Να διατηρήσει ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας, ώστε να εξασφαλίσει έστω τη μίνιμουμ δυνατή επιρροή στο μεταβατικό καθεστώς της Τρίπολης- δηλαδή σε ένα εκ των πραγμάτων δύσβατο πεδίο εξαιτίας της τουρκικής παρουσίας- επιδιώκει η Αθήνα. Αυτός ήταν, συμπερασματικά, ο στόχος του δεύτερου ταξιδιού- εντός περίπου εννέα μηνών- του υπουργού Εξωτερικών Γιώργου Γεραπετρίτη στην πρωτεύουσα της Λιβύης, όπου και συναντήθηκε κατά σειρά με τον ομόλογό του, τον πρωθυπουργό της κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας Αμπντούλ Χαμίτ Ντιμπεϊμπά και τον επικεφαλής του Προεδρικού Συμβουλίου Μοχάμεντ Μένφι.
Το αγκάθι
Ανυπέρβλητο εμπόδιο στις σχέσεις Αθήνας- Τρίπολης παραμένει το τουρκολιβυκό μνημόνιο, το οποίο όπως έχει ξεκαθαριστεί από την ηγεσία της Λιβύης αποτελεί «νόμο του κράτους», άρα δεν πρόκειται ν’ αποσυρθεί από το τραπέζι των διαβουλεύσεων. Παρά το γεγονός αυτό, στις διευρυμένες επαφές των δύο αντιπροσωπειών με επικεφαλής τους υπουργούς Εξωτερικών αποφασίστηκε να συνεδριάσουν εκ νέου οι τεχνικές επιτροπές, οι οποίες έχουν οριστεί να διαπραγματευθούν το μείζον ζήτημα της οριοθέτησης Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης και υφαλοκρηπίδας, εκκινώντας προφανώς από παντελώς διαφορετικές θέσεις.
Αλλωστε, η πρώτη συνεδρίας, τον Σεπτέμβριο του 2024, ήταν σχεδόν γνωριμίας, με τις δύο πλευρές πλέον να αναζητούν στο προσεχές μέλλον ημερομηνία προκειμένου η ελληνική διαπραγματευτική ομάδα να ταξιδέψει στην Τρίπολη. Σύμφωνα με ανώτερη διπλωματική πηγή η συνεδρίαση θα πραγματοποιηθεί το αργότερο εντός του καλοκαιριού, χαρακτηρίζεται δε «κρίσιμη», διότι θα καθοριστούν το πλαίσιο και όροι της συζήτησης. Άρα θα διαπιστωθεί αν υπάρχει κοινή βάση, ώστε οι δύο πλευρές να πιάσουν το νήμα από το 2010 όταν και διακόπηκαν οι συνομιλίες, οι οποίες όμως διεξάγονταν στη βάση των προβλέψεων του Δικαίου της Θάλασσας, έχοντας μάλιστα φτάσει σε υψηλό επίπεδο κατανόησης. Στη χθεσινή αποστολή του κ. Γεραπετρίτη συμμετείχε ανώτερο στέλεχος του Υπουργείου Εξωτερικών, μέλος της τεχνικής ομάδας, της οποίας προΐσταται η υφυπουργός Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου. Αντιστοίχως, Λίβυοι εμπειρογνώμονες παρέστησαν στις διευρυμένες επαφές της Δευτέρας.
Οι συζητήσεις για ΑΟΖ
Στην Αθήνα γνωρίζουν τα δεδομένα, άρα δεν υπάρχουν αυταπάτες, θεωρούν όμως ότι οι συζητήσεις για την ΑΟΖ πρέπει να συνεχιστούν διότι αν μη τι άλλο αποτελούν ευκαιρία ανάπτυξης των σύννομων ελληνικών θέσεων. Η άποψη αυτή αναπτύχθηκε για ακόμα μία φορά από τον κ. Γεραπετρίτη ενώπιον του Λίβυου πρωθυπουργού, σε μια συνάντηση πάντως που διήρκησε σχεδόν δύο ώρες, γεγονός ενδεικτικό του εύρους της συζήτησης.
Σύμφωνα με διπλωματικές πηγές «ο υπουργός Εξωτερικών τόνισε ότι η Ελλάδα επιδιώκει την οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας με τη Λιβύη, ως κράτη με αντικείμενες ακτές, σε πλήρη συμμόρφωση με το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, όπως αποτυπώνεται στην UNCLOS και όπως έχει πράξει με άλλα γειτονικά της κράτη», δηλαδή την Αίγυπτο και την Ιταλία.
Στα επιμέρους ζητήματα, και προκειμένου να κεφαλαιοποιηθούν όσα συμφωνούνται στα ζητήματα χαμηλής διπλωματίας, Αθήνα και Τρίπολη προσανατολίζονται να συστήσουν και δεύτερη τεχνική επιτροπή παρακολούθησης των υπαρχουσών αλλά και πιθανής υπογραφής νέων συμφωνιών (προϋπήρχε το 1998), ενώ προγραμματίζεται ταξίδι ακόμα μιας ελληνικής επιχειρηματικής αποστολής στη χώρα προκειμένου να αναζητηθούν νέα πεδία συνεργασιών και επενδύσεων.
Λεπτές οι ισορροπίες
Οι ισορροπίες, βεβαίως, μεταξύ των δύο πλευρών παραμένουν λεπτές, γεγονός που αποτυπώθηκε στην επιλογή του κ. Γεραπετρίτη να μην αναφερθεί δημοσίως στο τουρκολιβυκό μνημόνιο, αλλά να επαναλάβει εις διπλούν ότι «Ελλάδα και Λιβύη είναι γνήσια γειτονικές χώρες», εννοώντας ότι οφείλουν να προχωρήσουν στην οριοθέτηση των θαλασσίων συνόρων, σε αντίθεση με την Τουρκία και τη Λιβύη, οι οποίες παρότι δεν συνορεύουν έχουν συνυπογράψει το παράνομο μνημόνιο.
Ο Λίβυος υπουργός Εξωτερικών Al Taher Salem Al Baour καλωσόρισε με νόημα τον κ. Γεραπετρίτη στην «Τρίπολη, την πρωτεύουσα της Λιβύης», αφήνοντας μια έμμεση αιχμή για το γεγονός ότι η Αθήνα διατηρεί ερείσματα στο καθεστώς του Χαφτάρ στη Βεγγάζη. Στο σκεπτικό πάντως της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών κυριαρχεί η άποψη ότι η Αθήνα οφείλει να συνομιλεί και με τις δύο πλευρές.
Στην ελληνική πρωτεύουσα γνωρίζουν ότι τα εργαλεία πίεσης της μεταβατικής κυβέρνησης του Ντιμπεϊμπά είναι περιορισμένα, εκτιμούν όμως ότι ο ρόλος της χώρας ως διαύλου επικοινωνίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση- από την οποία η Λιβύη αναμένει εκταμίευση περισσότερων κονδυλίων για το μεταναστευτικό- αλλά και με τα Ηνωμένα Έθνη, ειδικά κατά τη διάρκεια της παρουσίας ως μη μόνιμου μέλους του Συμβουλίου Ασφαλείας, είναι δυνατόν να εισφέρει οφέλη ως προς τη βελτίωση των διμερών σχέσεων.
Πάντως, η κατάσταση επί του πεδίου και δη η υλοποίηση του οδικού χάρτη των Ηνωμένων Εθνών προκειμένου να διεξαχθούν ελεύθερες εκλογές, παραμένει δυσμενής. Η χώρα είναι βαθιά διαιρεμένη ενώ έντονες αντιπαραθέσεις καταγράφονται και στο εσωτερικό της μεταβατικής κυβέρνησης, αλλά και μεταξύ των διαφόρων θεσμών της Λιβύης. Εξ ου και δεν πρέπει να αναμένεται πρόοδος, τουλάχιστον όσον αφορά τη διαδικασία του ΟΗΕ, ενώ και η αμερικανική πρωτοβουλία ειρήνευσης της χώρας, υπό την «μπαγκέτα» του ειδικού απεσταλμένου του Ντόναλντ Τραμπ, Μασάντ Μπούλος, φαίνεται να χάνει την όποια δυναμικής της, κυρίως εξαιτίας των διεθνών εξελίξεων. Την ίδια ώρα, η εμπλοκή τρίτων παραγόντων, δηλαδή της Τουρκίας και της Ρωσίας, στις εσωτερικές εξελίξεις παραμένει διακριτή, πολλαπλασιάζοντας τα κέντρα πραγματικής και δυνητικής εξουσίας στη Λιβύη τα οποία και εργάζονται ώστε να αποκτήσουν τη μεγαλύτερη δυνατή επιρροή.






