Τα μεγάλα λόγια περισσεύουν. Το ίδιο και οι βαθυστόχαστες εκθέσεις ιδεών. Κάποιοι νομίζουν πως μπορούν να μας πείσουν, πως ζούμε στο βασίλειο της ελευθερίας και όχι σε αυτό των αναγκών. Αλήθεια είναι ότι έχει εμπεδωθεί η αντίληψη, πως οι μεγαλεπήβολες διακηρύξεις προσδίδουν αξία σε όσους τις επικαλούνται. Η πραγματικότητα ωστόσο είναι διαφορετική. Τα λεγόμενα «μικρά» και καθημερινά, τα οποία πολλοί τα θεωρούν άχαρα και δεν καταγίνονται με αυτά, επισκιάζουν τη μεγάλη εικόνα.
Ασφαλώς και αγνοούν πως η αλλαγή των «μικρών», τροποποιεί μακροπρόθεσμα τις συνθήκες και στα αποκαλούμενα «μεγάλα». Ουσιαστικά αποστρέφονται την προσγείωση στην πραγματική ζωή και αρέσκονται σε κούφιες υποσχέσεις, που παραπέμπουν σε ιδεατούς κόσμους. Με άλλα λόγια καταφεύγουν σε άπιαστα οράματα, αρνούμενοι τη γήινη σχέση με το κοινωνικό, οικονομικό και πολιτισμικό περιβάλλον.
«Μπορώ να δω τον κόσμο μέσα από ένα κόκκο άμμου και τον παράδεισο σε ένα αγριολούλουδο» για να επικαλεστώ τον Ουίλ Μπλέικ. Ο μεγάλος αυτός Άγγλος ποιητής, αποκωδικοποιώντας τον, υποστηρίζει πως από το μικρό και το μερικό, μπορούμε να αναχθούμε στο ολικό και στο γενικό. Ως εκ τούτου μόνο η επιστροφή στο μικρό και στο μερικό, μπορεί να αναδείξει το μεγάλο και το σημαντικό. Κάτι ήξεραν οι πρωταγωνιστές του γαλλικού Μάη του 68 όταν μεταξύ άλλων ως κεντρικό τους σύνθημα είχαν και το «εκτός από τον Ιμπεριαλισμό υπάρχει και η μοναξιά».
Η υπαρξιακή αγωνία φωλιάζει στις ψυχές των ανθρώπων. Απλώς ο καθένας τη βιώνει διαφορετικά. Και αυτό γιατί προκαλείται από την κοινωνική του θέση και πρωτίστως την ηλικιακή του κατηγορία. Άλλωστε οι εσωτερικές του ανησυχίες και αναζητήσεις επηρεάζονται σε μεγάλο βαθμό από τα βιώματα, αλλά και τις δυσκολίες που ο κάθε πολίτης αντιμετωπίζει ξεχωριστά.
Φαίνεται πλέον καθαρά, πως στην τωρινή εποχή τα προβλήματα αποξένωσης, απομόνωσης ακόμη και εγκατάλειψης έχουν προσλάβει οξείες διαστάσεις. Οι μεταβολές οι οποίες εμφανίζονται στο κοινωνικό σώμα, τα επιτείνουν. Η οικογενειακή αλληλεγγύη έχει εξασθενίσει. Οι αξίες και οι αρχές που άλλοτε λειτουργούσαν ως πυξίδα, έχουν αποδυναμωθεί από έναν ακραίο εγωισμό και ατομικισμό.
Επομένως οι αλλαγές στην οικογένεια, στην κοινωνία, στην εργασία έχουν διαμορφώσει νέες συνθήκες συνύπαρξης. Η μέριμνα της πολιτείας απέχει παρασάγγας από τις πραγματικές ανάγκες των πολιτών. Ιδιαίτερα για τους πιο ευάλωτους και για τους ανθρώπους της τρίτης ηλικίας. Το νιάξιμο που άλλοτε ήταν συστατικό στοιχείο της συνοχής και της ανθεκτικότητας του πληθυσμού, έχει δραστικά υποχωρήσει. Τείνει να γίνει είδος εν ανεπαρκεία.
Το βέβαιο είναι πως η ανάγκη φροντίδας, ατομικής, κοινωνικής, διευρύνεται συνεχώς εξαιτίας του τρόπου διαβίωσης. Δεν αποτελεί πλέον ζωτική προτεραιότητα. Ο σεβασμός και η αξιοπρέπεια, που δεν παύουν να είναι δείκτες μιας ανθρώπινης κοινωνίας, έχουν υποστεί σημαντική υποχώρηση. Η αναδίπλωση του ανθρώπου στο μικρόκοσμό του, δεν διαμορφώνει μόνο ένα νέο κοινωνικό περιβάλλον, διευρύνοντας τις αντιθέσεις και τις αντιφάσεις.
Επιπλέον προκαλεί έντονες δυσλειτουργίες κατ’ αρχάς στις ίδιες τις οικογένειες και κατ’ επέκταση στην κοινωνία ολόκληρη. Πόσο μάλλον τώρα, που το αυξανόμενο δημογραφικό πρόβλημα προκαλεί αλυσιδωτές επιπτώσεις σε συνδυασμό με την αύξηση του προσδόκιμου ζωής. Εύλογο λοιπόν είναι, οι κοινωνικοί και οικογενειακοί δεσμοί να αποδυναμώνονται, με πρώτα θύματα τους ηλικιωμένους.
Μολονότι η πρόοδος στη μάχη με το χρόνο κερδίζει διαρκώς έδαφος, εντούτοις οι άνθρωποι που έχουν κάποιες δεκαετίες στην πλάτη τους, αντιμετωπίζονται ως βάρος από την κοινωνία, ακόμη και από τους δικούς τους. Με μια πρώτη ματιά, μας φαίνεται πως υπάρχει κάτι παράδοξο. Ωστόσο είναι ερμηνεύσιμο. Μάλιστα η υπαρξιακή του διάσταση, του προσδίδει ξεχωριστή σημασία. Δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι το πρόβλημα είναι διαχρονικό. Απλώς στις μέρες μας γίνεται πιο οξύ.
Έτσι βλέπουμε πως στις αποκαλούμενες προηγμένες κοινωνίες, ο βαθμός ευημερίας τους δεν συμβαδίζει με την κοινωνικοποίηση των μελών της. Απεναντίας υπάρχει μία έντονη ασσυμετρία, που οριζοντίως τέμνει το σύνολο του πληθυσμού. Το διαγενεακό ρήγμα τροφοδοτείται ολοένα και περισσότερο, προσλαμβάνοντας έντονες διαστάσεις. Το άλλοτε λεγόμενο χάσμα γενεών, το οποίο συμπύκνωνε διαφορετικές αξίες, αρχές και ιδέες, δεν έχει εκλείψει. Αντιθέτως έχει αποκτήσει εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα.
Ουσιαστικά πρόκειται για μια νέα πραγματικότητα. Οι τωρινές κοινωνίες δεν είναι μόνο αδιαχώρητες αλλά και διασπασμένες. Ο ηλικιακός διαχωρισμός διαπερνά πλέον ολόκληρο το κοινωνικό σώμα. Η αποξένωση, η απομόνωση, η αδιαφορία, οδηγούν την τρίτη ηλικία στο περιθώριο.
Η διάρρηξη των διαγενεακών σχέσεων είναι γεγονός. Αν και οι συνθήκες οικονομικές και κοινωνικές είναι πιο ευνοϊκές απ’ ότι στο παρελθόν, οι ηλικιωμένοι άνθρωποι συνιστούν πρόβλημα για αρκετές οικογένειες. Δεν απολαμβάνουν το σεβασμό, τη φροντίδα και την αξιοπρέπεια που τους αρμόζει. Μάλιστα οι περισσότεροι προσπαθώντας να αποποιηθούν τις ευθύνες τους, τις μετακυλούν στην πολιτεία, εγκαλώντας την για έλλειψη κοινωνικών δομών.
Η αποδυνάμωση του κοινωνικού κράτους σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, είναι αναμφισβήτητο γεγονός. Το άλλοτε ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο, που λειτουργούσε ως πρότυπο, έχει υποχωρήσει δραστικά. Ακόμη και οι σκανδιναβικές χώρες που ήταν συνώνυμες της κοινωνικής φροντίδας και αλληλεγγύης, έχουν πλέον αλλάξει ριζικά. Οι γενναιόδωρες κοινωνικές τους δαπάνες, που διασφάλιζαν ανθρώπινες συνθήκες ζωής, από την κούνια έως την εκδημία όπως έλεγαν, αποτελούν πλέον παρελθόν.
Χαρακτηριστικό είναι, ότι στη Σουηδία τα όρια και το μέγεθος του κράτους, έχουν υποστεί σημαντική συρρίκνωση. Καίριες υπηρεσίες στους τομείς της υγείας, της παιδείας, της πρόνοιας έχουν ιδιωτικοποιηθεί. H ιδιωτική πρωτοβουλία κερδίζει διαρκώς έδαφος. Πάνω από τις μισές ιατρικές κλινικές βρίσκονται σε ιδιωτικά χέρια. Ένα στα τρία σχολικά λύκεια, σήμερα διοικείται από ιδιωτικούς φορείς. Αρκετά Πανεπιστήμια τα διαχειρίζονται εισηγμένες εταιρείες στο χρηματιστήριο της χώρας. Φυσικό επακόλουθο είναι ότι οι κοινωνικές δαπάνες στο σύνολό τους, να έχουν περιοριστεί στο 24% του ΑΕΠ, στο ίδιο ποσοστό με εκείνο των ΗΠΑ.
Η αναγκαστική στροφή στον ιδιωτικό τομέα, είναι μια εξαιρετικά δύσκολη άσκηση. Συνδέεται ευθέως με τα χαρακτηριστικά του κάθε κοινωνικού σχηματισμού. Διαφορετική είναι η μετάβαση στις προηγμένες χώρες, με εκείνες που εμφανίζουν έντονη υστέρηση. Όπως για παράδειγμα συμβαίνει στην Ελλάδα. Εξ ου και ο ρόλος του κράτους δεν παύει να είναι κυρίαρχος.
Η φροντίδα και η πρόνοια, δεν συνιστούν μια εύκολη υπόθεση. Το υπαρκτό κοινωνικό έλλειμα, σε συνδυασμό και με το δημογραφικό πρόβλημα, την περιπλέκουν σημαντικά. Και το χειρότερο, επιτρέπουν να αναπτυχθούν παράνομες δραστηριότητες. Αποκαλυπτικά τα κρούσματα μαύρων δομών σε διαμερίσματα και ξενοδοχεία. Εμπορεύονται την ανάγκη κοινωνικής φροντίδας και προστασίας των ανθρώπων της τρίτης ηλικίας, στοιβάζοντας τους σε άθλιες συνθήκες. Ανάλογες περιπτώσεις έχουν εμφανιστεί και σε διάφορους οίκους ευγηρίας, οι οποίοι λειτουργούν ανεξέλεγκτα, όπως συνέβη πριν δύο χρόνια στα Χανιά.
Βέβαια τα προβλήματα αυτά οφείλονται στην αύξηση της ζήτησης για φροντίδα. Και πρωτίστως στην έλλειψη σωστών και ανθρώπινων δομών φιλοξενίας. Πόσο μάλλον, που στη χώρα μας σήμερα, το 23% του πληθυσμού είναι άτομα άνω των 65 ετών. Μάλιστα η σύγκριση με τις προηγμένες χώρες, ως προς τις μονάδες φροντίδας ηλικιωμένων κρατικές και ιδιωτικές, είναι κάτι παραπάνω από απογοητευτική.
Αξιοσημείωτο είναι ότι μετά τη Βουλγαρία, η Ελλάδα είναι η δεύτερη χώρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση που διαθέτει τις λιγότερες μονάδες φροντίδας ηλικιωμένων, με τις δημόσιες να είναι ελάχιστες. Την ίδια στιγμή, οι μονάδες φροντίδας ανά 100 ηλικιωμένους στην Ελλάδα είναι μόλις το 0,45, ενώ ο μέσος όρος στις χώρες του ΟΟΣΑ ανέρχεται στο 4,7. Εξίσου αποκαλυπτικό είναι το μέγεθος των δαπανών για φροντίδα. Στην Ελλάδα είναι μόλις το 0,2% του ΑΕΠ, όταν στις χώρες του ΟΑΣΑ είναι 1,8% του ΑΕΠ.
Ως εκ τούτου, η ζοφερή πραγματικότητα που επικρατεί σε ένα καίριο τομέα της χώρας μας, που δεν είναι άλλος από την ανάγκη φροντίδας των ηλικιωμένων, έρχεται να δείξει πως η απόσταση που πρέπει να διανύσουμε για να προσεγγίσουμε το μέσο ευρωπαϊκό όρο, είναι τεράστια. Η απουσία κοινωνικών δομών δεν αντιμετωπίζεται με επιδοματικές λογικές. Ούτε οι δημοσιονομικές δυνατότητες καθιστούν απαγορευτική τη δημιουργία τους.
Απλώς χρειάζεται προνοητικότητα και μέριμνα από την πολιτεία, για τις αυξανόμενες ανάγκες που δημιουργούνται εξαιτίας των αλλαγών στην οικογένεια, στην κοινωνία, στην εργασία. Και κάτι άλλο εξίσου σημαντικό. Είναι πλέον καιρός να αποενοχοποιηθεί ο ιδιωτικός τομέας, ο οποίος μπορεί να έχει τη δική του συμβολή και συνδρομή στην απόκτηση των απαραίτητων κοινωνικών δομών. Αρκεί βέβαια οι πράξεις και οι ενέργειες του, να ξεχωρίζουν για την φροντίδα της ανθρώπινης ζωής.
Ο εξανθρωπισμός ενός συστήματος υστέρησης, που επιτείνει τις κοινωνικές ανισότητες και τους ηλικιακούς αποκλεισμούς είναι μια ρεαλιστική επιδίωξη. Αποκτά δε πρακτικό αντίκρισμα, όταν υπερβαίνουμε ιδεοληπτικές εμμονές και αγκυλώσεις του παρελθόντος. Πρόσφατα επισκέφτηκα τα χωριά που γεννήθηκα και μεγάλωσα στο Ρέθυμνο. Στο όμορφο Αμάρι μου δόθηκε η ευκαιρία , να δω από κοντά στο χωριό Γερακάρι τη μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων Αγκάλη. Πρόκειται για μια πρότυπη ιδιωτική υποδομή, που μπορείς να βρεις μόνο σε προηγμένες περιοχές της Ευρώπης. Μια σύγχρονη μονάδα για τους ανθρώπους της τρίτης ηλικίας που θα τη ζήλευαν ακόμη και οι καλύτερες ευρωπαϊκές.
Αναλογιζόμενος τα όσα συμβαίνουν στη χώρα μας, έφερα στη μνήμη μου τον Αμερικανό φιλόσοφο Τόντ Μέι, ο οποίος στο βιβλίο του «Φροντίδα -Στοχασμοί για το ποιοι είμαστε», γράφει « Η φροντίδα είναι αυτό που μας συνδέει πιο ριζικά με τον κόσμο. Αν δεν υπήρχε, εγώ και ο κόσμος θα συρρικνωνόμασταν, θα είμασταν φτωχότεροι σε πολλά επίπεδα».
Ο κύριος Γιώργος Πανταγιάς είναι σύμβουλος Στρατηγικής και Επικοινωνίας.






