Οι διάδρομοι του Metropolitan Expo ήταν φορτισμένοι με εκείνη τη γνώριμη, βαριά οσμή που συνοδεύει πάντα τις μεγάλες κομματικές συνάξεις, ένα κράμα προσδοκιών, συσσωρευμένων αναμνήσεων και έντονου παρασκηνίου. Πίσω όμως από τα λαμπερά φώτα και τις επιβλητικές οθόνες, ο πολιτικός σφυγμός αυτού του τριήμερου 16ου Τακτικού Συνεδρίου της Νέας Δημοκρατίας χτυπούσε στον δικό του ρυθμό, τελείως διαφορετικό από ό,τι έδειχνε η επιφάνεια.
Η μετάβαση της ΝΔ με υπογραφή Μητσοτάκη
Κάτω από το επίσημο σύνθημα «Μαζί για την Ελλάδα του 2030», η τριήμερη συνάντηση επισφράγισε μια βαθιά εσωτερική αλλαγή, με την παράταξη να επικυρώνει τη μετάβασή της σε μια εποχή που φέρει πλέον το απόλυτα προσωπικό στίγμα του Κυριάκου Μητσοτάκη. Κάτι που και ο ίδιος σημείωσε, λέγοντας ότι «μαζί με την Ελλάδα, αλλάξαμε και το κόμμα μας», για να προσθέσει λίγο αργότερα ότι «καταφέραμε το κόμμα να το μετατρέψουμε ξανά σε μια παράταξη, ένα ευρύ ρεύμα προόδου».
Συμπληρώνοντας δέκα χρόνια στην ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανέβηκε στο βήμα για την εναρκτήρια ομιλία του στην πιο ζόρικη στιγμή της θητείας του. Η ακρίβεια που επιμένει και παραμένει σταθερά το πρώτο πρόβλημα των πολιτών, όσο κι αν κανείς εκφράζει τη λύπη ή τον θυμό του γι’ αυτήν, οι ανοιχτές υποθέσεις που σχετίζονται με την ποιότητα του κράτους δικαίου, καθώς και τα εσωκομματικά μέτωπα, στερούν από το Μαξίμου εκείνη την ανέμελη διάθεση των προηγούμενων ετών.
Οι δύο απόντες και το κενό στη συναισθηματική βάση
Οι απουσίες αλλά και οι διεκπεραιωτικές, όπως φάνηκε, παρουσίες στην πρώτη σειρά των καθισμάτων αποτύπωναν το νέο πρόσωπο της παράταξης. Για πρώτη φορά στην ιστορία της παράταξης, οι δύο πρώην πρωθυπουργοί επέλεξαν την απουσία, αφήνοντας τον πρόεδρο της οργανωτικής επιτροπής, Θεόδωρο Ρουσόπουλο, να κηρύξει την έναρξη των εργασιών μέσα σε ένα κλίμα αμηχανίας. Από την πλευρά του, ο ίδιος επιχείρησε να ρίξει τις πρώτες γέφυρες προς την πλευρά των απόντων. Στην εναρκτήρια ομιλία του φρόντισε να ξεχωρίσει τον Κώστα Καραμανλή «της εθνικής αυτοπεποίθησης» και τον Αντώνη Σαμαρά «της σταθερότητας σε δύσκολους καιρούς», καταλήγοντας ότι ένα κοινό νήμα διαπερνά την ιστορία της παράταξης, αυτό της ευθύνης απέναντι στη χώρα.
Και αν η ιδεολογική και ψυχική απόσταση του Αντώνη Σαμαρά ήταν αναμενόμενη, αφού η ίδρυση νέου κόμματος στα δεξιά συγκεντρώνει πλέον όλο και περισσότερες πιθανότητες, η άδεια καρέκλα του Κώστα Καραμανλή άφησε ένα δυσαναπλήρωτο κενό στη συναισθηματική βάση του κόμματος. Ο πρώην πρωθυπουργός που κουβαλάει βαριά κληρονομιά και συμβολισμούς δεκαετιών επέλεξε την αποχή από τις εργασίες του συνεδρίου, φέρνοντας έτσι στο προσκήνιο τις σοβαρές ενστάσεις που έχει διατυπώσει κατά καιρούς για κρίσιμους κυβερνητικούς χειρισμούς. Από το μέτωπο των υποκλοπών με τις «σκιές ιοβόλες για τη δημοκρατική ομαλότητα» μέχρι την «αδιαφανή και πελατειακή διαχείριση των αγροτικών επιδοτήσεων», οι αποστάσεις ήταν ήδη δεδομένες.
Το κλίμα είχε μπαρουτιαστεί ακόμη περισσότερο όταν, ελάχιστα εικοσιτετράωρα πριν από το συνέδριο, υπενθύμισε ότι επί των δικών του ημερών η εξωτερική πολιτική της χώρας ήταν «πολυδιάστατη», μια αποστροφή που ερμηνεύτηκε ευρέως ως αιχμή για απόλυτη πρόσδεση της Αθήνας στο αμερικανικό άρμα. Με την αποχή του από το Metropolitan Expo, την ώρα που η παράταξη ζεσταίνει τις μηχανές της για την εκλογική μάχη και επιδιώκει μια καθολική εικόνα συσπείρωσης, ο πρώην πρωθυπουργός αρνήθηκε να προσφέρει την πολιτική του έγκριση και να νομιμοποιήσει με την παρουσία του τις επιλογές του Κυριάκου Μητσοτάκη. «Σε διαφορετική περίπτωση, θα έπρεπε να μιλήσει, και όπως έχουν εξελιχθεί τα πράγματα ούτε η Νέα Δημοκρατία το ήθελε αυτό αλλά ούτε και εκείνος», παρατήρησε χαρακτηριστικά σύνεδρος σε συζήτηση που είχε.
Ένα μπαράζ ενότητας απέναντι στον φόβο της κίνησης Σαμαρά
Παρά τις προσπάθειες του Μεγάρου Μαξίμου να υποβαθμίσει την απουσία των δύο πρώην πρωθυπουργών, το κλίμα είχε ήδη φορτιστεί από μια σειρά προσυνεδριακών αναταράξεων. Η παραίτηση της Ιωάννας Γκελεστάθη, με τις αιχμές για «πολιτικό, αξιακό και ψυχικό ρήγμα» με την ηγεσία, σε συνδυασμό με την κοινή επιστολή δέκα πρώην υπουργών και βουλευτών που διαπίστωναν «απώλεια της ψυχής της παράταξης», ερμηνεύτηκαν ως προαναγγελία στήριξης στα επόμενα βήματα του Αντώνη Σαμαρά.
Αυτή ακριβώς την εσωκομματική αιμορραγία επιχείρησαν να αναχαιτίσουν από το βήμα κορυφαία στελέχη και δελφίνοι της επόμενης μέρας. Υπεραμύνθηκαν της κεντροδεξιάς διεύρυνσης του Κυριάκου Μητσοτάκη, αλλά ταυτόχρονα επιδόθηκαν σε ένα μπαράζ καθησυχαστικών μηνυμάτων προς την παραδοσιακή βάση. Η στρατηγική ήταν διπλή: ονομαστικές αναφορές με θετικό πρόσημο στη θητεία του Κώστα Καραμανλή και εγκώμια για τη διακυβέρνηση Σαμαρά, με σαφή στόχο να αποτραπεί η δημιουργία ενός νέου δεξιού σχηματισμού. «Σε αυτή τη συγκυρία, απλά δεν μας παίρνει για απώλειες», παρατηρούσε χαρακτηριστικά έμπειρος κοινοβουλευτικός.
Το προσκλητήριο ενότητας εκπέμφθηκε με κάθε επίσημο τρόπο. Ο Κωστής Χατζηδάκης υπογράμμισε ότι «δεν υπάρχει χώρος για μικροεγωισμούς», θυμίζοντας ότι το προσωπικό «εγώ» έχει κοστίσει ακριβά στο παρελθόν, ενώ ο Άδωνις Γεωργιάδης έστειλε σήμα επιστροφής λέγοντας ότι «πρέπει όλοι να γυρίσουν πίσω».
Στην ίδια γραμμή, ο Κυριάκος Πιερρακάκης σημείωσε ότι η παράταξη «δεν ενδιαφέρεται για εσωκομματικούς ψιθύρους, ναρκισσισμούς και μικρούς εγωισμούς», με τον Παύλο Μαρινάκη να συμπληρώνει ότι «η Νέα Δημοκρατία μας έχει μάθει να βάζουμε το εμείς πάνω από το εγώ».
Από την πλευρά του, ο Γιώργος Φλωρίδης επεσήμανε ότι «οι μεγάλες παρατάξεις έχουν τουλάχιστον δύο ψυχές, τη λαϊκή και τη φιλελεύθερη», ενώ το στίγμα των δυνητικών συνεπειών έδωσε ο Τάκης Θεοδωρικάκος, προειδοποιώντας ότι «κανένα πρόβλημα δεν λύνεται με την απουσία, ούτε, ακόμη χειρότερα, με τα πολιτικά διαζύγια, τα οποία δεν πήγαν ποτέ καλά σε αυτή την παράταξη».
Στο κάδρο των τοποθετήσεων προστέθηκε και ο υπουργός Εξωτερικών, Γιώργος Γεραπετρίτης, τονίζοντας ότι «ο υπεύθυνος πατριωτισμός είναι η ψυχή αυτής της παράταξης».
Από την πλευρά του, ο γραμματέας της Πολιτικής Επιτροπής, Στέλιος Κονταδάκης, δήλωσε ότι «η Νέα Δημοκρατία είναι η ψυχή της Ελλάδας». Ακόμη και ο Άκης Σκέρτσος επιστράτευσε στην ομιλία του τη συγκεκριμένη ορολογία, κάνοντας επί λέξει αναφορά στην «ψυχή της Νέας Δημοκρατίας», μια αποστροφή που προκάλεσε εμφανή αμηχανία, με «γαλάζιο» βουλευτή να επισημαίνει χαρακτηριστικά: «αφού άρχισε να μιλάει και ο Σκέρτσος για την ψυχή της παράταξης, μάλλον το τερματίσαμε».
Πριν ο πρωθυπουργός ρίξει την αυλαία του συνεδρίου, ο Θοδωρής Ρουσόπουλος έδωσε τον δικό του, εμφατικό επίλογο, φωτίζοντας το κλίμα και τις εσωτερικές αναζητήσεις του τριημέρου. «Ζητώ τώρα να τελειώσει η ενδοσκόπηση. Όλοι παρόντες και απόντες έχουν προσφέρει στην παράταξη. Όσοι συνεχίζουν τη μάχη ας κοιτάξουν μπροστά και ας δώσουν το χέρι ο ένας στον άλλον, αλλιώς η φανέλα στην οποία τόσοι αναφέρθηκαν θα γίνει πουκάμισο αδειανό» ανέφερε χαρακτηριστικά.
Σε μια ευθεία προσπάθεια να ανακόψει κάθε τάση εσωστρέφειας και να στείλει μήνυμα ενότητας, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έκλεισε τις εργασίες του συνεδρίου λέγοντας: «την ιστορία τη γράφουν μόνον οι παρόντες και μόνο οι συμμετέχοντες στους αγώνες».
Οι ιδεολογικοί θεματοφύλακες της παράταξης
Η αναζήτηση της ιδεολογικής πυξίδας, πάντως, δεν είχε ενιαία κατεύθυνση. Ο Βασίλης Κικίλιας, ο οποίος δεν κρύβει τις αρχηγικές του φιλοδοξίες, προτίμησε να μιλήσει στην καρδιά της παραδοσιακής βάσης. Αφιέρωσε το μεγαλύτερο μέρος της ομιλίας του στην ανάγκη διαφύλαξης των αρχών του κόμματος, σε μια αποστροφή που ερμηνεύτηκε ως επίκριση για τις τρέχουσες επιλογές της ηγεσίας: «Η ταυτότητα της παράταξής μας δεν μπορεί και δεν πρέπει να αλλοιωθεί από κανέναν. Η ταυτότητά μας είναι το θεμέλιο του πολιτικού μας οικοδομήματος, είναι η ίδια μας η πολιτική ψυχή. Είμαστε μια παράταξη εθνική και πατριωτική, δημοκρατική και φιλελεύθερη, μα πάνω απ’ όλα λαϊκή».
Το δικό του, απόλυτα αυτόνομο στίγμα επέλεξε να δώσει ο Νίκος Δένδιας. Με μια εμφάνιση γεμάτη μηνύματα, που ξεκίνησε με καρφιά ακόμη και για τη μεσημεριανή ώρα της ομιλίας του, ξεδίπλωσε το δικό του «υπόδειγμα διακυβέρνησης του 2030». Ο υπουργός Άμυνας έβαλε ανοιχτά κατά των «περίκλειστων καγκελαριών των τεχνοκρατών» και των «μισθοφόρων της εξουσίας», ενώ προειδοποίησε για τον κίνδυνο του «κυβερνητικού ιδρυματισμού», σπεύδοντας να υπερασπιστεί τους βουλευτές, καθώς, όπως δήλωσε χαρακτηριστικά, «χάρη σε αυτούς είμαστε υπουργοί».
Παράλληλα, χτύπησε ξανά καμπανάκι για τα δημοσκοπικά ευρήματα, τονίζοντας ότι η απόσταση από τα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν πρέπει να προκαλεί εφησυχασμό. Δεν παρέλειψε μάλιστα να στείλει σήμα προς τη δεξιά πτέρυγα, κάνοντας ειδική αναφορά στον Αντώνη Σαμαρά και υπενθυμίζοντας ότι επί των ημερών του η Χρυσή Αυγή οδηγήθηκε «εκεί που ανήκει».
Η παρέμβαση αυτή, που από πολλούς βαφτίστηκε «μανιφέστο» επιστροφής στις ρίζες, κυριάρχησε στις συζητήσεις της δεύτερης ημέρας του συνεδρίου. «Βιάζεται πολύ», σχολίαζε έμπειρο κυβερνητικό στέλεχος και άσπονδος φίλος του, συμπληρώνοντας: «Ακόμη και με διπλάσια ποσοστά να μας χωρίζουν από την αντιπολίτευση, ο Δένδιας πάλι δεν είναι ευχαριστημένος. Αν θες να αμφισβητήσεις, ακόμη και τον γάιδαρο τον κάνεις να πετάει».
Ψίθυροι και κομματικές εξομολογήσεις στο παρασκήνιο
Στα πηγαδάκια που στήθηκαν έξω από την κεντρική αίθουσα καθ’ όλη τη διάρκεια των ημερών, με τον καφέ και τα τσιγάρα να συνοδεύουν τις πιο ειλικρινείς κομματικές εξομολογήσεις, αναδύθηκε ένα μωσαϊκό από αντίρροπες τάσεις.
Σε μια μεγάλη ομήγυρη, ένας βετεράνος της τοπικής αυτοδιοίκησης από τη Βόρεια Ελλάδα, περιστοιχισμένος από στελέχη της παλιάς φρουράς, δεν έκρυβε την πικρία του: «Το κόμμα ήταν πάντα παραδοσιακό, είχε αρχές, είχε ρίζες στη λαϊκή βάση. Ούτε νομοσχέδια για τα ομόφυλα ζευγάρια θα περνούσαν ποτέ με τις παλιές ηγεσίες, ούτε αυτή η ιδεολογική χαλάρωση θα γινόταν ανεκτή». Δίπλα του, ένας νεότερος σύνεδρος, σήκωσε αμέσως το γάντι: «Όλα αυτά καλά ακούγονται, αλλά να μην ξεχνάμε την πραγματικότητα: επί Μητσοτάκη το κόμμα έφτασε στο 41%. Αυτό μας κρατάει στην εξουσία, η διεύρυνση και το άνοιγμα προς το κέντρο».
Λίγα μέτρα πιο πέρα, κοντά στα σταντ των εγγραφών, η συζήτηση είχε ανάψει για την αποχή του Κώστα Καραμανλή, με την κριτική να στρέφεται τόσο προς τον πρώην πρωθυπουργό όσο και προς το ίδιο το Μαξίμου.
«Η ηγετική ομάδα, με τις επιλογές και τη στρατηγική της, ουσιαστικά ανάγκασε τον πρώην πρωθυπουργό να μην έρθει», παρατηρούσε με νόημα ένα στέλεχος, επιρρίπτοντας την ευθύνη για το ρήγμα απευθείας στην κυβερνητική πλευρά. «Εντάξει, οι διαφωνίες του είναι γνωστές για την εξωτερική πολιτική. Αλλά το να μην έρχεσαι την ώρα που η παράταξη μπαίνει στην εκλογική μάχη, πληγώνει τον κόσμο που σε πίστεψε».
«Η παράταξη είναι πάνω από πρόσωπα και πικρίες», σχολίαζε την ίδια στιγμή μια κυρία, μέλος της Πολιτικής Επιτροπής, που το έλεγε με περηφάνια και στεντόρεια φωνή. «Μα ακριβώς επειδή είναι ο Καραμανλής δεν μπορούσε να έρθει απλώς για να χειροκροτήσει», ήταν η άμεση απάντηση που της επεφύλασσε ο συνομιλητής της.
Το πιο βαρύ σκηνικό διαμορφωνόταν στις γωνίες των έμπειρων κομματαρχών, με το όνομα του Αντώνη Σαμαρά να κυριαρχεί και να προκαλεί εμφανή νευρικότητα.
«Αν οι πληροφορίες για το νέο κόμμα στα δεξιά μας επιβεβαιωθούν και πάρουν σάρκα και οστά, δεν μιλάμε απλώς για μια εσωκομματική γκρίνια, αλλά για κανονική ρωγμή», έλεγε γαλάζιος περιφερειάρχης σε μια ομάδα βουλευτών. «Μα μια τέτοια κίνηση θα τραυματίσει τη συνοχή της βάσης εκεί ακριβώς που πονάμε, στη δεξιά μας πτέρυγα. Αν ανοίξει αυτό το μέτωπο, η συσπείρωση που ψάχνουμε για τις κάλπες θα γίνει γρίφος για δυνατούς λύτες». «Ο Σαμαράς δεν μπλοφάρει, το ξέρετε καλά», συμπλήρωσε ένας από τους συνομιλητές του, με τη συζήτηση να γυρνάει στις προβλέψεις για το Final Four της Euroleague.
Η περίπτωση του Γρηγόρη Δημητριάδη
Από τις συνεδριακές συζητήσεις δεν θα μπορούσε να λείπει και ο Γρηγόρης Δημητριάδης, ο οποίος το τελευταίο διάστημα πραγματοποιεί συνεχείς περιοδείες ανά τη χώρα, διατηρώντας μια υπολογίσιμη επιρροή στο εσωτερικό του κόμματος. Η συνέντευξή του για τις υποκλοπές, όπου υποστήριξε ανοιχτά ότι «τα πήρε όλα πάνω του» για να προστατεύσει την παράταξη, είχε προκαλέσει έντονο ενδιαφέρον για το «προειδοποιητικό» της ύφος προς το Μέγαρο Μαξίμου, ενοχλώντας προσωπικά τον πρωθυπουργό.
«Η παρέμβαση αυτή δεν έγινε τυχαία λίγο πριν από το συνέδριο» σχολίαζε στέλεχος της κομματικής οργάνωσης, συμπληρώνοντας πως «ήθελε να δείξει ότι διατηρεί ισχυρά ερείσματα στον κομματικό μηχανισμό, όσες αποστάσεις κι αν κρατάει πλέον η επίσημη ηγεσία, καθώς ο Γρηγόρης έχει ακόμη ανοιχτό κανάλι με τη βάση και, κυρίως, με την ΟΝΝΕΔ».
«Το Μαξίμου ενοχλήθηκε» συμπλήρωσε ένας από τους συνομιλητές, επισημαίνοντας πως «αν ήθελε να τους εκνευρίσει, τα κατάφερε». «Όταν ένας άνθρωπος που γνωρίζει πρόσωπα και καταστάσεις στο παρασκήνιο επιλέγει να μιλήσει με τέτοιο τρόπο, στέλνει μήνυμα ότι η επιρροή του παραμένει υπολογίσιμη και δεν μπορεί να διαγραφεί μονοκονδυλιά» κατέληξε, με την παρέα να συμφωνεί πως η συγκεκριμένη υπόθεση έχει πολλές ουρές και κανείς δεν ξέρει πώς θα καταλήξει.
Το αντι-ΣΥΡΙΖΑ restart και η στρατηγική της σύγκρισης
Ο δρόμος προς τις κάλπες του 2027 θα περάσει μέσα από το κυβερνητικό αφήγημα «το είπαμε, το κάναμε», αλλά και από έναν «φωτογραφημένο» αντίπαλο. Το Μέγαρο Μαξίμου δείχνει να επιλέγει ως βασικό του συνομιλητή τον Αλέξη Τσίπρα, με τον Κυριάκο Μητσοτάκη να δίνει το σύνθημα ήδη από το εναρκτήριο μήνυμά του, στεκόμενος στη δήλωση του πρώην πρωθυπουργού για το κλείσιμο των τραπεζών. Στην καταληκτική του ομιλία, ο πρωθυπουργός επανήλθε με αναφορές σε «πλατείες» και «εξώστες», πιστοποιώντας ότι, παρά το γεγονός ότι ο πρώην πρωθυπουργός δεν έχει ανακοινώσει επίσημα το κόμμα του, η Νέα Δημοκρατία επιζητά αυτή τη μετωπική σύγκρουση.
Σε αυτή τη γραμμή κινήθηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια του τριημέρου κορυφαία στελέχη και υπουργοί, συντηρώντας τα ανακλαστικά ενός αντι-ΣΥΡΙΖΑ μετώπου που εκτιμούν ότι τους ευνοεί.
Ο γραμματέας της Κοινοβουλευτικής Ομάδας, Μάξιμος Χαρακόπουλος, έδωσε το στίγμα αναφέροντας ότι η παράταξη βρίσκεται απέναντι σε όσους «εμφανίζονται με το φωτοστέφανο του Μεσσία, θεωρώντας ότι απευθύνονται σε λωτοφάγους».
Την ίδια ώρα, κορυφαία κυβερνητικά στελέχη, ανάμεσά τους και ο αντιπρόεδρος Κωστής Χατζηδάκης, «στοιχημάτιζαν» ανοιχτά στις δημόσιες τοποθετήσεις τους για τη μάχη της δεύτερης θέσης και τη δυναμική της επιστροφής Τσίπρα. Η τροπή αυτή, πάντως, ανάγκασε τον Κυριάκο Μητσοτάκη να επιχειρήσει έναν ελιγμό στην αυλαία των εργασιών, θέλοντας να υποβαθμίσει τη συζήτηση με τη χαρακτηριστική αποστροφή ότι την κυβέρνηση δεν την αφορά το ποιος θα τερματίσει δεύτερος ή τρίτος.
Η γκρίνια των συνέδρων
Η γκρίνια και οι προβληματισμοί των συνέδρων για τις αρρυθμίες της κυβερνητικής πολιτικής δεν θα μπορούσαν να λείπουν από το τριήμερο. Άνθρωποι που ταξίδεψαν από όλα τα μέρη της Ελλάδας για να δώσουν το «παρών» και ανέβηκαν στο βήμα δεν θέλησαν να σταθούν μόνο στις επιτυχίες, αποφεύγοντας μια βολική εικόνα όπου όλα είναι καλώς καμωμένα. Αντίθετα, επέλεξαν να εκφράσουν ανοιχτά τις ανησυχίες τους ενώπιον του κομματικού ακροατηρίου, επισημαίνοντας τις δυσλειτουργίες που έχουν εντοπίσει και στέλνοντας μηνύματα προς την ηγεσία.
Μεταξύ αυτών η Χριστίνα Φούντζουλα, η οποία πολιτεύεται στην Αιτωλοακαρνανία, μίλησε για τις έντονες ανισότητες που βιώνει η ελληνική επαρχία. «Είμαι από έναν νομό με τεράστιες δυνατότητες, με φυσικό πλούτο, στρατηγική γεωγραφική θέση. Κι όμως, όπως συμβαίνει σε πολλές περιοχές της ελληνικής περιφέρειας, οι δυνατότητες αυτές δεν έχουν μετατραπεί στον βαθμό που πρέπει σε ανάπτυξη, επενδύσεις και ευκαιρίες για τους νέους ανθρώπους» ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η ίδια έθεσε το ζήτημα στην πραγματική του βάση, χτυπώντας το καμπανάκι για το αναπτυξιακό μοντέλο της χώρας. «Αυτό είναι σήμερα το μεγάλο εθνικό στοίχημα. Η ισχύς της οικονομίας μας θα κριθεί από το αν θα μπορέσουμε να πετύχουμε ουσιαστική περιφερειακή ανάπτυξη και πραγματική σύγκλιση ανάμεσα στις περιοχές της χώρας. Δεν μπορεί και δεν πρέπει η Ελλάδα να αναπτύσσεται με δύο ταχύτητες, δεν μπορεί το κέντρο να προχωρά και η περιφέρεια να αισθάνεται ότι ακολουθεί με καθυστέρηση, τη στιγμή που η περιφέρεια παράγει αγροτικά προϊόντα, ενέργεια, εξαγωγές, στηρίζει τον τουρισμό, τη μεταποίηση και την κοινωνική συνοχή της χώρας».
Σε ένα εξίσου «καυτό» μέτωπο, αυτό της νόμιμης μετανάστευσης και των γραφειοκρατικών αγκυλώσεων, αναφέρθηκε το μέλος της Πολιτικής Επιτροπής της Νέας Δημοκρατίας, Άγγελος Αθανασόπουλος. «Στο πρόγραμμα για το 2030 θα πρέπει να μπει μια ριζική και μεγάλη μεταρρύθμιση για τη νόμιμη μετανάστευση» επεσήμανε, δείχνοντας την καθυστέρηση των αντανακλαστικών του κρατικού μηχανισμού μπροστά στις πιεστικές ανάγκες της αγοράς.
«Το Υπουργείο Εργασίας και το Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου κατακλύζονται από επιστολές από όλους σχεδόν τους επαγγελματικούς φορείς για σοβαρές ελλείψεις εργατικού δυναμικού. Οι τομείς με τις μεγαλύτερες ελλείψεις είναι ο τουρισμός, η γεωργία, οι κατασκευές και τα τεχνικά επαγγέλματα, ενώ στην επαρχία οι ελλείψεις αυτές είναι ακόμη πιο εμφανείς. Ακόμη, οι καθυστερήσεις στην έκδοση αδειών διαμονής ή στην ανανέωσή τους αυξάνουν το μέγεθος του προβλήματος, ενώ έχει αποδειχθεί πως και οι μετακλήσεις είναι μια διαδικασία αρκετά χρονοβόρα» κατέληξε, αποτυπώνοντας την πίεση που δέχεται η πραγματική οικονομία.





