Όταν τα ρωσικά ελικόπτερα και οι μονάδες αλεξιπτωτιστών ξεκίνησαν την επίθεση τους στο Κίεβο στις 24 Φεβρουαρίου του 2022, την ώρα που άρματα μάχης περνούσαν τα σύνορα με την Ουκρανία από διάφορες κατεθύνσεις και το πεζικό κινητοποιούνταν, το στοιχείο του αιφνιδιασμού της επίθεσης που ήθελε ο Βλαντίμιρ Πούτιν και η ρωσική ηγεσία να έχει η επιχείρηση, ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτο.

Τις προηγούμενες ώρες οι ευρωπαϊκές και αμερικανικές υπηρεσίες πληροφορίων είχαν αποκαλύψει ότι επίκεται εισβολή, ενώ η μακρά ιστορία της ρωσοουκρανικής σύγκρουσης που έμπαινε τότε ουσιαστικά στον έννατο χρόνο της είχαν προετοιμάσει όλες τις πλευρές για την κλιμάκωση αυτή.

Η «ειδική στρατιωτική επιχείρηση» της Ρωσίας, ουσιαστικά δηλαδή η έναρξη -χωρίς επίσημη κήρυξη- του πολέμου κατά της Ουκρανίας, τόσο για τους Ρώσους στρατηγούς, όσο και για τα επιτελεία στην Δύση και την Ουκρανία, ήταν μάλλον το αναπόφευκτο λογικό επακόλουθο όσων προηγήθηκαν, παρά το γεγονός ότι όπως επιμένει ο Ντόναλντ Τραμπ και συμφωνεί ο Βλαντίμιρ Πούτιν η σύγκρουση δεν θα είχε φτάσει σε αυτό το σημείο αν ο Τραμπ είχε κερδίσει τις εκλογές του 2020.

Η ρωσική εισβολή με βάση τόσο την πρόσφατη πολιτική ιστορία της Ουκρανίας, όσο και των γεωπολιτικών ισορροπιών που αναδύθηκαν μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης στις περιφερειακές Δημοκρατίες της, μάλλον επηρεάζουν περισσότερο τις εξελίξεις από μια εκλογική μάχη στις ΗΠΑ.

Η Πορτοκαλί Επανάσταση και η πολιτική της παρακαταθήκη

Επί παραδείγματι όταν το 2004 η σχέση της πολιτικής τάξης της Ουκρανίας με την Μόσχα ουσιαστικά διαταράχθηκε από την Πορτοκαλί Επανάσταση και την επικράτηση του «φιλοδυτικού» Βίκτορ Γιούστσενκο στην τέταρτη προεδρική αναμέτρηση μετά την ανεξαρτησία της Ουκρανίας από την Ρωσία, το πρελούδιο της μετέπειτα σύγκρουσης είχε ήδη γραφτεί.

Οι εξελίξεις τότε, όπως και τα εκλογικά αποτελέσματα, κατέγραφαν κάτι που ήταν γνωστό ακόμα και πριν την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης. Οι ανατολικές περιοχές της Ουκρανίας -αυτές δηλαδή που είναι εγγύτερα στην Ρωσία- ψήφιζαν και στήριζαν τους υποψηφίους που προωθούσε η Μόσχα όπως δηλαδή ο Βίκτορ Γιανουκόβιτς. Η στήριξη αυτή προφανώς δεν σχετίζεται μόνο με το γεγονός πως στην ανατολική Ουκρανία η πλειοψηφία ήταν και είναι ρωσόφωνη, αλλά ήταν και αποτέλεσμα πολιτικών επιρροής από το Κρεμλίνο.

Μόνο το 2004 ο Βλαντίμιρ Πούτιν είχε δώσει σύμφωνα με δημοσιεύματα της εποχής από 50 εκατομμύρια δολάρια σύμφωνα με κάποιες εκτιμήσεις έως και 300 εκατομμύρια δολάρια στο Κόμμα των Περιφερειών (το κόμμα του Γιανουκόβιτς) για να κερδίσει τις εκλογές. Μάλιστα το 2004 ο Πούτιν είχε επισκεφθεί ο ίδιος τέσσερις φορές την Ουκρανία.

Τα χρόνια που ακολούθησαν τις εξελίξεις του 2004 μέχρι τις επόμενες προεδρικές εκλογές του 2010, αν και τίποτα το δεσμευτικό δεν συμφωνήθηκε για το μέλλον της χώρας, αυτή είναι η περίοδος που η Ουκρανία ξεκίνησε την πορεία σύγκλισης της με την ΕΕ και την Δύση και άρχισε να απομακρύνεται από την επιρροή της Ρωσίας και την πρόσφατη ιστορία της.

Είναι εκείνη την περίοδο, επί προεδρίας Γιούστσενκο, που η Ουκρανία έθεσε σαν στρατηγική της προτεραιότητα την ενσωμάτωση στην ΕΕ και ξεκίνησε τις συζητήσεις για μια πιθανή ένταξη στο ΝΑΤΟ (με τον μετέπειτα πρόεδρο Πέτρο Ποροσένκο να παίζει σημαντικό ρόλο σε αυτό).

Όλα αυτά φυσικά εν μέσω σφοδρών πολιτικών αναταράξεων στο εσωτερικό της, με βασικό κορμό την διαφθορά, αλλά και τις πολιτικές φιλοδοξίες, τα συστατικά δηλαδή της κόντρας μεταξύ της Γιούλιας Τιμοσένκο και του Βίκτορ Γιούστσενκο και που τελικά επέτρεψαν την επιστροφή στο προσκήνιο του Βίκτορ Γιανουκόβιτς το 2010.

Μέχρι την επιστροφή Γιανουκόβιτς, η ένταση εντός της Ουκρανίας ήταν οριακά διαχειρίσιμη από όλες τις πλευρές. Αν και η Μόσχα απεργαζόταν προφανώς αρκετά χρόνια την αντιστροφή της πορείας σύγκλισης της Ουκρανίας με το «δυτικό μπλοκ», διαρρέοντας χιλιάδες αναλύσεις για να στηρίξει το αφήγημα που αργότερα έγινε η βάση της δικαιολόγησης του πολέμου της κατά της Ουκρανίας και παίρνοντας μέτρα πίεσης προς την ουκρανική ηγεσία (με βασικό όχημα την ενέργεια και το αέριο όπως κατέδειξε η κρίση του 2008- 2009 που οδήγησε στο να διακοπεί η ροή αερίου προς την ΕΕ μέσω Ουκρανίας για περίπου δύο εβδομάδες).

Τα παραπάνω αποτελούν την βάση για τα όσα ακολούθησαν. Οι αποφάσεις Γιανουκόβιτς σταδιακά στόχευαν στην συγκέντρωση όλο και μεγαλύτερης εξουσίας στα χέρια του, αλλά και η προσπαθεια του να ρίξει τους τόνους και να κρατήσει- τουλάχιστον τα πρώτα χρόνια της προεδρίας του- μια πιο ισορροπημένη στάση μεταξύ ΕΕ και Ρωσίας, κατά τα φαινόμενα δεν ήταν αρκετές για να αποτρέψουν το ξέσπασμα των διαδηλώσεων του Euromaidan.

Το Μαϊντάν και τι ακολούθησε

Η απόφαση του Γιανουκόβιτς να αναστείλει την υπογραφή της συμφωνίας σύνδεσης με την ΕΕ (οι διαπραγματεύσεις για την οποία είχαν ξεκινήσει επί Γιούστσενκο) έπειτα από πιέσεις από την πλευρά της Μόσχας (με περιορισμό των εισαγωγών ουκρανικών προϊόντων), ήταν η σπίθα που προκάλεσε την έκρηξη.

Η πλατεία Ανεξαρτησίας του Κιέβου στις 21 Νοεμβρίου του 2013 γέμισε από διαδηλωτές που ζητούσαν αρχικά να αντιστραφεί η απόφαση και να προχωρήσει η Ουκρανία σε μια ευρωπαϊκή πορεία και σταδιακά όσο η καταστολή μεγάλωνε την απομάκρυνση του Γιανουκόβιτς.

Οι κινητοποιήσεις, γνωστές ως Euromaidan, κορυφώθηκαν τον Φεβρουάριο του 2014 με αιματηρές συγκρούσεις στο κέντρο του ουκρανικής πρωτεύουσας. Δεκάδες διαδηλωτές σκοτώθηκαν από πυρά ελεύθερων σκοπευτών της αστυνομίας, αλλά και κάποιων υποστηρικτών της κυβέρνησης Γιανουκόβιτς.

Τα γεγονότα των ημερών δεν περιορίστηκαν προφανώς μόνο στο Κίεβο, αλλά διαδηλώσεις συγκρούσεις και αντιδιαδηλώσεις σημειώθηκαν σε αρκετές πόλεις της χώρας, με την μεγαλύτερη ένταση να σημειώνεται στα ανατολικά και τα νότια (όπου φιλορωσικές ομάδες και ουκρανοί εθνικιστές συγκρούονταν συνεχώς για μήνες), όπως μαρτυρούν και τα γεγονότα της Οδησσού. Η κοινωνική έκρηξη έφερε τελικά την απομάκρυνση του Γιανουκόβιτς και την φυγή του στην Ρωσία στις 21 Φεβρουαρίου, και τον Πέτρο Ποροσένκο να αναλαμβάνει καθήκοντα.

Για τη Μόσχα, τα γεγονότα αυτά δεν αποτέλεσαν απλώς εσωτερική πολιτική κρίση, αλλά μια γεωπολιτική μετατόπιση, αφού -οι φόβοι της που είχαν ξεκινήσει μετά την Πορτοκαλί Επανάσταση- ότι η Ουκρανία πλέον είχε στραφεί εξ ολοκλήρου προς την Δύση φαίνονταν να επιβεβαιώνονται. Η αντίδραση της Ρωσίας ήταν άμεση, καθώς οι κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες στην Ουκρανία της έδιναν σημαντική ελευθερία κινήσεων.

Η Κριμαία αλλάζει χέρια

Ήδη από τις 26 Φεβρουαρίου του 2014 οι ρωσικές δυνάμεις στην Κριμαία, όπου είχαν μόνιμη παρουσία από πριν εμφανίζονται να λαμβάνουν μέτρα και να στήνουν σημεία ελέγχου μεταξξή της Σεβαστούπολης και της Συμφερούπολης και σταδιακά να αποκόπτουν τις εγκατάστασεις των ουκρανικών στρατιωτικών δυνάμεων της περιοχής. Μέχρι τις 17 Μαρτίου το έργο είχε ολοκληρωθεί και στις 18 Μαρτίου του 2014 η Κριμαία προσαρτήθηκε στην Ρωσία.

Την ίδια περίοδο, οι ρωσόφωνοι και ρωσόφιλοι κάτοικοι των ανατολικών επαρχιών της Ουκρανίας, με επίκεντρο το Ντονμπάς βγαίνουν στο προσκήνιο επίσης. Από τις διαδηλώσεις υπέρ της Μόσχας που σημειώνονταν το προηγούμενο διάστημα στις πόλεις των επαρχιών του Ντονέτσκ και του Λουχάνσκ, πλέον οργανώνουν και ένοπλες ομάδες με σαφή αιτήματα περί απόσχισης. Τα πρώτα σημάδια για αυτό είχαν κάνει την εμφάνιση τους το μακρινό 2005 μετά την Πορτοκαλί Επανάσταση.

Ο ακήρυχτος πόλεμος στο Ντονμπάς

Ήδη από την άνοιξη του 2014, ένοπλες φιλορωσικές ομάδες άρχισαν να κινούνται και να καταλαμβάνουν τα κυβερνητικά κτίρια στις ανατολικές περιοχές Ντονέτσκ και Λουχάνσκ ανακηρύσσοντας «λαϊκές δημοκρατίες», με αποτέλεσμα να ξεκινήσει ένας πολυετής πόλεμος χαμηλής έντασης ανάμεσα σε ουκρανικές δυνάμεις και αυτονομιστές που υποστηρίζονταν πολιτικά, υλικά και στρατιωτικά από τη Ρωσία.

Μάχες όπως αυτές στο Σλαβιάνσκ, στο Κραματόρσκ και αργότερα στο Ντεμπάλτσεβε κατέδειξαν ότι δεν επρόκειτο για αποσπασματικές ταραχές, αλλά για οργανωμένη στρατιωτική σύγκρουση.

Οι συμφωνίες του Μινσκ (2014 και 2015) με την μεσολάβηση του Φρανσουά Ολάντ και της Άνγκελα Μέρκελ επιχείρησαν να παγώσουν την σύγκρουση, όπως και το έκαναν για αρκετά χρόνια. Φυσικά παρά το γεγονός ότι με τις συμφωνίες αυτές η ένταση των εχθροπραξιών μειώθηκε, η γραμμή του μετώπου παρέμεινε ενεργή ουσιαστικά μέχρι και το 2022. Συνολικά από το 2014 έως το 2022, περισσότεροι από 14.000 άνθρωποι σκοτώθηκαν, ενώ εκατομμύρια εκτοπίστηκαν.

Οκτώ χρόνια «παγωμένου» πολέμου

Για πολλούς εκτός Ουκρανίας, ο πόλεμος στο Ντονμπάς έμοιαζε ξεχασμένος. Στην πραγματικότητα, όπως καταγράφεται από πολλές διεθνείς εκθέσεις και αναφορές η περιοχή ζούσε επί οκτώ χρόνια υπό καθεστώς διαρκούς έντασης: καθημερινές ανταλλαγές πυρών, στρατιωτικοποίηση, πολιτική απομόνωση και μια κοινωνία διαιρεμένη.

Οι εκθέσεις του Οργανισμού για την Ασφάλεια και την Συνεργασία στην Ευρώπη την περίοδο 2016 με 2018 είναι ενδεικτικές. Από αυτές ξεχωρίσουν οι αναφορές για την Αβντιίβκα, μια πόλη στο Ντονετσκ που αποτέλεσε πεδίο συνεχούς αντιπαράθεσης μεταξύ των ρωσικών και των αυτονομιστικών δυνάμεων με τις ουκρανικές όλο αυτό το διάστημα με κλιμακώσεις της έντασης των μαχών που δεν σημειώνονταν σε άλλα σημεία του παγωμένου μετώπου.

Πίεση και απομάκρυνση

Όλο αυτό το διάστημα που η σύγκρουση παρέμενε παγωμένη στην Ουκρανία, αλλά ο ακήρυχτος πόλεμος συνεχιζόταν, η πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των ΗΠΑ υπέρ της Ουκρανίας, αλλά και εναντίον της Ρωσίας, έπαιρνε ουσιαστικά διαστάσεις «αποβολής» της Μόσχας από παντού. Η πολιτική των κυρώσεων από το 2014 και την προσάρτηση της Κριμαίας συνεχίστηκε καθόλη αυτή την διάρκεια, ενώ η περιβόητη συμφωνία σύνδεσης της Ουκρανίας με την ΕΕ υπεγράφη τελικά το 2014 και μπήκε σε εφαρμογή το 2017.

Η πολιτική της πίεσης όλο αυτό το διάστημα συνεχίστηκε με αμφιλεγόμενα αποτελέσματα, τόσο από τις ΗΠΑ, όσο και από την ΕΕ, με τις ΗΠΑ να εστιάζουν ιδιαίτερα στο εξοπλισμό της Ουκρανίας από το 2015 επί Ομπάμα και συνεχίζοντας την ίδια πολιτική και επί Ντόναλντ Τραμπ (παρά την ρητορική της σύγκλισης με την Ρωσία).

Την ίδια περίοδο, από την πλευρά της, η Ρωσία εμφανίστηκε να απομακρύνεται κι αυτή περισσότερο από την «Δύση», στρέφοντας την προσοχή της στην σύσφιξη των σχέσεων με τις χώρες της Ευρασίας και ιδιαίτερα με την Κίνα, την Βόρεια Κορέα και το Ιράν. Τα χρόνια μετά τις συμφωνίες του Μινσκ ουσιαστικά πέρασαν με το μέτωπο παγωμένο, αλλά ανοιχτό και με την αντιπαράθεση μεταξύ Δύσης και Ρωσίας να βαθαίνει συνεχώς, με επίκεντρο το «παιχνίδι» των κυρώσεων και της παράκαμψης τους από την άλλη πλευρά.

Ο παράγοντας Ζελένσκι, το Σύνταγμα και το ΝΑΤΟ

Αυτό που φαίνεται ότι ενόχλησε ιδιαίτερα την Μόσχα ήταν η συνταγματική αναθεώρηση στην Ουκρανία το 2019, που έφερε την ρητή αναφορά στο σύνταγμα της χώρας πως ο στρατηγικός στόχος της χώρας είναι η πλήρης ένταξη στην Ευρωπαϊκής Ένωση και στο ΝΑΤΟ.

Στην συνέχεια στις εκλογές εκείνου του έτους, η νίκη του Βολοντίμιρ Ζελένσκι και η νέα Εθνική Στρατηγική Ασφαλείας του 2020 (που προέβλεπε την ένταξη στο ΝΑΤΟ), αλλά και οι κινήσεις του εναντίον των ρωσόφιλων και φίλων των Πούτιν Ουκρανών ολιγαρχών, ξαναξύπνησαν τους φόβους της Μόσχας, οι οποίοι και φαίνεται ότι έγιναν εφιάλτης όταν στις εκλογές των ΗΠΑ του 2020 νικητής αναδείχθηκε ο Τζο Μπάιντεν.

Τζο Μπάιντεν και επίθεση

Ο Μπάιντεν είχε αναλάβει κεντρικό ρόλο στο ζήτημα της Ουκρανίας επί των ημερών του Μπαράκ Ομπάμα και ο Βλαντίμιρ Πούτιν ήταν μάλλον βέβαιος, όπως καταδεικνύουν οι κινήσεiς από το 2021 και μετά ότι δεν υπήρχε κανένα περιθώριο διαπραγμάτευσης μαζί του.

Αυτό καταδεικνύουν και τα γεγονότα του 2021, με την συγκέντρωση ρωσικών δυνάμεων επί μήνες κοντά στα σύνορα με την Ουκρανία, την ιδεολογικοποίηση της ρωσικής επιθετικότητας απέναντι στην Ουκρανία με έναν ψευδοϊστορικό μανδύα, τα τελεσίγραφα προς το ΝΑΤΟ λίγο πριν τα Χριστούγεννα της χρονιάς εκείνης και εν τέλει την εισβολή της 24ης Φεβρουαρίου του 2022.