Η αλήθεια είναι ότι έχει γίνει μεγάλος ντόρος για το Kuchisabishii, κάτι που σε κανονικές συνθήκες μου προκαλεί μια διάθεση να μην το επισκεφτώ, να κρατήσω μια απόσταση. Χωρίς να το θέλω, έχω μια αμηχανία απέναντι στα μαγαζιά που όχι μόνο γεμίζουν από τις πρώτες μέρες λειτουργίας τους αλλά καθημερινά έχουν ουρές απ’ έξω να περιμένουν για το φαγητό τους. Όμως, αυτή την izakaya, όπως λένε οι Ιάπωνες τη δική τους ταβέρνα ή τη Sakaba όπως τελικά χαρακτηρίζεται το Kuchisabishi, δηλαδή το μαγαζί όπου το ποτό συνοδεύεται από νόστιμα πιάτα, την περίμενα καιρό. Χρόνια τώρα σκεφτόμουν ότι ο Γιάννης Πετρής, συνιδιοκτήτης του Tiki Bar και μπάρμαν από αυτούς που ξέρουμε από πάντα στην αθηναϊκή νύχτα, θα έπρεπε να κάνει κάτι σχετικό με φαγητό. Οι ασιατικές προτάσεις του στο Tiki ήταν πάντα λαχταριστές και μικρά διαβατήρια για ταξίδια του μυαλού. Το έβλεπα να έρχεται και, αν θυμάμαι καλά, κάποια στιγμή το είχαμε συζητήσει, σε φάση ονειροπόλησης με ένα τζιν στο χέρι.

Kuchisabishii, ένα μαγαζί που βλέπει ουρές κόσμου να συνωστίζονται καθημερινά για ένα τραπέζι. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής

Έτσι, πριν λίγο καιρό, πέρασα την πόρτα του και βολεύτηκα στη γωνιά tatami, βγάζοντας φυσικά τα παπούτσια μου. Από την πρώτη στιγμή ένιωσα την Ασία να τριγυρνάει μέσα μου. Δεν έχω πάει ποτέ Ιαπωνία, έχω ταξιδέψει όμως αρκετά σε ανάλογους προορισμούς και ξέρω την αίσθηση που έχουν τα μαγαζιά τους. Ένα πολύχρωμο χάος που υμνεί το κιτς και σου μεταφέρει χαρά με τον πιο άμεσο τρόπο. Και αυτό το μαγαζί όχι μόνο καταφέρνει να αποτυπώσει αυτή την εντύπωση αλλά δεν μοιάζει καν με καινούριο. Φαίνεται να υπήρχε εκεί πολλά χρόνια, να έχει κάνει τη διαδρομή του, σαν να κρυβόταν τόσο καιρό πίσω από μια βιτρίνα και ξαφνικά αποκαλύφθηκε.

Το εσωτερικό της sakaba, με αυθεντική γιαπωνέζικη αισθητική. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής

Βέβαια, δεν δημιουργείται τυχαία αυτή η εντύπωση αφού το Kuchisabishi δεν προέκυψε από κάποια επιχειρηματική ιδέα, ούτε έπεσε στο τραπέζι σε ένα βαρυσήμαντο meeting. Είναι ο τόπος που συναντήθηκαν δύο άνθρωποι που ταξίδευαν προς την ίδια κατεύθυνση εδώ και χρόνια, χωρίς καν να το ξέρουν. Δεν είναι πρότζεκτ, είναι το αποτέλεσμα της Ιαπωνίας μέσα τους, η επίδραση που έχει η Άπω Ανατολή στο θυμικό τους, η επιθυμία τους να επικοινωνήσουν όσα τους γοήτευσαν σε κάθε τους διαδρομή σε εκείνα τα μέρη. Είναι ένα κράμα συναισθημάτων, εντυπώσεων, γνώσεων, γεύσεων και καθαρής, αγνής χαράς. Οι εν λόγω ονειροπόλοι και δημιουργοί δεν είναι άλλο από τον Μπάμπη Ασκερίδη και τον Γιάννη Πετρή που μαζί με τον Κώστα Λάλα, συνέταιρο του Μπάμπη στο πρώτο του μαγαζί, άνοιξαν τέλη Φεβρουαρίου τη διάσημη πια ιαπωνική γωνιά γεύσης. Πριν δυο μέρες επισκεφτήκαμε εκ νέου τον χώρο, παρακολουθήσαμε την προετοιμασία, ακούσαμε την ιστορία τους και αποφασίσαμε να την καταγράψουμε για να ξέρουν όλοι ότι δεν υπάρχουν μαγαζιά που πετυχαίνουν κατά τύχη ή μόνο για λόγους marketing. Πίσω από ένα success story κρύβεται μια πορεία μεγάλη, κόπος, πάθος και πείσμα. Είναι ωραίο να δίνουμε την προσοχή που πρέπει σε κάθε ιστορία.

Ο Γιάννης, το Λονδίνο και η Ιαπωνία

Aν ήταν στοιχείο της φύσης, ο Γιάννης Πετρής θα ήταν σίγουρα κάτι που έχει σχέση με το νερό, που ρέει ανεμπόδιστα και δεν έχει κανένα πρόβλημα να αλλάξει κατεύθυνση αν μια πέτρα βρεθεί στο δρόμο του. Τρελό αλλά οι πρώτες σπουδές του αφορούσαν την οδοντοτεχνική και δεν υπήρχε καμιά περίπτωση να τον αγγίξουν. Οι δεύτερες ήταν πιο κοντά σε αυτό που έδειχνε να τον ενδιαφέρει: στη Σχολή Τουριστικών Επαγγελμάτων στην Κρήτη, σε ένα από τα χαρακτηριστικά Ξενία ξενοδοχεία, με όλο το τελετουργικό της εκπαίδευσης εκείνης της εποχής: κουστούμια, πρωτόκολλα, επίσημα σερβιρίσματα, μάγειρες και μετρ. Ένα ολόκληρο σύστημα φιλοξενίας που μέχρι σήμερα αναγνωρίζεται σαν ένα δυνατό σχολείο, αλλά και πάλι δεν είναι κάτι με το οποίο θα μπορούσε ο Γιάννης να συνδεθεί. Δουλεύοντας ήδη σε μπαρ στο Κολωνάκι, το μυαλό του έτρεχε αλλού: στη νύχτα, στο lifestyle, στις τάσεις, σε έναν πιο άμεσο και αληθινό κόσμο κάπου που οι τάσεις γεννιούνται.

Ο Γιάννης Πετρής. Η Ιαπωνία είναι σαν δεύτερη πατρίδα του. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής

Άφησε τις σπουδές του, μάζεψε χρήματα και έφυγε για το Λονδίνο όπου εκεί ήταν πραγματικά η φάση. Εκεί είδε για πρώτη φορά τι θα πει ενημερωμένη γνώση, σύγχρονη τεχνική, bar shows, τάσεις που γεννιούνται επί τόπου και όχι μέσα από βιβλία τριάντα χρόνων. Όταν γύρισε, προσπάθησε να εφαρμόσει όσα είχε δει σε μια Ελλάδα που ακόμα λειτουργούσε αλλιώς. Και το πέτυχε. Για χρόνια πίσω από τη μπάρα του Pere Ubu εγκαινίασε τη λογική του πραγματικού bar restaurant, όταν στη Γλυφάδα υπήρχαν μόνο all-day cafe που δύσκολα θα μπορούσες να τα εντάξεις σε μια κατηγορία γιατί στην ουσία δεν υπηρετούσαν κάποιο concept παρά έμεναν στην επιφάνεια. Σε ένα από τα ταξίδια του στο Λονδίνο, για περισσότερες γνώσεις και εμπειρία, ο Γιάννης βρέθηκε στο πρώτο Bar Show, να παρακολουθεί τους Ιάπωνες Bartenders. Μπορεί εκείνη την εποχή ακόμη να χλευάζαμε το ιαπωνικό ουίσκι και να θεωρούσαμε αδιανόητο ότι η Χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου θα έκανε αποστάγματα που θα κατακτούσαν τον κόσμο, αλλά ο Γιάννης κατάλαβε ότι είχαν πολλά να πουν. Εκείνο που περισσότερο τον εντυπωσίασε ήταν ο τρόπος που διαχειρίζονταν τον πάγο. Από το καλύτερο νερό και σπάζοντάς τον σε μικρά βραχάκια, η ανώμαλη επιφάνεια των οποίων έχει τη δυνατότητα να διατηρεί το ποτό κρύο για περισσότερη ώρα, οι Ιάπωνες είχαν λόγο να περιφρονούν τις τέλειες σφαίρες ή τους κύβους πάγου. Αυτό ήταν το ερέθισμα για να τους γνωρίσει και γρήγορα να καταλάβει ότι πρέπει να επισκεφτεί τη χώρα. Μάζεψες πληροφορίες και αποφάσισε να φύγει για το Τόκιο. Και έτσι ξεκίνησε ένα από τα πιο μεγάλα και σοβαρά κεφάλαια της ζωής του.

Αυθεντικά ιαπωνικά αντικείμενα και memorabilia στολίζουν τους τοίχους και το πάσο του Kuchisabishii. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής

Από το 2009 και μετά, η Ιαπωνία δεν έγινε απλώς προορισμός. Έγινε σταθερό σημείο αναφοράς, συναισθηματικός τόπος, δεύτερη σχολή. Εκεί είδε μικρά μπαρ που ενώ φαινόταν να είναι πίσω σε τεχνική και τάσεις, στην  πραγματικότητα είχαν τελειοποιήσει κάθε λειτουργία τους: το τέλειο dry martini, το τέλειο gin fizz, το highball όχι ως μόδα αλλά ως καθημερινή κουλτούρα. Ο πάγος όχι ως εργαλείο, αλλά ως φιλοσοφία. Η σόδα όχι ως λεπτομέρεια, αλλά ως μέρος της τελειότητας. Κι αυτή η εμμονή με τα βασικά ήταν που τον καθόρισε και άλλαξε τον τρόπο σκέψης του.

Δεν ήταν, όμως, μόνο ζήτημα τεχνικής και εμπειρίας η Ιαπωνία για τον Γιάννη. Κάθε φορά που επέστρεφε και επιστρέφει από ένα ταξίδι του εκεί είναι πραγματικά χαρούμενος. Με την αγνή χαρά, την παιδική χαρά που όλοι θα θέλαμε να βρούμε στη ζωή μας. Επισκέπτεται όλες τις επαρχίες, δοκιμάζει τα πάντα, συλλέγει εμπειρίες, δημιουργεί δεσμούς ζωής. Η Ιαπωνία είναι σαν δεύτερη πατρίδα του. Αν θέλεις να επισκεφτείς αυτήν τη χώρα και θέλεις να το κάνεις σωστά, πήγαινε ένα βράδυ από το Tiki και μίλησε πρώτα μαζί του.

Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής

Ένα ακόμη κεφάλαιο της ζωής του Γιάννη που συνεχίζει να εξελίσσεται μαζί του είναι τα Pony & Jigger, η μικρή «βιβλιοθήκη» premium λικέρ που δημιούργησε με τον Βασίλη Ρούσσο. Μαζί με το μαχλέπι, το καπνιστό πορτοκάλι και το sour apple που έχουν αγαπηθεί ήδη από τους εγχώριους bartenders, υπάρχουν έτοιμες και άλλες γεύσεις όπως το τσίλι και το πεπόνι, που περιμένουν στωικά να βγουν στην κυκλοφορία αφού περάσουν τις συμπληγάδες της ελληνικής γραφειοκρατίας και αποκτήσουν τα πιστοποιητικά που καθυστερούν για μήνες. Τα Pony & Jigger είναι και αυτά μια απόδειξη για τον τρόπο που σκέφτεται ο Γιάννης και αυτή η φιλοσοφία έχει περάσει αυτούσια στο Kuchisabishii, όπου τα haiboru, τα bottled cocktails και τα long drinks με λικέρ Pony & Jigger δεν είναι συνοδευτικά του φαγητού, αλλά κομμάτι της γενικής εμπειρίας.

Ο Μπάμης και το Τόκιο, με ενδιάμεση στάση την Ταϊλάνδη

Ο Μπάμπης Ασκερίδης, από την άλλη, δεν ξεκίνησε να μαγειρεύει γιατί «από μικρός ήθελα να γίνω σεφ». Η δική του ιστορία ξεκινά επίσης μέσα από την εστίαση, από το service, από το μπαρ, από τη διαχείριση, από μια ολόκληρη ζωή σε μαγαζιά πριν καν μπει πραγματικά στην κουζίνα. Στα 30 του αποφάσισε να παρακολουθήσει μια σχολή μαγειρικής, περισσότερο γιατί του άρεσε σαν hobby και ήθελε να επεκτείνει τις γνώσεις του στο αντικείμενο. Παρόλα αυτά, κατάλαβε ότι η ελληνική κουζίνα δεν ήταν εκείνη που είχε να του πει πολλά, να του ανοίξει τους ορίζοντες, να τον προκαλέσει σε μια πιο ενδιαφέρουσα συνέχεια. Από το 2001, όμως, ταξίδευε στην Ταϊλάνδη. Και στην περίπτωσή του, τα ταξίδια του αυτά δεν ήταν μόνο ψυχαγωγικά. Ένιωθε για τη χώρα μια ιδιαίτερη έλξη. Ήθελε να μπαίνει όλο και πιο βαθιά στην κουλτούρα και τη φιλοσοφία της. Και η κουζίνα της, ήταν αυτό που πραγματικά τον κέντριζε. Ο Μπάμπης όμως δεν είναι από τους τύπους που αγαπούν την προχειρότητα. Αφού κατάλαβε ότι η ταϊλανδέζικη κουζίνα ήταν κάτι που τον ενδιέφερε, έπρεπε να τη μάθει σωστά. Πήγε στη Μπανγκόκ, στη σχολή μαγειρικής Blue Elephant, εκπαιδεύτηκε κι από εκεί άρχισε να χτίζει μια σχέση ζωής με το φαγητό της Νοτιοανατολικής Ασίας.

O Μπάμπης Ασκερίδης. Η φοβερή αγάπη και γνώση του για την κουζίνα της Ταϊλάνδης, οδήγησε στη δημιουργία του Tuk Tuk. Και μετά ήρθε το Kuchisabishii. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής

Το πέρασμα στην επαγγελματική κουζίνα ήρθε σε ένα εστιατόριο των βορείων προαστίων, όπου βρέθηκε αρχικά για να δημιουργήσει το μενού με τα γλυκά. Μετά ασχολήθηκε με τη διόρθωση των συνταγών έτσι ώστε να είναι πιο συνεπείς στη φιλοσοφία του τόπου και, τελικά, βρέθηκε να μαγειρεύει επαγγελματικά στην κουζίνα. Συνέχισε με παρουσία σε πολλά ταϊλανδέζικα της Αθήνας, όπου κουράστηκε να ακούει την ίδια πρόταση ξανά και ξανά: «Στην Ελλάδα δεν το τρώνε αυτό». Πόσο θα άντεχε να μην μπορεί να μαγειρεύει αυτό που ήξερε καλά και είχε γευτεί με δεκάδες διαφορετικούς τρόπους; Το Tuk Tuk ήταν η λογική κατάληξη όλης αυτής της πορείας. Κάπου σε ένα ακόμα ταξίδι στην Ταϊλάνδη, έμεινε για έναν μήνα, το σκέφτηκε, αγόρασε εξοπλισμό, τον έστειλε στην Αθήνα και γύρισε για να ανοίξει με τον Κώστα Λάλα ένα «ταϊλανδέζικο σουβλατζίδικο». Μικρό, low budget, με ελάχιστες θέσεις, λίγο takeaway, φαγητό που ήθελε ο ίδιος να τρώει, μουσική που ήθελε ο ίδιος να ακούει. Αν είχε φανταστεί ποτέ την επιτυχία του από τις πρώτες κιόλας μέρες; Όχι δεν είχε πάει καν το μυαλό του ότι δουλεύοντας σε μια κουζίνα με γκαζιέρες και οικιακό ψυγείο θα μπορούσε να γίνει talk of the town μέσα σε ελάχιστο χρόνο. Αλλά ο Μπάμπης έχει μαγικά χέρια. Περισσότερο, όμως, έχει εμμονή με την σωστή απόδοση των γεύσεων. Την αυθεντικότητα και την αλήθεια. Καταλαβαίνουμε την έκπληξή του μπροστά στο success αλλά για εμάς είναι μια εντελώς σωστή και δικαιολογημένη εξέλιξη.

Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής

Η αγάπη του για την Ταϊλάνδη συνεχίστηκε αμείωτα. Και εννοείται ότι πια λίγο ένιωθε τουρίστας στα ταξίδια του και περισσότερο λειτουργούσe σαν ερευνητής: φάρμες, σεφ, πρώτες ύλες, περιοχές, πιάτα, street food, local νοοτροπίες. Μέχρι που, όπως λέει και ο ίδιος, «τερμάτισε την πίστα». Κι εκεί μπήκε η Ιαπωνία. Η γνωριμία του με τον Πετρή στο Κουκάκι και τα ταξίδια του τελευταίου σε αποστακτήρια τον παρακίνησαν να δηλώσει την πρώτη του συμμετοχή σε βιωματικό και εκπαιδευτικό ταξίδι στο Τόκιο. Έμεινε μερικές μέρες παραπάνω, έψαχνε σεμινάρια για ramen, δεν έβρισκε κάτι αρκετά σοβαρό, πείσμωσε, γύρισε στην Αθήνα και άρχισε να ψάχνει πώς θα πάει πίσω για να μπορεί να εκπαιδευτεί ουσιαστικά στον νέο του έρωτα. Βρήκε σχολή, βρήκε stage, πήγε στην Ιοκοχάμα με την Κασσιανή Χατζηγεωργίου, το δεξί του χέρι και πολυτάλαντο κορίτσι, έκανε μάθημα το βράδυ και δούλευε σε ραμενάδικο το πρωί. Αργότερα δούλεψε και στα yakitori. Αυτές οι εμπειρίες ήταν ικανές για να πάρει φωτιά το μυαλό του. Το plan Β είχε ήδη αρχίσει να γεννιέται ακόμη και μπει καν στη διαδικασία να το ονειρευτεί.

Το ταξίδι του Μπάμπη Ασκερίδη στο Τόκιο ήταν καθοριστικό. Η επαφή του με την ιαπωνική κουζίνα γέννησε στο μυαλό του νέες ιδέες. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής

Ο ίδιος το λέει ξεκάθαρα: δεν τον ενδιαφέρει να μάθει μια συνταγή και να την αναπαράγει. Τον ενδιαφέρει να καταλάβει τι κρύβεται πίσω της. Μόνο έτσι μπορεί να αποκωδικοποιήσει πραγματικά ένα πιάτο, να καταλάβει από ποια περιοχή έρχεται, γιατί έχει αυτή την επίγευση, γιατί δουλεύτηκε έτσι. Γι’ αυτό και δεν μπήκε ποτέ στη λογική να κάνει sushi επειδή απλώς και μόνο έχει ταυτιστεί στην συνείδηση των Ελλήνων με τα ιαπωνικά εστιατόρια. Αν ο Μπάμπης δεν καταλάβει σε βάθος ένα πιάτο, δεν τον ενδιαφέρει να το αγγίξει. Και αυτό είναι που τον διαφοροποιεί πολύ και τον κάνει να ξεχωρίζει.

Το όραμα που έγινε πράξη κάτω από την Ακρόπολη

Οι δύο τους συναντήθηκαν εκεί ακριβώς: στην εμμονή τους με το αυθεντικό, ως προσωπικά βιωμένη γνώση. Σε ένα μπαρ, σε ένα ταξίδι στην Ταϊλάνδη, ο Ασκερίδης είπε στον Πετρή ότι ενώ χρόνια σκεφτόταν να ανοίξει δεύτερο ταϊλανδέζικο, τελικά αν άνοιγε κάτι νέο θα ήταν ιαπωνικό. Και ο Πετρής απάντησε αμέσως ότι το δικό του όνειρο ήταν να ανοίξει μια izakaya. Δεν ήθελαν ένα αναμενόμενο ιαπωνικό. Δεν ήθελαν premium μινιμαλισμό, ούτε ένα χώρο που για sushi, omakase και αποστειρωμένο design. Ήθελαν μια sakaba στην καρδιά της Αθήνας, ένα casual, comfort μαγαζί με πιάτα από διαφορετικά σημεία της Ιαπωνίας όπου θα μπορεί κάποιος να νιώσει την κουλτούρα της τόσο μακρινής χώρας, θα γίνει για λίγο κομμάτι της.

Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής

Το μαγαζί που έφτιαξαν – με τη βοήθεια της Κατερίνας Μπακάλου- είναι ακριβώς αυτό. Μια γενναία δόση Ιαπωνίας που δεν προσποιείται, δεν υποδύεται κάτι. Φαναράκια, booths από ξύλο, stools μπροστά στην ανοιχτή κουζίνα, tatami γωνιά, αφίσες, 90s αναφορές, αντικείμενα από ταξίδια, μεταχειρισμένα κομμάτια με παρελθόν, τοίχοι που κουβαλάνε αληθινή ιστορία. Το Kuchisabishii είναι η ιαπωνική pub που θέλεις να κάνεις στέκι, κάτι σαν αστική ταβέρνα που ξέρεις ότι θα ζήσεις πολλές στιγμές, αφόρητα φορτωμένο και ζωντανό, με θεατρικότητα και ζεστασιά, ιδανικό για εκείνους που κουράστηκαν πια με ό,τι προσπαθεί να πείσει για την αρτιότητά του.

Η ίδια λογική περνά και στο φαγητό. Ευτυχώς ο Μπάμπης δεν αγαπά τίποτα ελληνοποιημένο και δεν νιώθει την ανάγκη να δημιουργήσει γεύσεις που υποτιθέμενα ταιριάζουν με το ελληνικό στομαχάκι μας.  Οι ζωμοί μένουν όπως τους έμαθαν, τα αρώματα της κουζίνας είναι παρόντα και ακραία γαργαλιστικά.  Θέλουν, όπως το έχει πει ο Πετρής, το μαγαζί να μυρίζει Ιαπωνία όπως ένα fish and chips μαγαζί μυρίζει Αγγλία και αυτό το πέτυχαν. Το μενού χτίστηκε με τη λογική που έχει και το Tuk Tuk: από πράγματα που έχουν φάει, αγαπήσει και θέλουν πραγματικά να ξαναδούν στο τραπέζι τους. Από τα ψωμάκια των 7-Eleven μέχρι τη crème brûlée των convenience stores, από τα yakitori μέχρι τα noodles και τα kare. Απίστευτο και όμως αληθινό.

Τα gyoza του Kuchisabishii, ένα επικό πιάτο. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής

Για μια πρώτη επίσκεψη, τα πιάτα που αξίζει να κοιτάξει κανείς είναι αυτά που δείχνουν πιο καθαρά τον χαρακτήρα του μαγαζιού. Τα tebasaki gyoza, οι ξεκοκαλισμένες φτερούγες κοτόπουλου γεμιστές με γέμιση τύπου gyoza, είναι από τα πιο χαρακτηριστικά. Το kare-pan, τα τηγανητά ψωμάκια με curry γέμιση, κουβαλά κατευθείαν αυτή τη 7-Eleven μνήμη, τα yakitori, είτε σε tsukune είτε σε kawa, αποδεικνύουν την επίπονη εκπαίδευση του Μπάμπη. Το Hokkaido miso ramen είναι από τα bowls που ξεχωρίζουν, ενώ το Okinawa kare με μοσχάρι και γάλα καρύδας έχει γίνει ήδη best seller. Στο τέλος, σχεδόν υποχρεωτικά, έρχεται η σειρά για την crème brûlée, την καραμελένια ιαπωνική κρέμα που ολοκληρώνει τέλεια το γευστικό ταξίδι.

Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής

Κι αν το φαγητό είναι η μία μισή ιστορία, τα ποτά είναι η άλλη. Το Kuchisabishii δεν αντιμετωπίζει τη μπάρα σαν συμπλήρωμα. Η λογική των highballs, των easy long drinks, των χαμηλότερων αλκοολικών ποτών που πίνεις περισσότερα και πιο ευχάριστα, είναι κεντρική. Όπως λέει ο Πετρής, στην Ιαπωνία δεν πίνουν «ιαπωνικά» μόνο με yuzu και shiso. Πίνουν whisky με σόδα, gin soda, cassis soda, ακόμα και λικέρ γιαουρτιού με σόδα. Αυτή τη χαλαρή, καθημερινή σχέση με το ποτό έφεραν στο μαγαζί με haiboru βασισμένα σε Pony & Jigger λικέρ και ανθρακικό, Japanese beers, sake και κρασιά.

Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής

Στο τέλος της ιστορίας, υπάρχει και μια ακόμη ενδιαφέρουσα υπόσχεση συνέχειας. Εξάλλου και οι δυο τους διατηρούν ακμαία τη σχέση τους με την Ασία. Ο Πετρής συνεχίζει να πηγαίνει κάθε χρόνο στην Ιαπωνία, να εμβαθύνει, να χτίζει σχέσεις, να οργανώνει ταξίδια και να μεταφέρει εμπειρίες. Ο Ασκερίδης επίσης θέλει να συνεχίσει την εκπαίδευσή του, να μάθει περισσότερα, να ανοίξει κι άλλο αυτή τη σχέση με τα noodles, τα επιδόρπια και τις τοπικές κουζίνες της χώρας. Και μαζί, όπως προκύπτει και από όσα λέει ο ίδιος ο Γιάννης, δεν αποκλείουν καθόλου το επόμενο μεγάλο βήμα να είναι ένα νέο ασιατικό εγχείρημα, κάτι που να έχει σχέση με την Κίνα.

Γιάννης και Μπάμπης. Ίσως το επόμενο πρότζεκτ να χτίζεται ήδη στο μυαλό τους. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής

Ο ίδιος  μιλά για αυτή τη χώρα σχεδόν με θαυμασμό, σαν «τη μαμά όλων»: από εκεί ήρθαν το ramen, τα dumplings, τα ζυμαρικά. Και κάπως έτσι, το Kuchisabishii μοιάζει λιγότερο με άφιξη και περισσότερο με ενδιάμεσο σταθμό. Δύο άνθρωποι που ενώθηκαν σε ένα κοινό πρότζεκτ, αλλά στην πραγματικότητα συνεχίζουν να κάνουν αυτό που έκαναν πάντα: να ταξιδεύουν, να μαθαίνουν και να αφηγούνται ιστιρίες, ο καθένας με τον τρόπο του. Είδατε λοιπόν ότι τα success stories δεν είναι καθόλου ζήτημα τύχης;