998, το Ισραήλ έσπασε μια γυάλινη οροφή στέλνοντας στη Eurovision την Dana International, η οποία έγινε η πρώτη τρανς γυναίκα που σήκωσε το τρόπαιο με το τραγούδι «Diva». Το 2014, η Conchita Wurst (drag persona του Αυστριακού καλλιτέχνη Thomas Neuwirth) κατέρριψε τα αισθητικά όρια προβάλλοντας εκκωφαντικά τη ρευστότητα του φύλου.
Μια δεκαετία μετά ο διαγωνισμός γύρισε οριστικά σελίδα, υπερβαίνοντας το δίπολο των φύλων. Η νίκη του Nemo για την Ελβετία δεν ήταν απλώς ένας μουσικός θρίαμβος αλλά μια στιγμή-ορόσημο, καθώς ο καλλιτέχνης έγινε το πρώτο non-binary (μη δυαδικό) άτομο που πάτησε κορυφή.
Η Eurovision δεν αντικατοπτρίζει απλώς την κοινωνία — συχνά τη σπρώχνει μπροστά.

Τελικά, όμως, ποιος κερδίζει στη Eurovision; Όχι απαραίτητα το καλύτερο τραγούδι. Ούτε ο πιο δημοφιλής καλλιτέχνης.
Κερδίζει εκείνος που πετυχαίνει την τέλεια ισορροπία: ανάμεσα στο οικείο και το διαφορετικό, στο προσωπικό και το καθολικό, στο θέαμα και το συναίσθημα.
Σε έναν διαγωνισμό όπου τίποτα δεν είναι απόλυτο, η νίκη δεν είναι συνταγή — είναι συγκυρία.













