Το νεκρό σώμα μιας νεαρής γυναίκας που συνελήφθη επειδή δεν φορούσε σωστά το χιτζάμπ αποτέλεσε σημείο χωρίς επιστροφή για τις Ιρανές εντός κι εκτός χώρας. Η δολοφονία της Μαχσά Αμινί τον Σεπτέμβριο του 2022 ήταν μια ακόμα σταγόνα σε ένα από καιρό ξεχειλισμένο ποτήρι.

Το σύνθημα «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία» στα χείλη των γυναικών εξέφραζε μια νέα συνειδητή επίγνωση. Χωρίς ελευθερία για τις γυναίκες, δεν υπάρχει αξιοπρεπής ζωή, και χωρίς αξιοπρεπή ζωή, δεν υπάρχει δίκαιη κοινωνία, όπως γράφει η Emilia De Rienzo.

Η ρήξη με το θεοκρατικό καθεστώς του Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ ήταν αμετάκλητη. Ο θάνατός του σηματοδοτεί ένα τέλος, το οποίο όμως παραμένει αβέβαια απροσδιόριστο. Αυτή τη στιγμή δεν μπορεί κανείς να εγγυηθεί καμία πιθανή έκβαση.

Μοναδική βεβαιότητα παραμένει ο αγώνας των γυναικών. Ένας αγώνας ανυπακοής στην αστυνομία «ηθικής» του Ιράν που θέτει ολόκληρο τον γυναικείο πληθυσμό –40 εκατομμύρια γυναίκες και κορίτσια– υπό επιτήρηση.

Οι γυναίκες ηγήθηκαν των διαμαρτυριών, εκτέθηκαν και μετέτρεψαν την καθημερινή ταπείνωση σε πολιτική δράση. Θα συνεχίσουν να το κάνουν από όποια θέση κι αν βρίσκονται.

Sara Khadem, η σκακίστρια που αρνήθηκε το χιτζάμπ

Η Sara Khadem (Sarasadat Khademalsharieh) γεννήθηκε στις αρχές της άνοιξης του 1997 στην Τεχεράνη. Πολύ γρήγορα οι γονείς της κατάλαβαν το ταλέντο της στο σκάκι, το οποίο γνώρισε από έναν συμμαθητή της στην ηλικία των 8 ετών.

Έκτοτε, το προίκισμα της φύσης και η σκληρή δουλειά την οδήγησαν σε διακρίσεις και ζηλευτούς τίτλους σε παγκόσμιο επίπεδο.

Τον Δεκέμβριο του 2022 η Khadem προχώρησε σε μία πράξη υψηλού συμβολισμού. Κατά τη διάρκεια διεθνών αγώνων σκάκι στο Καζακστάν αποφάσισε να αγωνιστεί χωρίς χιτζάμπ. Το Χιτζάμπ έχει επιβληθεί από το καθεστώς ας αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής των Ιρανών γυναικών εντός κι εκτός χώρας.

Η Khadem υπερασπίστηκε σθεναρά την απόφασή της και μίλησε για υποκρισία καθώς πίσω από τις κάμερες καμία συμπατριώτισσά της δεν είχε είχε καλυμμένο το κεφάλι της με μαντίλα.

Η Τεχεράνη δεν άφησε το συμβάν ασχολίαστο και κινήθηκε τάχιστα, με ένα ένταλμα σύλληψης να την περιμένει στο αεροδρόμιο κατά την επιστροφή της. Το Ιράν του θεοκρατικού καθεστώτος είχε για εκείνη τελειώσει. Μαζί με τον σύζυγο και το τότε ενός έτους παιδί της, αυτοεξορίστηκε στην Ισπανία.

«Με το χιτζάμπ, δεν είμαι εγώ, δεν νιώθω καλά και έτσι ήθελα να βάλω ένα τέλος σε αυτή την κατάσταση», τόνισε στην El País και πρόσθεσε: «Έτσι αποφάσισα να μην το φοράω άλλο».

Μιλώντας στο BBC, απάντησε αν μετάνιωσε που έφυγε από τη χώρα της με αυτόν τον τρόπο. «Μου λείπει η οικογένειά μου, αλλά δεν θα έλεγα ότι μετανιώνω για την απόφαση. Εξακολουθώ να εκπροσωπώ το Ιράν – είμαι Ιρανή και ο λαός του Ιράν εξακολουθεί να με βλέπει ως Ιρανή.

Δεν είμαι ακτιβίστρια και δεν έχω κανένα μήνυμα για ανθρώπους που διακινδυνεύουν τόσο πολύ. Οι άνθρωποι που διαδηλώνουν στους δρόμους εμπνέουν εμένα και τόσους άλλους».

Με πρόσφατο story της σχολίασε την κατάσταση στο Ιράν, απευθυνόμενη στους φίλους της που δεν είναι Ιρανοί: «Δεν γιορτάζουμε τον πόλεμο. Πρόκειται για αυτό που αισθανόμαστε για τις οικογένειες που έχασαν τα παιδιά τους, τους γονείς και τους φίλους τους και τελικά βλέπουν τον θάνατο του δικτάτορα που είναι υπεύθυνος για τα τόσο που υποφέραμε υπό την Ισλαμική Δημοκρατία.

Για δεκαετίες, οι άνθρωποι προσπαθούσαν ειρηνικά να αλλάξουν τα πράγματα. Διαδήλωναν με άδεια χέρια και έρχονταν αντιμέτωποι με σφαίρες, φυλακές, βασανιστήρια και εκτελέσεις».

Diana Nammi, μαχήτρια «από κούνια»

«Στην Ευρώπη, οι γυναίκες κυβερνούν χώρες. Οι γυναίκες στο Ιράν αξίζουν το ίδιο. Πάντα διαδραμάτιζαν ηγετικό ρόλο στην αντίσταση», δήλωνε στις 11 Ιανουαρίου 2026 η Diana Nammi, ακτιβίστρια κατά του αυταρχικού καθεστώτος στο Ιράν.

«Φυσικά, ανησυχώ για όλους τους ανθρώπους στο Ιράν και στο Κουρδιστάν, επειδή ζουν υπό ένα πολύ, πολύ επικίνδυνο καθεστώς που μπορεί να βλάψει τον καθένα ανά πάσα στιγμή. Είμαι σοσιαλίστρια και ελπίζω ότι θα γίνει μια σοσιαλιστική επανάσταση στο Ιράν. Αλλά αν ένας άλλος δικτάτορας ανέλθει στην εξουσία, τότε μπορεί να μην είναι πια ένα ασφαλές μέρος για εμάς».

Για σχεδόν 30 χρόνια, η Nammi ζει στο Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά ποτέ δεν ένιωσε απόλυτα ασφαλής λόγω των πρακτόρων της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Η ακτιβιστική της δράση είχε ως αποτέλεσμα να υποστεί διώξεις, που την ανάγκασαν να φύγει από τη χώρα της.

«Έχω λάβει τηλεφωνήματα, απειλές και άλλα παρόμοια», είπε. Ως έφηβη στο ιρανικό Κουρδιστάν, η Nammi οργάνωσε διαμαρτυρίες ενάντια στην αυταρχική, μοναρχική διακυβέρνηση του Σάχη Μοχάμαντ Ρεζά Παχλαβί πριν ενταχθεί στους «αγωνιστές της ελευθερίας» του Κουρδιστάν, τους Πεσμεργκά και να ξεκινήσει εκστρατεία ενάντια στη θεοκρατία που ήρθε στην εξουσία με την ιρανική επανάσταση του 1979.

«Εδώ και σχεδόν 50 χρόνια σκοτώνουν ανθρώπους, καταπιέζουν τους πολίτες, καταπιέζουν τις γυναίκες, εφαρμόζουν φυλετικό απαρτχάιντ. Τώρα, χρειαζόμαστε ένα συμβούλιο για να κυβερνήσει τη χώρα – το οποίο θα εκλέγεται και θα εκπροσωπεί τον ίδιο τον λαό».

Η Diana Nammi γεννήθηκε σε κουρδική οικογένεια στο Ιράν. Μετά την Ισλαμική Επανάσταση του 1979, έγινε στόχος των αρχών και κατέληξε να εγκαταλείψει τα βουνά και να ενταχθεί στον αγώνα για την ανεξαρτησία των Κούρδων, πολεμώντας με τους Πεσμεργκά για δώδεκα χρόνια.

«Δεν πρέπει να χρησιμοποιούμε τον πολιτισμό ως δικαιολογία για τη δολοφονία γυναικών», θα πει η Nammi καθώς παραλαμβάνει το βραβείο Barclays Achievement Award για τον αγώνα μιας ζωής για την κατάργηση των δολοφονιών τιμής.

Η Diana Nammi αγωνίζεται για τα δικαιώματα των γυναικών από την εφηβεία της και έχει διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην εκστρατεία για τη δίωξη των δολοφόνων τιμής στα βρετανικά δικαστήρια, καθώς και στην προσπάθεια για την απαγόρευση των αναγκαστικών γάμων στη χώρα αυτή.

Το 2002 ίδρυσε την Οργάνωση για τα Δικαιώματα των Ιρανών και Κούρδων Γυναικών (IKWRO), σήμερα IKWRO-Women’s Rights organisation (Οργανισμός για τα Δικαιώματα των Γυναικών), μια ΜΚΟ που παρέχει εξειδικευμένες συμβουλές, υποστήριξη, ψυχολογική βοήθεια και καταφύγιο σε γυναίκες και κορίτσια από κοινότητες της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής στο Ηνωμένο Βασίλειο που έχουν υποστεί κακοποίηση με το πρόσχημα της «τιμής», όπως αναγκαστικός γάμος, παιδικός γάμος και κλειτοριδεκτομή, καθώς και ενδοοικογενειακή βία και άλλες μορφές βίας λόγω φύλου.

Ως εκτελεστική διευθύντρια ηγείται της εκστρατείας της IKWRO. Μεταξύ των επιτυχιών της περιλαμβάνονται η εκστρατεία «Δικαιοσύνη για την Banaz», η οποία οδήγησε στην πρώτη έκδοση από το Κουρδιστάν στο Ηνωμένο Βασίλειο δύο δραστών δολοφονίας «τιμής», στην ποινικοποίηση των αναγκαστικών γάμων στο Ηνωμένο Βασίλειο το 2014 και στην πρώτη εθνική επανεξέταση της αστυνόμευσης της κακοποίησης με βάση την «τιμή».

Masih Alinejad, η υπέρμαχος της «επανάστασης της μαντίλας»

Αν τη ρωτούσε κάποιος ποιο είναι το όνειρό της, η απάντηση θα έβγαινε από το στόμα της χωρίς δεύτερη σκέψη. Η ιρανή δημοσιογράφος Masih Alinejad ζει για να γίνει μάρτυρας ενός απελευθερωμένου Ιράν από τη μέγγενη του ισλαμικού καθεστώτος.

Το 2009, λόγω της έντονης ακτιβιστικής δράσης της, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα της και να μετεγκατασταθεί στις ΗΠΑ.

Δεν έπαψε λεπτό να ασκεί δριμεία κριτική στην πολιτική της Τεχεράνης, ενώ οι τρεις δολοφονικές επιθέσεις εις βάρος της, επί αμερικανικού εδάφους, δεν κλόνισαν τα πιστεύω και τη δράση της. Οι συνεχείς απειλές την κάνουν πιο δυνατή.

Η Alinejad έγινε ευρέως γνωστή το 2014 όταν ηγήθηκε του κινήματος “My Stealthy Freedom” (Η Αόρατη Ελευθερία μου), μία σελίδα στο Facebook που ενθάρρυνε τις Ιρανές να διαμαρτυρηθούν κατά της υποχρέωσης να φορούν χιτζάμπ τους στη χώρα τους και να αναρτούν φωτογραφίες τους χωρίς αυτό.

Η Alinejad έχει πει πως δεν εναντιώνεται στη χιτζάμπ, αλλά πιστεύει πως θα έπρεπε να είναι θέμα προσωπικής επιλογής.

Στα απομνημονεύματά της, “The Wind in my Hair”, αφηγείται την πορεία της από ένα μικροσκοπικό χωριό του βόρειου Ιραν μέχρι τη δημιουργία του διαδικτυακού κινήματος που πυροδότησε πανιρανικές διαμαρτυρίες ενάντια στο υποχρεωτικό χιτζάμπ.

Το 2015, η Σύνοδος της Γενεύης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα της παρέδωσε το βραβείο για τα δικαιώματα των γυναικών επειδή «έδωσε φωνή σε εκείνες που δεν είχαν και συντάραξε τη συνείδηση της ανθρωπότητας ώστε να υποστηρίξει τον αγώνα των Ιρανών γυναικών για βασικά ανθρώπινα δικαιώματα, ελευθερία, και ισότητα».