Οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή με επίκεντρο το Ιράν δημιουργούν μια νέα, επικίνδυνη γεωπολιτική πραγματικότητα. Η Ελλάδα βρίσκεται σε ένα περιβάλλον αυξημένης στρατιωτικής κινητικότητας, ενεργειακής αβεβαιότητας και γεωπολιτικών ανακατατάξεων, με τις συνέπειες να διαχέονται πολύ πέρα από το άμεσο πεδίο της σύγκρουσης. Η συγκυρία απαιτεί σαφή στρατηγική πυξίδα, καθαρές γραμμές και εθνική ευθύνη.
Η πρώτη γραμμή πρέπει να είναι ξεκάθαρη: καμία εμπλοκή της Ελλάδας στις πολεμικές επιχειρήσεις στο Ιράν. Η χώρα μας είναι παράγοντας ειρήνης και σταθερότητας στην περιοχή, με προσήλωση στο διεθνές δίκαιο. Η στρατιωτική παρουσία μας στην Ανατολική Μεσόγειο πρέπει να υπηρετεί αποκλειστικά τα κυριαρχικά μας συμφέροντα και την προστασία του ελληνισμού σε Ελλάδα και Κύπρο. Η αποτροπή δεν ταυτίζεται με τη συμμετοχή σε επιχειρήσεις τρίτων δυνάμεων, ούτε με τη διευκόλυνση έναρξης επιχειρήσεων από ελληνικό έδαφος. Οφείλουμε να διαφυλάξουμε τη σταθερότητα, χωρίς να παρασυρθούμε σε περιπέτειες που θα μεταβάλουν τον ρόλο της χώρας.
Η στήριξη της Ελλάδας προς την Κυπριακή Δημοκρατία είναι αυτονόητη. Υπενθυμίζει, ταυτόχρονα, πόσο εθνικά αναγκαία είναι σήμερα η επαναφορά του ενιαίου αμυντικού δόγματος Ελλάδας – Κύπρου, που εισήγαγε ο Ανδρέας Παπανδρέου, αλλά στην πορεία εγκαταλείφθηκε. Ωστόσο, όταν διατυπώνονται ευθείες απειλές κατά κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ενωσης, απαιτείται η ενεργοποίηση του άρθρου 42.7 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ενωσης για αμοιβαία αμυντική συνδρομή από τους εταίρους, ώστε να κριθεί στην πράξη η αξιοπιστία της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής ασφάλειας. Δεν μπορεί η Ευρώπη να μιλά για στρατηγική αυτονομία, να επενδύει σε κοινή άμυνα και εξοπλισμούς και την ώρα της δοκιμασίας να περιορίζεται σε ανακοινώσεις.
Η Ελλάδα, ως μη μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, έχει την ευθύνη πρωτοβουλιών. Οφείλαμε από την αρχή και ιδίως μετά τις καθαρές απειλές κατά της Κύπρου να ζητήσουμε τη σύγκληση του Συμβουλίου Ασφαλείας. Ακόμη και αν οι διεθνείς συσχετισμοί δεν εγγυώνται αποτέλεσμα, η θεσμική ενεργοποίηση του ανώτατου οργάνου του ΟΗΕ δεν είναι τυπική κίνηση. Είναι πολιτικό μήνυμα, ότι η Ελλάδα αξιοποιεί τον θεσμικό της ρόλο, αναλαμβάνει ειρηνευτικές και διπλωματικές πρωτοβουλίες και ενισχύει το διεθνές αποτύπωμά της.
Η ενημέρωση των πολιτικών αρχηγών, που ζήτησε το ΠαΣοΚ, καθώς και η σύγκληση των αρμόδιων θεσμικών οργάνων είναι αυτονόητες πολιτικές ενέργειες. Σε περιόδους έντασης απαιτείται εθνική συνεννόηση και υπευθυνότητα. Ομως, η ουσία δεν βρίσκεται μόνο στη διαδικασία. Βρίσκεται στη διαμόρφωση καθαρών κόκκινων γραμμών, ώστε να είναι γνωστό σε συμμάχους, εταίρους και τρίτους ποια είναι τα όρια της ελληνικής στάσης. Και η θέση της Ελλάδας πρέπει να καταστεί άμεσα ευκρινής και να είναι σταθερή.
Η κρίση επηρεάζει την ενέργεια, τη ναυσιπλοΐα, τη σταθερότητα των αγορών. Η Ελλάδα ως ναυτιλιακή δύναμη σε μια κρίσιμη γεωγραφική θέση πρέπει να προετοιμαστεί για παρατεταμένη αβεβαιότητα. Χρειάζεται εθνικό σχέδιο ανθεκτικότητας, αλλά και συντονισμένη ευρωπαϊκή απάντηση. Γιατί είναι εξίσου σημαντικό μαζί με τις χώρες να θωρακιστούν και οι πολίτες από τις οικονομικές παρενέργειες της διεθνούς αναταραχής.
Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια ούτε της αφέλειας, ούτε της υπερβολής. Χρειάζεται στρατηγική ψυχραιμία, ισχυρή αποτροπή και ενεργό διπλωματική παρουσία. Σε μια εποχή που οι ισορροπίες μεταβάλλονται, η σταθερότητα δεν είναι αυτονόητη. Είναι αποτέλεσμα προετοιμασίας, καθαρών επιλογών και πολιτικής ευθύνης.
Ο κ. Μιχάλης Κατρίνης είναι βουλευτής του ΠαΣοΚ, υπεύθυνος ΚΤΕ Εθνικής Αμυνας.



