Είναι νόμιμο, ενδεχομένως και ηθικό, να υποθέσουμε ότι όταν τις προάλλες ο Μάριο Ντράγκι ευχήθηκε «ένα κβαντικό άλμα προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση» ήταν επειδή, χρόνια τώρα στο κουρμπέτι της Φρανκφούρτης, ήρθε τελικά αντιμέτωπος με το φάσμα ενός καθαρά τευτονικού ευρωπαϊκού πεπρωμένου, όπως το ευαγγελίζεται ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε. Τώρα, ακόμη και αν ελάχιστοι ξέρουμε τι ακριβώς είναι «κβαντικό», σαφώς όλοι ξέρουμε και συμφωνούμε ότι τα κανονικά άλματα, είτε στον χώρο είτε στον χρόνο, γίνονται πάντα προς τα εμπρός. Μόνο που η κανονικότητα στον ελληνικό χωρόχρονο μοιάζει να βρίσκεται πάντα υπό διαπραγμάτευση. Είναι ίσως άμετρα φιλόδοξο να μιλάμε εδώ για άλματα. Ακινησία, βήμα σημειωτόν, ένα βήμα μπρος και δύο πίσω είναι παραστάσεις και περιγραφές οι οποίες παρ’ ημίν απαντούν με μεγαλύτερη στατιστική συχνότητα, τουλάχιστον σε στιγμές ειλικρινούς αυτοενδοσκόπησης.
Ωστόσο η αναδίφηση του ζητήματος της κανονικότητας με καθαρά πολιτικούς όρους, όπως συμβαίνει επί το πλείστον, κρατεί σε μερική ή και ολική έκλειψη την πολιτισμική του όψη. Και στο νευραλγικό κέντρο του ζητήματος εντοπίζεται, όπως πρόσφατα διέγνωσε και ο Στέλιος Ράμφος, η ιδιόρρυθμη σχέση μας με την ιστορικότητα ή, για να το πούμε αλλιώς, ο ιδιόβουλος τρόπος με τον οποίο βιώνουμε τη σχέση μας με τον χρόνο, προκρίνοντας ένα είδος μυθολογικής αχρονικότητας που αντλεί κύρος από ένα λίγο-πολύ μουσειακό παρελθόν αντί για μια παραδοχή ανοιχτής προοπτικής που υπαγορεύει ευθύνες για το παρόν και το μέλλον. Πρόκειται για κλειστό κύκλωμα που λειτουργεί με απλές επιθυμίες και όχι με προγραμματισμό, με μεσσιανικές προσδοκίες και όχι με συμμετοχική διαθεσιμότητα, με ηρωικά εικονίσματα του «τότε» αλλά σπανίως με σεβασμό στους φιλόπονους, πλην κατά κανόνα άσημους διακόνους της σήμερον και της αύριον.
Το ζήτημα λοιπόν είναι βαθύτατα πολιτισμικό, αλλά ελπίζω ότι δεν είμαι μόνος όταν σκέφτομαι ότι η φαινομενολογία της τρέχουσας πολιτικής πραγματικότητας τείνει να το αναδείξει και να το επικαιροποιήσει με νέα ένταση. Για τον σκοπό αυτόν οι αξιωματούχοι της νέας κυβέρνησης έχουν ξοδέψει ικανό χρόνο και δεν χρειάζεται να ανήκεις στην προγραμματική αντιπολίτευση για να αποκομίζεις την αίσθηση αυτοσυγχαιρόμενης ραθυμίας, παλίνδρομων σκιρτημάτων και αναχρονιστικής πατριδογνωσίας πίσω από δημηγορίες «περηφάνιας – αξιοπρέπειας» και ιερατικές πεποιθήσεις ηθικής ανωτερότητας.
Παρ’ όλο που βλάπτουν εν τη πράξει οι αρειμάνιες, erga omnes υλακές του ταγού των ΑΝΕΛ, δεν συνιστούν αξιόμαχη και κυρίως σοβαρή αντιπαλότητα. Ηπιότερες και συμπαθέστερες κυβερνητικές φιγούρες ωστόσο σε τηλεοπτικές εμφανίσεις τους και ερωτώμενες για τις πιθανές συνέπειες καθυστέρησης αποπληρωμής των δόσεων στο ΔΝΤ αντιδρούν με την καθησυχαστική και κυρίως ησυχαστική νωχέλεια δερβίση που έχει αποθέσει πάσαν βιοτικήν μέριμναν, προφανώς πεπεισμένος ότι στους κουτόφραγκους αρμόζει το «αέρα έδωκες, αέρα θα λάβεις». Ισως κάποτε αντιληφθούμε, πραγματολογικά, μυθοπλαστικά ή γελοιογραφικιά και με περισσότερες ιλαρές λεπτομέρειες πόσο αναχρονιστικά έκτοπη ήταν η παρουσία του έλληνα υπουργού Οικονομικών στο Eurogroup όταν φιλοτεχνούσε μεν οράματα και θάματα για το ευρωπαϊκό μέλλον αλλά δεν κατάφερνε να αποτινάξει από πάνω του την αμέριμνη αυταρέσκεια που ευδοκιμεί στο «σταρ σύστεμ» του βαλκανικού επαρχιωτισμού.
Ο ίδιος ο Πρωθυπουργός, με σημειολογικές, κατά το δημοσιογραφικώς λεγόμενο, προθέσεις, επέλεξε να λιτανεύσει εικονίσματα του δικού του βιωματικού παρελθόντος, αλλά δεν είναι εύκολο να κατανοήσει κανείς γιατί ο σεβασμός που δικαιούται ένας πατριωτικός τολμητίας τού τότε τον κάνει οπωσδήποτε προσφυή σύμβουλο πατριωτισμού και ελληνοπρεπούς φρονήματος σε εποχές όπου η θεσμική ολοκλήρωση του κοινού ευρωπαϊκού οικοδομήματος και το δραστικότερο μοίρασμα της κυριαρχίας μέσα από κοινούς θεσμούς φαίνεται να υπόσχονται την καλύτερη εγγύηση απέναντι στην αμυντική εσωστρέφεια και στις ψευδαισθήσεις μιας «λαμπρής απομόνωσης». Και δεν είναι μόνο για λόγους αυτοπαρηγοριάς που πρέπει να πιστέψουμε τον ίδιο πρωθυπουργό όταν ανακαλύπτει ότι η Ευρώπη είναι τελικά «ερωτεύσιμη» ή όταν εκφωνεί επίσημο πανηγυρικό με έμφαση στην ευρωπαϊκή Ελλάδα, αλλά διατηρούμε το δικαίωμα να ανησυχούμε για την επόμενη (έστω και για λόγους εσωτερικής κατανάλωσης) παλίνδρομη χειρονομία, αν όχι από τον ίδιο, ίσως από άλλα δαιμονικά που λουφάζουν όσο ο βραχνάς της ρευστότητας ασκεί σχεδόν ολοκληρωτική κατάληψη στον χώρο του δημόσιου λόγου.
Πιθανότατα κάποιοι στην κυβέρνηση και γύρω από αυτήν αισθάνονται ότι το «πρώτη φορά αριστερά» συνιστά αξία καθ’ εαυτό και δεν επιβάλλει περαιτέρω εκτιμήσεις για την κατάληξη του δρομολογίου –ένα είδος ανθρωποδικίας που μας την όφειλε η Ιστορία και που πρέπει τώρα να υποδεχθούμε την Ηθική της ως ipso facto ευγενέστερη από ό,τι άλλο προηγήθηκε ιστορικά. Και αυτός είναι ένας από τους κύριους λόγους για τους οποίους η νέα κυβέρνηση μοιάζει, ως τώρα τουλάχιστον, να πιστεύει ότι ο πολιτικός χρόνος, που οι άλλοι τον μετρούν εις χρήμα και εις βάρος μας, για το κυβερνητικό ντεμπούτο της Αριστεράς αποτελεί αυτοδικαίως ανανεώσιμη πηγή ενέργειας όπου το επικοινωνιακό «σημειωτόν» φτάνει και περισσεύει. Για κανονικό άλμα, ούτε λόγος. Και αν μπορούμε να υποθέσουμε ότι το «κβαντικό» άλμα που συνιστά ο Μάριο Ντράγκι θα επιχειρηθεί σύντομα και ερήμην μας, ίσως τότε ούτε το βήμα ταχύ θα είναι αρκετό για να προϋπαντήσουμε τη νέα πραγματικότητα.
O κ. Θεόδωρος Δ. Παπαγγελής είναι καθηγητής του Τμήματος Φιλολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ



