Πόσο προετοιμασμένος ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ να αναλάβει την διακυβέρνηση της χώρας το 2015 και πόσο πιθανή ήταν η έξοδος από το τούνελ των μνημονίων, όπως θεωρούσε ο τότε Πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς ζητώντας πίστωση χρόνου υποσχόμενος εκλογές μέχρι το τέλος της χρονιάς;
Αναμοχλεύοντας το ζοφερό παρελθόν των μνημονίων και των μεγάλων ανατροπών, με αφορμή το ντοκιμαντέρ «Στο χιλιοστό» της Ελένης Βαρβιτσιώτη και της Βικτωρίας Δενδρινού, τα αμείλικτα ερωτήματα για την δραματική εκείνη περίοδο επανέρχονται.
Προφανώς με υποθέσεις δεν γράφεται η Ιστορία, ωστόσο, τα διλήμματα κάθε εποχής αντανακλούν τις πολιτικές συνθήκες που τα γέννησαν και υπό αυτή την έννοια ακόμα και τα υποθετικά «αν» αποτυπώνουν κρίσιμες παραμέτρους για να αναγνώσει κάποιος τις αιτίες που οδήγησαν στην λήψη καταλυτικών για την πορεία της χώρας αποφάσεων.
Προς τα τέλη του 2014, με τους δανειστές να έχουν τραβήξει ουσιαστικά το χαλί κάτω από τα πόδια του κ. Σαμαρά, τότε Πρωθυπουργού με συγκυβερνήτη τον πρόεδρο του ΠαΣοΚ Ευάγγελο Βενιζέλο, με το e-mail Χαρδούβελη (προέβλεπε δέσμη μέτρων ύψους 1 δισ. ευρώ) να έχει καταστεί «κενό γράμμα» και την παράταση του προγράμματος στήριξης να βρίσκεται στον αέρα, η επίσπευση της εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας προκαταλάμβανε τις εξελίξεις.

Το μεγάλο ρίσκο Σαμαρά
Ήταν το μεγάλο ρίσκο που αναλάμβανε ο κ. Σαμαράς σε μια απέλπιδα προσπάθεια να «καθαρίσει» το πολιτικό τοπίο, πιέζοντας για αποφυγή πρόωρων εκλογών (λόγω αδυναμίας εκλογής του ανώτατου πολιτειακού άρχοντα), άποψη που συμμεριζόταν και ο κ. Βενιζέλος, ο οποίος είχε προειδοποιήσει ότι οι πρόωρες εκλογές θα ανέτρεπαν την πορεία σταθεροποίησης της οικονομίας οδηγώντας σε «εθνική περιπέτεια».
Η προτροπή του κ. Σαμαρά ήταν να τελειώσει η διαπραγμάτευση με τους δανειστές και να ολοκληρωθεί η συνταγματική αναθεώρηση «και μετά, θωρακισμένοι οικονομικά και πολιτικά, να βρούμε το κατάλληλο χρονοδιάγραμμα για εθνικές εκλογές ακόμα και στο τέλος του 2015», όπως είχε πει σε διάγγελμά του πριν την τρίτη ψηφοφορία της 29ης Δεκεμβρίου 2014 για την εκλογή του ΠτΔ.

Όμως όλα είχαν ήδη κριθεί. Ο ΣΥΡΙΖΑ κάλπαζε ακάθεκτος προς την εξουσία και θεωρούσε ότι η επίσπευση της προεδρικής εκλογής καθώς και η επιλογή του «κομματικού» κ. Δήμα, συνιστούσε «πολιτικό εκβιασμό» με αποδέκτες εντός και εκτός της χώρας -η Άνγκελα Μέρκελ είχε «κρεμάσει» από τον Σεπτέμβριο του 2014 τον κ. Σαμαρά ο οποίος θεωρείτο πλέον για το Βερολίνο «καμένο χαρτί» σε αντίθεση με τον δυναμικά ανερχόμενο Αλέξη Τσίπρα, τον «μικρό που μαθαίνει γρήγορα», όπως φέρεται να είχε πει η Καγκελάριος.
Για την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ η τακτική Σαμαρά ήταν το προανάκρουσμα της «αριστερής παρένθεσης» στην οποία προσέβλεπε και ταυτόχρονα μια κίνηση απεγκλωβισμού του ίδιου από τον κλοιό των αδιεξόδων στα οποία είχε βρεθεί απομονωμένος ακόμα και από τους ομοϊδεάτες του στο ΕΛΚ.
Ο Μίμης Ανδρουλάκης έχει καταλογίσει στον κ. Σαμαρά ότι ενώ βρίσκονταν σε εξέλιξη κάποιες ζυμώσεις για συναινετική, ειλικρινή πρωτοβουλία εκλογής Προέδρου ευρύτερης αποδοχής, εκείνος από κοινού με τον κ. Βενιζέλο, επίσπευσε τις εξελίξεις, ενώ η θητεία του Κάρολου Παπούλια έληγε τον Μάρτιο του 2015, με αποτέλεσμα παρά τη βελτιωμένη κατάσταση να μείνει η χώρα δίχως συμφωνία με τους εταίρους και εντέλει στο κενό – χρηματοδοτικό και πολιτικό.
Για τον κ. Σαμαρά η κυβέρνησή του ανατράπηκε το 2015 ενώ η Ελλάδα έβγαινε από την κρίση των Μνημονίων.
Το «λάθος» του 2015 και το κρυφό deal στο καφενείο της Βουλής
«Θα μπορούσε άραγε να είχε μείνει η κυβέρνηση και να τα καταφέρναμε και ύστερα να γίνουν οι εκλογές στην ώρα τους με την Ελλάδα εκτός Μνημονίων; Ναι, θα μπορούσε», έχει υποστηρίξει επικαλούμενος μάλιστα προς τούτο έναν πρώην υπουργό του ΣΥΡΙΖΑ, τον Γιώργο Σταθάκη.
Ήταν το στέλεχος του οικονομικού επιτελείου που θεωρούσε ότι το κόμμα του θα έπρεπε να περιμένει: «η κεντρική μου ιδέα, ήταν να περιμένουμε εμείς ένα χρόνο, τέλος του 2015, να έρθουμε στην κυβέρνηση να εφαρμόσουμε το δικό μας πρόγραμμα», είπε ο κ. Σταθάκης στο ντοκιμαντέρ.
Και πράγματι το θέμα απασχολούσε εντόνως τον ίδιο. Κάποιοι θυμούνται ένα ενδιαφέρον περιστατικό: ο κ. Σταθάκης, πλησιάζει στο καφενείο της Βουλής τον τότε διευθυντή του Γραφείου Τύπου του Πρωθυπουργού στην Βουλή και πάνω στην κουβέντα τον ρωτά αν ο κ. Σαμαράς θα δεχόταν να πάει σε εκλογές μετά το καλοκαίρι;
«Είναι δική σου πρόταση ή κεντρική για να την μεταφέρω;», αποκρίθηκε ο συνεργάτης του Πρωθυπουργού. «Να πάω να ρωτήσω», του απάντησε ο κ. Σταθάκης, ο οποίος επέστρεψε σε μισή ώρα λέγοντάς του πως η ηγεσία δεν το συζητά.

«Ήταν λάθος που ρίξαμε τον Σαμαρά»
Για πρώτη φορά δημοσίως την ίδια άποψη διατύπωσε και ο πρώην υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος δηλώνοντας στο ντοκιμαντέρ ότι «το πιο σημαντικό ήταν η απόφαση να μην ψηφίσουμε τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και να πέσει η κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου».
«Το θεωρώ ακόμη ότι ήταν λάθος και δεν βοήθησε την μετέπειτα οικονομική πολιτική», δήλωσε, ενώ και άλλοι από το οικονομικό επιτελείο εμφανίζονταν επιφυλακτικοί για το ριψοκίνδυνο βήμα.
«Πολλά συζητούσαμε άτυπα, ωστόσο θεσμικά δεν θυμάμαι να είχε τεθεί σε κάποιο όργανο. Αλλά εκ των υστέρων σε υποθετικά ερωτήματα μόνο υποθετικές απαντήσεις μπορούν να δοθούν», σχολιάζει σχετικά στο «Βήμα» ο πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησης του κ. Τσίπρα, Γιάννης Δραγασάκης, ο οποίος παίρνει σαφείς αποστάσεις από αυτή την συζήτηση: «Αναρωτιέμαι πόσο γόνιμες μπορεί να είναι συζητήσεις του τύπου “τι θα γινόταν αν”. Το ίδιο ισχύει και για άλλες “δεύτερες σκέψεις” που ακούστηκαν κατά καιρούς».

Όπως τονίζει μάλιστα «πιο παραγωγική θα ήταν μια συζήτηση για τους όρους και τις προϋποθέσεις για μια νέα προοδευτική αριστερή κυβερνητική δυνατότητα αξιοποιώντας και την πείρα του παρελθόντος». «Ας δούμε τα όποια διλήμματα ως διλήμματα του μέλλοντος και όχι μόνο του παρελθόντος», προτρέπει ο έμπειρος κ. Δραγασάκης.
Η αλήθεια είναι πάντως ότι απασχολούσε τον ΣΥΡΙΖΑ το θέμα της επίσπευσης των εξελίξεων και της ανάληψης της εξουσίας ενώ η χώρα βρισκόταν σε χρηματοδοτικό κενό. «Ήταν το στρατηγικό ζήτημα που απασχολούσε πολλούς στην φάση εκείνη», θυμάται ο πρώην Πρόεδρος της Βουλής Νίκος Βούτσης, ο οποίος συντασσόταν υπέρ της επικρατούσας άποψης «ή τώρα ή ποτέ», παρά τα δυσοίωνα οικονομικά δεδομένα.
Η άποψη ότι «η κοινωνία έχει κάνει την επιλογή της και η Αριστερά καλείται να αναμετρηθεί με τις μεγάλες προκλήσεις», επικράτησε και όπως λένε άνθρωποι που έζησαν εκ των έσω τις εξελίξεις, «κανείς δεν μπορούσε να προεξοφλήσει πώς θα ήταν οι συνθήκες αργότερα παίρνοντας ως δεδομένο ότι το πρόγραμμα δεν έβγαινε και η κοινωνία για πρώτη φορά εμπιστευόταν την Αριστερά».



