Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Το 1956 ο καστοριανός έμπορος Θωμάς Στουγιαννίδης, ο οποίος διατηρούσε μπακάλικο, αποφάσισε να φτιάξει στη Βασιλειάδα Καστοριάς ένα μικρό συσκευαστήριο οσπρίων για να πουλάει χύμα φασόλια και φάβα στους συντοπίτες του- «άντε και στους Θεσσαλονικιούς», όπως έλεγε. Δεν φανταζόταν, φυσικά, ότι μισόν αιώνα αργότερα ένας βέρος Νεοϋορκέζος θα πλήρωνε 12 δολάρια για ένα πιάτο βιολογικά φασόλια από τη δική του επιχείρηση σε σοφιστικέ εστιατόριο του Μανχάταν. Δεν πρόλαβε κιόλας να δει αυτή τη εξέλιξη, αφού εν τω μεταξύ απεδήμησεν εις Κύριον.

Πρόλαβε, όμως, στη δεκαετία του ΄50 να στήσει στα πόδια της μια μικρή βιοτεχνική μονάδα που τυποποιούσε φασόλια γίγαντες, φασόλια πλακέ και φάβα. Σαν σε παλιά ασπρόμαυρη ελληνική ταινία, αφού πρόβλεψε την αξία της συσκευασίας, άρχισε να στέλνει τα προϊόντα του με τρένο στη Θεσσαλονίκη και στην Αθήνα. Αλλωστε τα όσπρια Καστοριάς ήταν ονομαστά από τον Μεσοπόλεμο στην Ελλάδα και αυτό ακριβώς εκμεταλλεύτηκε και ο ίδιος, βάζοντας την ετικέτα «Φασόλια Καστοριάς» στις συσκευασίες. Στα τέλη της δεκαετίας του ΄50 τα προϊόντα του τα απολάμβαναν ήδη Θεσσαλονικείς και Αθηναίοι. Μερικά χρόνια αργότερα αγόρασε ένα παλαιό φορτηγό για να κάνει τις εμπορικές του κινήσεις (ανατολικογερμανικό παρακαλώ, σπανιότατη περίπτωση για τη δεκαετία του ΄60), ενώ στα μέσα της ίδιας δεκαετίας ανανέωσε τον εξοπλισμό με 2-3 μηχανήματα, αξιοπρεπή για την εποχή. Ολα αυτά από τη σχετικά μικρή κερδοφορία του την οποία στο σύνολό της επανεπένδυε.

Το 1967 ανέλαβε την οικογενειακή επιχείρηση ο γαμπρός του Ιωάννης Φωτιάδης, ο οποίος ήταν ούτως ή άλλως το δεξί του χέρι. Ο Φωτιάδης, ο οποίος αγαπούσε τη δουλειά ιδιαίτερα, σκέφτηκε δύο πράγματα για να την επεκτείνει: πρώτον, να συσκευάσει τα όσπρια σε μισόκιλα και, δεύτερον, να κάνει εξαγωγές πέρα από τα όρια της χώρας. Ετσι, το 1971 έφυγαν οι πρώτες ποσότητες με συσκευασίες των 500 γραμμαρίων και την ετικέτα «Φασόλια Καστοριάς» προς τη Γερμανία. Αρχικά μόνο για τους έλληνες μετανάστες (οι οποίοι εκείνη την εποχή είχαν φθάσει στο 1 εκατ.) αλλά αργότερα, μέσω των ελληνικών εστιατορίων, και για τους Γερμανούς, οι οποίοι άρχισαν να τρώνε φασόλια.

Εν τω μεταξύ, όμως, τα μισόκιλα διανέμονταν και στην αγορά της Αθήνας μέσω της Αθηνάς, του πρώτου συνεταιρισμού παντοπωλών της πρωτεύουσας. Η οικογενειακή επιχείρηση βρέθηκε εκτός αθηναϊκής αγοράς μερικά χρόνια αργότερα, μετά την εξαγορά του συνεταιρισμού παντοπωλών από τον κ. Βερόπουλο . Εν συνεχεία, λόγω των εισαγωγών οσπρίων από την Ασία και την Τουρκία τη δεκαετία του ΄80 αναγκάστηκε να περιοριστεί ξανά στην περιοχή της Β. Ελλάδας.

Στην αγορά της Νέας Υόρκης Η οικογενειακή επιχείρηση συνέχισε με αυτόν τον ρυθμό την πορεία της ως το 1996, οπότε ο Ιωάννης Φωτιάδης πέθανε ξαφνικά και όχι σε μεγάλη ηλικία. Προς στιγμήν φάνηκε ότι η επιχείρηση θα έχει πρόβλημα αφού στη θέση του υπήρχε μόνον η χήρα του. Παράλληλα, κάποιοι θεσσαλονικείς μεγαλέμποροι είχαν βάλει στο μάτι τη μονάδα.

Τελικά, όμως, ο γιος του Ιωάννη Τρ. Φωτιάδης, πολιτικός μηχανικός το επάγγελμα και υπάλληλος ως τότε στη Νομαρχία Καστοριάς, παραιτήθηκε από τη θέση του και συνεταιρίστηκε με τη μητέρα του στην επιχείρηση.

Ηδη από το 1989 η επιχείρηση διέθετε μια μεγαλύτερη μονάδα συσκευασίας στην Κολοκυνθού Καστοριάς, με 14 άτομα προσωπικό και περίπου 115 αγρότες-παραγωγούς της περιοχής οι οποίοι προμήθευαν την πρώτη ύλη.

«Τους θεωρώ οικογένειά μου» λέει ο κ. Φωτιάδης, ο οποίος προχώρησε αργά αλλά σταθερά ένα βήμα πέρα από τις επιδόσεις του παππού του και του πατέρα του: αντιλήφθηκε γρήγορα τη σημασία ενός προϊόντος με ξεχωριστή ποιότητα και ονομασία προέλευσης, αλλά και την αυξανόμενη ζήτηση για βιολογικά προϊόντα για τα οποία οι επιλεκτικοί καταναλωτές μπορούν να πληρώσουν «κάτι παραπάνω». Παράλληλα, έδωσε στην επιχείρηση τη σημερινή της ονομασία, Αrosis, για να είναι διεθνώς αναγνωρίσιμη.

Τρία χρόνια αργότερα, το 1999, έκανε το μεγάλο άλμα με εξαγωγές προς τις ΗΠΑ. Βρήκε τον Ελληνοαμερικανό Πολ Χατζηπολυχρόνη ο οποίος είχε την εμπορική εταιρεία Τitan Foods στη Νέα Υόρκη και άρχισε να του πουλάει επώνυμα φασόλια και φακές με ονομασία προέλευσης και βιολογικής καλλιέργειας.

Σύντομα η προτίμηση για τα ελληνικά όσπρια ξέφυγε από τα στενά όρια της ομογένειας του Μεγάλου Μήλου και επεκτάθηκε στα γκουρμέ εστιατόρια μεσογειακής κουζίνας στο Μανχάταν, στον πυρήνα της παγκόσμιας μητρόπολης. Σερβίρεται και σήμερα το πιάτο «γίγαντες πλακί» με 12 δολάρια σε εστιατόρια με ελληνική και μεσογειακή κουζίνα στην 5η και στην 7η Λεωφόρο όπως το Floral, το Μolyvos, το Αura και το Santa Αnna όπου κλείνεις τραπέζι 20 ημέρες νωρίτερα.

Από το 2004 τα όσπρια με τη φίρμα Αrosis φιγουράρουν στα ράφια και των ειδικών σουπερμάρκετ της Νέας Υόρκης που πωλούν βιολογικά προϊόντα ελεγμένης ποιότητας.

« Τα δικά μας φασόλια είναι τρεις φορές ακριβότερα από τα τουρκικά ή τα λατινοαμερικανικά, αλλά η ποιότητά τους κάνει τους Αμερικανούς να τα προτιμούν. Επειδή δεν μπορούμε να τους συναγωνιστούμε σε τιμή λόγω των χαμηλών εργατικών τους, τους κερδίζουμε στην ποιότητα » λέει ο κ. Φωτιάδης.

Η διαμάχη με τους μεγαλεμπόρους
Ενα από τα πρώτα «στραβά» που αντιλήφθηκε ο κ. Τρ. Φωτιάδης όταν ανέλαβε την οικογενειακή επιχείρηση ήταν η νόθευση που γινόταν στα προϊόντα του. Συγκεκριμένα, κατάλαβε ότι όταν πουλούσε χύμα 1 κιλό φασόλια στην Καστοριά αυτό αναμειγνυόταν με πάμφθηνα κινεζικά φασόλια αμφίβολης ποιότητας στην Αθήνα και πωλείτο σε συσκευασίες των 10 κιλών στη χονδρική, ενώ οι έμποροι άφηναν να εννοηθεί ότι το προϊόν ήταν όλο ελληνικό!

« Μας απασχόλησε πολύ αυτό, το ψάξαμε και βρήκαμε ότι δύο μεγάλες εμπορικές φίρμες βρίσκονταν πίσω από την ιστορία » τονίζει. Τελικά, ύστερα από μεγάλες πιέσεις προς τους ελεγκτικούς μηχανισμούς του υπουργείου Ανάπτυξης έγιναν εξονυχιστικοί έλεγχοι και επιβλήθηκε πρόστιμο στις εταιρείες 3Α και Αgrino για τη νόθευση αυτή.