Απέρριψε κατηγορηματικά η Πρόεδρος της Επιτροπής Ανταγωνισμού Ειρήνη Σαρπ κάθε ενδεχόμενο να δέχεται πιέσεις από οικονομικά συμφέροντα η από πολιτικούς καθώς διαχειρίζεται σημαντικότατες υποθέσεις με μεγάλο οικονομικό και επιχειρηματικό ενδιαφέρον.

Η Πρόεδρος της Επιτροπής, που διετέλεσε για 40 χρόνια ανώτατη δικαστικός και πρόεδρος του ΣτΕ ανέφερε, ότι η Επιτροπή ήδη έχει επιβάλλει στο πλαίσιο της ανεξάρτητης δράσης της, που κατοχυρώνεται από τη νομοθεσία αλλά υπηρετείται από τα στελέχη της βαριά πρόστιμα σε επιχειρήσεις, της τάξεως των 10 και πλέον εκατομμυρίων ευρώ σε κάθε περίπτωση.

«Καμία εξωθεσμική πίεση στην Επιτροπή»

Η Επιτροπή υπογράμμισε η κυρία Σαρπ, δεν δέχεται καμία εξωθεσμική πίεση, τονίζοντας: «Υπάρχει όμως η διάχυτη εντύπωση ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει. Ούτε το μέγεθος μιας επιχείρησης έχει καμία επιρροή στην Επιτροπή, ούτε κανένας άλλος. Αν επιβάλλουμε πρόστιμο θα επικριθούμε γιατί το επιβάλλαμε, αν πούμε το αντίθετο πάλι θα ακούσουμε τα ίδια» ανέφερε η κυρία Σαρπ.

Απαντώντας σε ερωτήσεις αν πρέπει να αλλάξει το σύστημα επιλογής της δικαιοσύνης ενόψει της συνταγματικής αναθεώρησης, η κυρία Σαρπ υπήρξε αρνητική και τόνισε ότι με τις τελευταίες αλλαγές που έδωσαν την δυνατότητα να ψηφίζουν και οι ίδιοι οι ανώτατοι δικαστικοί, το σύστημα δεν χρειάζεται αλλαγές.

Το σύστημα επιλογής στη Δικαιοσύνη

Ειδικότερα σημείωσε μεταξύ άλλων, «ότι και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει κρίνει ότι το σύστημα καλύπτει τις ανάγκες από άποψη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των απαιτήσεων του ενωσιακού δικαίου. Όπως εξήγησε, «η μεταρρύθμιση ήδη εφαρμόστηκε επιτυχώς στις τελευταίες προαγωγές που έγιναν στα ανώτατα δικαστήρια, τον Ιούνιο του 2025». Κατέληξε, λέγοντας ότι «νομίζω, λοιπόν, ότι δεν χρειάζεται καμία περαιτέρω αλλαγή».

Σε ό,τι αφορά ερωτήσεις για το αν υπάρχει θεσμική κρίση, η κυρία Σαρπ διατύπωσε την άποψη, ότι «οι θεσμοί λειτουργούν, η δικαιοσύνη λειτουργεί, και οι ανεξάρτητες αρχές λειτουργούν». Παρά ταύτα, υπογράμμισε, ότι «εμείς τις αμφισβητούμε, σας λέω, και όταν κάνουν κάτι, όπως το να επιβάλλουν κυρώσεις, και όταν δεν επιβάλλουν, πάλι τις επικρίνουμε». Η ίδια πρόσθεσε ότι πολλές φορές, «επικρίνουμε τη δικαιοσύνη όταν βγάζει μια απόφαση που δεν είναι αρεστή σε εμάς, με τρόπο άσχημο».

Σχέσεις μεταξύ θεσμών και κοινωνική πίεση

Σχολιάζοντας τη σχέση μεταξύ των θεσμών, ανέφερε ότι συχνά παρατηρείται ο ένας θεσμός να κατηγορεί και να προσπαθεί να απαξιώσει τον άλλον. «Ίσως πρέπει να το δούμε αυτό, να το συνειδητοποιήσουμε, και να προσπαθήσουμε εμείς πρώτοι να δείξουμε αυτόν τον σεβασμό στους θεσμούς», είπε χαρακτηριστικά.

Αναφερόμενη στην πίεση που δέχεται η Δικαιοσύνη, η κ. Σαρπ υπογράμμισε ότι «η Δικαιοσύνη δέχεται πιέσεις, όχι μόνο από την κυβέρνηση, αλλά κυρίως από την κοινωνική πίεση».

Η δυσπιστία των πολιτών και το έλλειμμα ενημέρωσης

Αναφορικά με την δυσπιστία των πολιτών απέναντι στους θεσμούς, η κ. Σαρπ ανέφερε ότι οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι οι θεσμοί πλέον δεν τυγχάνουν σεβασμού. «Υπάρχει μια γενική δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς, και αυτή η δυσπιστία επηρεάζει, βεβαίως, και τις ανεξάρτητες αρχές», είπε. Εξήγησε ότι ο κόσμος θεωρεί τις ανεξάρτητες αρχές μέρος του κράτους, από το οποίο προέρχονται πολλά από τα προβλήματα. Πρόσθεσε ότι ένα άλλο πρόβλημα για τη δυσπιστία είναι η έλλειψη γνώσης των πολιτών για το τι ακριβώς κάνουν οι υπηρεσίες αυτές. «Στην Επιτροπή Ανταγωνισμού, η έλλειψη γνώσης είναι ακόμη μεγαλύτερη, και αφού οι πολίτες δεν ξέρουν τι κάνει αυτή η επιτροπή, δεν μπορούν να την εμπιστευτούν», ανέφερε.

«Η εμπλοκή των δικαστών μέσω της διαδικασίας αυτής, με τη διατύπωση μη δεσμευτικής γνώμης, νομίζω ότι βοηθάει πάρα πολύ», σημείωσε. Επίσης, ανέφερε ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει κρίνει ότι το σύστημα καλύπτει τις ανάγκες από άποψη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των απαιτήσεων του ενωσιακού δικαίου. Όπως εξήγησε, «η μεταρρύθμιση ήδη εφαρμόστηκε επιτυχώς στις τελευταίες προαγωγές που έγιναν στα ανώτατα δικαστήρια, τον Ιούνιο του 2025».

Κατέληξε, λέγοντας ότι «νομίζω, λοιπόν, ότι δεν χρειάζεται καμία περαιτέρω αλλαγή».