Να το ξεκαθαρίσουμε από την αρχή. Οι δημοσκοπήσεις δεν μετρούν ανύπαρκτα ή υποθετικά κόμματα. Κανονικά δεν μετρούν ούτε πρωτοεμφανιζόμενα κόμματα.
Αλλά κουβέντα να γίνεται.
Οσοι λοιπόν περιμένουν τις δημοσκοπήσεις για να μετρήσουν τα κόμματα του Τσίπρα, της Καρυστιανού ή του Σαμαρά κινδυνεύουν να απογοητευτούν ή έστω να διαψευστούν.
Είναι αλήθεια ότι τους έχουν κακομάθει κι οι δημοσκόποι. Που άρχισαν να μετρούν τα wannabe κόμματα πριν καν σκάσουν μύτη.
Και τουλάχιστον για να μην τους πάρουν με τις πέτρες εφηύραν διάφορες πατέντες μέτρησης όπως «πόσο πιθανό είναι να ψηφίσετε» και μάλιστα με διαβαθμισμένες πιθανότητες «πολύ», «αρκετά», «λίγο» ή «καθόλου».
Λες κι υπάρχει ποτέ ενδεχόμενο να πάει κάποιος στην κάλπη για να ψηφίσει «λίγο» ή «αρκετά» ένα κόμμα!
Προφανώς όλα αυτά είναι αστειότητες. Που δεν θα πρέπει όμως να συσκοτίσουν ένα υπαρκτό φαινόμενο: πως σε όλη την Ευρώπη οι κομματικές ταυτίσεις έχουν ρευστοποιηθεί, νέοι κομματικοί συσχετισμοί αναδύονται και το παλαιότερο κομματικό σύστημα δοκιμάζεται σοβαρά.
Εχουμε ίσως την ευρύτερη κομματική αναδιάταξη από τον Μεσοπόλεμο όταν είχαν διεκδικήσει την είσοδό τους στο κομματικό στερέωμα οι κομμουνιστές, οι φασίστες και ναζιστές. Τα άκρα, δηλαδή.
Σήμερα, ακόμη και σε μεγάλες ευρωπαϊκές δημοκρατίες (Μεγάλη Βρετανία, Γερμανία, Γαλλία…), διεκδικούν την εξουσία κόμματα που πριν από μία εικοσαετία δεν υπήρχαν καν.
Με άλλα λόγια κανείς δεν μπορεί να προδικάσει την πορεία των αναμενόμενων κομμάτων. Είναι βέβαιο όμως ότι δημιουργούνται σε μια ευνοϊκή γι’ αυτά συγκυρία.
Το θεματολόγιο φυσικά δεν είναι και πολύ πρωτότυπο. Το τελευταίο δίμηνο είχαμε δύο εκλογές στην Ευρώπη που οδήγησαν σε σημαντικές πολιτικές μεταβολές. Στην Ουγγαρία και τη Βουλγαρία.
Στην πρώτη περίπτωση ο νικητής θεωρείται «φιλο-ευρωπαίος», στη δεύτερη «φιλορώσος». Και στις δύο περιπτώσεις όμως ένα από τα κεντρικά θέματα του προεκλογικού τους αγώνα ήταν η διαφθορά.
Στο ίδιο θεματολόγιο φαίνεται να προσανατολίζονται και τα περισσότερα κόμματα της αντιπολίτευσης στην Ελλάδα.
Εχουμε άλλωστε και μια παράδοση. Η πρώτη καμπάνια «να φύγουν οι κλέφτες» χρονολογείται από τις εκλογές του 1932 και στρεφόταν εναντίον της τότε κυβέρνησης του Ελευθέριου Βενιζέλου.
Εκτοτε, όλα τα κόμματα εξουσίας περιόδευσαν με ανεμπόδιστη ευκολία από την εισαγγελική έδρα στο εδώλιο του κατηγορουμένου και φτου από την αρχή.
Δεν υπάρχει αμφιβολία λοιπόν πως «ο αγώνας κατά της διαφθοράς» κόβει εισιτήρια. Κι αποτελεί πρόσφορο έδαφος για κάθε νέο κομματικό σχηματισμό που θέλει να δοκιμάσει το μπόι του.
Αυτό δεν σημαίνει φυσικά πως όσοι τον διεξάγουν είναι έντιμοι, ανεπίληπτοι κι ανυστερόβουλοι. Κάθε άλλο! Απλώς η πατέντα βοηθάει τουλάχιστον στην αρχή. Για τη συνέχεια βλέπουμε.
Το ερώτημα που προκύπτει συνεπώς δεν αφορά τη διαφθορά. Αλλά την ένταση με την οποία οι αγωνιστές κατά της διαφθοράς επιτίθενται στους θεσμούς της δημοκρατίας που έχουν ως αρμοδιότητα την αντιμετώπιση της διαφθοράς και την εμπέδωση του κράτους δικαίου.
Δεν χρειάζονται περισσότερες εξηγήσεις, όποιος έχει μάτια βλέπει. Αλλά είναι πασιφανές ότι η Δικαιοσύνη δέχεται μια αδιανόητη επίθεση κυρίως από όσους διαισθάνονται ή φοβούνται πως τους αδειάζει. Ή έστω πως δεν τους δικαιώνει.
Πότε άλλοτε μετά τη Μεταπολίτευση δέχτηκε ο Αρειος Πάγος τόσες επιθέσεις για ενέργειές του; Και πόσες φορές δεν ακούστηκε το μοτίβο για την επιλογή της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων, η οποία επιλέγεται αδιατάρακτα με την ίδια μέθοδο και την ίδια διαδικασία από το… 1975 όταν ψηφίστηκε το σημερινό Σύνταγμα, πριν από μισό αιώνα;
Πρόσφατα αμφισβητήθηκε ακόμη και μια ομόφωνη απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, ενός θεσμού σχεδόν εκατόν είκοσι ετών!
Πολύ φοβούμαι όμως ότι η επίθεση στη Δικαιοσύνη δεν είναι επίδειξη ισχύος διαφόρων κέντρων που θέλουν να την καθυποτάξουν. Το αντίθετο. Είναι ένδειξη αδυναμίας εκείνων που δυσκολεύονται να διεκδικήσουν ευθέως την πολιτική.
Με άλλα λόγια, η Δικαιοσύνη, η διαφθορά, το κράτος-δικαίου και δεν ξέρω τι άλλο αποτελούν ένα πρόσχημα ώστε να βάλουν στο τραπέζι πλαγίως την ουσία της πολιτικής που είναι πάντα το «ποιος κυβερνάει αυτόν τον τόπο» του Κωνσταντίνου Καραμανλή.
Λογικά λοιπόν τα νέα κόμματα δοκιμάζονται και θα δοκιμαστούν σε αυτό το πεδίο. Κι αυτό φυσικά δεν προαγγέλλει τίποτα ευχάριστο για την προεκλογική αναμέτρηση που μας περιμένει.
Δεν θα μείνουμε εδώ όμως. Στο κάτω-κάτω μια αντιπαράθεση συμπολίτευσης και αντιπολίτευσης που κορυφώνεται στην προεκλογική περίοδο δεν είναι κάτι πρωτοφανές ή ασυνήθιστο.
Το αντίθετο. Αποτελεί δημοκρατικό δεδομένο εφόσον εξελίσσεται σε συνταγματικά πλαίσια.
Το ιδιαίτερο στοιχείο είναι πως πέρα από τη σύγκρουση μεταξύ συμπολίτευσης και αντιπολίτευσης έχουμε τη λιγότερο συνηθισμένη σύγκρουση μεταξύ των κομμάτων της αντιπολίτευσης, των παλαιότερων και των υπό εκκόλαψη.
Η μάχη για τη δεύτερη θέση είναι μια εξήγηση. Αλλά δεν είναι η μόνη.
Το βασικό πρόβλημα είναι ότι πολλά κόμματα έχουν επικαλυπτόμενες ομάδες κοινού. Τις οποίες διεκδικούν κυρίως από τον διπλανό τους. Κι αυτό είναι το αποτέλεσμα μιας αστόχαστης ομογενοποίησης του αντιπολιτευτικού λόγου.
Ολοι λένε τα ίδια. Κι αυτό στην καθημερινότητα μπορεί να μην ξενίζει και να μην κοστίζει. Τη στιγμή της εκλογικής κρίσης όμως επιβαρύνει τον λογαριασμό.
Ο καθένας θεωρεί ότι στην κάλπη κρίνεται όχι μόνο η διακυβέρνηση ή η πολιτική κυριαρχία στη χώρα αλλά και η ηγεμονία του δικού του μικρότερου πολιτικού χώρου. Κι ευλόγως αντιδρά όπως νομίζει.
Αυτόν τον ιδιότυπο δευτερεύοντα (αλλά ουσιαστικά πρωτεύοντα…) ανταγωνισμό δεν τον αποφορτίζουν αλλά τον οξύνουν τα νέα κόμματα. Οποια και όσα εμφανιστούν.
Τι να κάνουμε, όμως; Καλώς ή κακώς αυτό λέγεται δημοκρατία.
Κι αν ο κομματικός πολυκερματισμός αποτελεί εκλογικό δεδομένο όπως διαφαίνεται, τότε εντελώς φυσιολογικά θα έχει και τις συνέπειές του.






