Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Όταν οι προβολείς άναψαν στο Metropolitan Expo για την πρώτη μέρα του 16ου Τακτικού Συνεδρίου της Νέας Δημοκρατίας, φάνηκε καθαρά ότι η παράταξη προσέρχεται στην κορυφαία της διαδικασία υπό το βάρος μιας έκδηλης πολιτικής πίεσης. Ήταν μια εκκίνηση σε μια δύσκολη στροφή του πολιτικού χρόνου, όπου τα ανοιχτά μέτωπα και η συσσωρευμένη εσωστρέφεια δοκιμάζουν χωρίς αμφιβολία τις αντοχές και τα ανακλαστικά του κυβερνητικού στρατοπέδου.

Ήδη από τις πρώτες ώρες, στους διαδρόμους και στα περίπτερα του συνεδριακού κέντρου, η γενική εικόνα απείχε αισθητά από τον γνώριμο, ενθουσιώδη παλμό περασμένων ετών. Η προσέλευση μπορεί να ήταν μαζική, όμως οι συζητήσεις γύρω από τα stand και τα κομματικά περίπτερα γίνονταν σε χαμηλούς τόνους, με τα στελέχη της βάσης να εμφανίζονται περισσότερο σκεπτικά παρά εκδηλωτικά.

Η εσωκομματική «γκρίνια», οι άδειες καρέκλες

Πολλοί έμπειροι σύνεδροι δεν έκρυβαν στις κατ’ ιδίαν συζητήσεις τους μια διάχυτη εσωκομματική γκρίνια. Η κόπωση της κυβερνητικής θητείας, οι προβληματισμοί για τη στρατηγική του κόμματος και οι συζητήσεις για τις ισορροπίες της επόμενης μέρας κυριαρχούσαν στα πηγαδάκια, δίνοντας έναν σαφώς πιο μαγκωμένο τόνο στη συνεδριακή διαδικασία.

Η εικόνα της πρώτης σειράς των καθισμάτων έδινε αμέσως το στίγμα της νέας πραγματικότητας, αφού η απουσία των δύο πρώην πρωθυπουργών, Κώστα Καραμανλή και Αντώνη Σαμαρά, έγινε το πρώτο θέμα συζήτησης στο παρασκήνιο.

Η περίπτωση του Κώστα Καραμανλή, σε συνδυασμό με την αναμενόμενη –μετά τη διαγραφή του– απουσία του Αντώνη Σαμαρά, εξακολουθούσε σε κάθε περίπτωση να πληγώνει και να στενοχωρεί ένα παραδοσιακό, «γαλάζιο» ακροατήριο που είναι συναισθηματικά δεμένο με την ιστορική διαδρομή της παράταξης.

Αυτές οι απουσίες έφεραν μοιραία στην επιφάνεια τη συζήτηση για τα εσωτερικά ρήγματα και τις φυγόκεντρες τάσεις που εκδηλώνονται στο κυβερνητικό στρατόπεδο, σε μια συγκυρία όπου η κινητικότητα είναι μεγάλη και νέα σχήματα κάνουν ήδη την εμφάνισή τους. Από τη μία πλευρά, η επίσημη παρουσίαση του κόμματος της Μαρίας Καρυστιανού στις 21 Μαΐου στη Θεσσαλονίκη πλησιάζει, ενώ την ίδια στιγμή και ο Αντώνης Σαμαράς δείχνει να επισπεύδει τις δικές του πολιτικές κινήσεις, διεκδικώντας μερίδιο από την παραδοσιακή βάση της Νέας Δημοκρατίας.

Το βαρύ αυτό κλίμα, πάντως, μετρίαζε η εμφανώς πιο χαλαρή διάθεση φίλων και στελεχών της παράταξης, οι οποίοι πλησίαζαν διαρκώς τον Βασίλη Σπανάκη και τον Γιώργο Στύλιο. Το κοινό ερώτημα που τους απηύθυναν αφορούσε το ποιος από τους δύο θα αναλάβει τελικά τη θέση του νέου Γραμματέα της Νέας Δημοκρατίας, καθώς τα ονόματά τους φιγουράρουν ως τα επικρατέστερα για τη διαδοχή, με τους δύο να αντιμετωπίζουν το στενό «μαρκάρισμα» με χαμόγελα, συζητώντας παράλληλα σε πολύ καλό κλίμα μεταξύ τους.

Ένα ενωτικό φλας-μπακ στη «γαλάζια» ιστορία

Σε αυτή ακριβώς τη λεπτή ισορροπία του εύθραυστου εσωκομματικού σκηνικού κινήθηκε η εναρκτήρια παρέμβαση του προέδρου της Οργανωτικής Επιτροπής. Ο Θεόδωρος Ρουσόπουλος, αναλαμβάνοντας να κηρύξει την έναρξη των εργασιών, επιχείρησε να γεφυρώσει τις αποστάσεις, τονίζοντας στους συνέδρους ότι στην πολιτική η σύγκριση με το παρελθόν έχει βαρύνουσα σημασία.

Ξεδιπλώνοντας ένα συνεχές ιστορικό νήμα, ο κ. Ρουσόπουλος χαρτογράφησε τη διαδοχική προσφορά των αρχηγών του κόμματος, ξεκινώντας από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή που κάλεσε την παράταξη να «σταθεί πέρα και πάνω από παραπλανητικές ετικέτες», και περνώντας στον Γιώργο Ράλλη της «δημοκρατικής μετριοπάθειας», στον Ευάγγελο Αβέρωφ της «ενότητας» και στον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη της «realpolitik».

Ακολούθησε η αναφορά στον Μιλτιάδη Έβερτ του «κοινωνικού φιλελευθερισμού» και στον Κώστα Καραμανλή της «εθνικής αυτοπεποίθησης», όμως η προσοχή στράφηκε αναπόφευκτα όταν έφτασε η αναφορά στη διακυβέρνηση του Αντώνη Σαμαρά και στη «σταθερότητα που προσέφερε σε δύσκολους καιρούς», προτού ο κ. Ρουσόπουλος καταλήξει στον Κυριάκο Μητσοτάκη και στην «επαναφορά της χώρας στη σύγχρονη ευρωπαϊκή πραγματικότητα».

Το πρωθυπουργικό αντίδοτο στη «μουρμούρα» των διαδρόμων

Με την άνοδό του στο βήμα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επέλεξε να απαντήσει στο υποτονικό κλίμα και να διαλύσει τη «μουρμούρα» των διαδρόμων, επιστρατεύοντας υψηλούς τόνους και μια επιθετική, ξεκάθαρα προεκλογική στρατηγική που έθεσε ως επίσημο ορίζοντα τις κάλπες του 2027. Ήταν μια συνειδητή προσπάθεια να μετατραπεί ο προβληματισμός των στελεχών σε προεκλογική ετοιμότητα.

Ο Πρωθυπουργός χρησιμοποίησε την «ανεπανάληπτη υποδοχή» των συνέδρων ως το πρώτο του πολιτικό αντίδοτο, δηλώνοντας πως «είμαστε αποφασισμένοι να πάμε μαζί για την Ελλάδα του 2030» και χαρακτηρίζοντας το θερμό καλωσόρισμα ως «την καλύτερη απάντηση σε όσους μας θέλουν δήθεν πληγωμένους και την πιο τρανή απόδειξη του παλμού αυτής της παράταξης που γεννήθηκε από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή για να υπηρετεί την πατρίδα».

Καθώς ξεδιπλωνόταν η ομιλία του, το σκηνικό στην αίθουσα άρχισε να αλλάζει, με το ακροατήριο να ανταποκρίνεται στο πιεστικό ερώτημα που έθεσε ο Πρωθυπουργός για το «γιατί διεκδικούμε μια τρίτη τετραετία».

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ξεκαθάρισε ότι για να απαντηθεί αυτό το ερώτημα «πρέπει να θυμηθούμε πρώτα πού ήμασταν, πού είμαστε, πού πάμε. Να θυμηθούμε τις επιτυχίες μας, να αναγνωρίσουμε τα λάθη μας». Μάλιστα, κάλεσε το κόμμα σε μια νέα εθνική αποστολή, ζητώντας από τον μηχανισμό «να βρεθεί παντού, συνομιλώντας με όλες τις ηλικίες και όλα τα επαγγέλματα. Να δει, να ακούσει, να απαντήσει. Να γίνει ο σύνδεσμος της κυβέρνησης με τον πολίτη, του πολίτη με την κυβέρνηση».

Η ρευστότητα του πολιτικού χάρτη και η εμφάνιση νέων κομμάτων έγιναν το υλικό πάνω στο οποίο ο Πρωθυπουργός οικοδόμησε το επιχείρημα της κυβερνητικής ανθεκτικότητας. Ανακαλώντας τη «Συμφωνία Αλήθειας» που πρότεινε για πρώτη φορά το 2016, υπενθύμισε τις εικόνες της οικονομικής κρίσης πριν από μια δεκαετία, με την ανεργία στο 25% και την κοινωνία «τυλιγμένη στο γκρίζο σύννεφο της διεθνούς περιφρόνησης».

Όπως σημείωσε, παρά την αρχική καχυποψία, η χώρα πέτυχε την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας και την υποχώρηση της ανεργίας στο 8%, με τον κατώτατο μισθό να οδεύει προς τα 950 ευρώ το 2027 και τον μέσο μισθό στα 1.500 ευρώ. Αναγνώρισε, ωστόσο, το βάρος της διεθνούς συγκυρίας και των κρίσεων από τον Έβρο και την πανδημία μέχρι την ενεργειακή έκρηξη, δηλώνοντας: «Θυμώνω όταν βλέπω την ακρίβεια να ροκανίζει το εισόδημα. Είναι το πρώτο πρόβλημα. Μαγικές λύσεις δεν υπάρχουν και δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Η μόνη αποτελεσματική λύση είναι οι μειώσεις των φόρων και οι μόνιμες αυξήσεις των αποδοχών».

Το χειροκρότημα και η αντεπίθεση Μητσοτάκη

Η μετάβαση από την αρχική επιφυλακτική στάση της βάσης στα παρατεταμένα χειροκροτήματα έγινε ακόμη πιο ορατή όταν ο Πρωθυπουργός πέρασε στην αντεπίθεση κατά της αντιπολίτευσης. Στρέφοντας αρχικά τα βέλη του προς το ΠαΣοΚ, ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν άφησε εκτός κάδρου τον Νίκο Ανδρουλάκη, υπογραμμίζοντας: «Ένας πολιτικός μπορεί να είναι εμπαθής ή μονίμως θυμωμένος, όχι, όμως, παντελώς αδιάβαστος».

Οι υψηλοί τόνοι, ωστόσο, κορυφώθηκαν με τις σαφείς αιχμές για τη διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, με τον Πρωθυπουργό να χαρακτηρίζει τα πλεονάσματα εκείνης της περιόδου «ματωμένα από φοροεπιδρομές» και να σχολιάζει καυστικά πως «αυτοί το μόνο που κατάλαβαν από το παρελθόν ήταν ότι έπρεπε να κλείσουν νωρίτερα τις τράπεζες», ενώ διεμήνυσε παράλληλα πως «η μάχη θα είναι σκληρή με όλους που με αναίδεια μιλάνε για “θεριστές”, όταν οι ίδιοι δεν προσέφεραν ποτέ έναν καρπό».

Η ευθεία αυτή επίθεση προς τον Αλέξη Τσίπρα, λίγο πριν την έλευσή του στα πολιτικά πράγματα, στόχευε καθαρά στη συσπείρωση των δυνάμεων της γαλάζιας παράταξης. Η συγκεκριμένη αναφορά για το κλείσιμο των τραπεζών αποτελούσε μια κίνηση εσωκομματικής ανάταξης, αλλά και σαφή επιλογή αντιπάλου, όπως ομολογούσαν πολλοί με το πέρας της πρωθυπουργικής ομιλίας, η οποία εξακολουθεί να λειτουργεί ως ανάχωμα, ακόμη και για εκείνους που εμφανίζονται δυσαρεστημένοι με τη διακυβέρνηση Μητσοτάκη.