Ξεκινήσαμε για το Κιλκίς, με βαθιά επιθυμία να βρεθούμε στη φάρμα Ραγιάν. Καιρό τώρα παρακολουθούσα στα social τις ιστορίες της οικογένειας Γεωργιάδη που έχει βάλει σκοπό εδώ και δεκαετίες να διασώσει όσο μπορεί καλύτερα την ποντιακή κουζίνα. Ήξερα ότι θα πηγαίναμε σε έναν τόπο που η μεγαλύτερη πολυτέλειά του είναι η αυθεντικότητα. Μια πραγματική φάρμα σε ένα χωριό λίγων μόνιμων κατοίκων, με όλα εκείνα που συνθέτουν τη γοητεία της: τα οικόσιτα ζώα, το κοτέτσι με τις φλύαρες κότες, τον μεγάλο τσοπάνη σκύλο Άλαν και τους μικρότερους βοηθούς του Λουλού και Ντόντο, που αποτελούν την αγέλη του σπιτιού, τα αρώματα της φύσης, την στόφα που μένει αναμμένη όλη τη νύχτα και για να ζεσταίνει και να για να μαγειρεύει. Όλα αυτά για εμάς τους βασανισμένους της πόλης είναι μια σύντομη περιγραφή της ευτυχίας, γι’ αυτό και δεν έβλεπα την ώρα για να φτάσουμε κοντά τους.

Σε ένα υπέροχο τοπίο, με τη φύση και τα ζώα να δείχνουν όλο το μεγαλείο τους, βρίσκεται η φάρμα Ραγιάν. Εκεί όπου βρεθήκαμε με πολλή χαρά για να γνωρίσουμε από κοντά τους ανθρώπους της. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής
Στη φάρμα Ραγιάν ο χρόνος δεν κυλά όπως αλλού. Πυκνώνει. Σαν να σταματά για λίγο σε κάθε γωνιά και να σε αναγκάζει να μυρίσεις, να δεις, να ακούσεις. Μυρίζει καπνό από ξύλα που σιγοκαίγονται, γάλα που ζεσταίνεται αργά σε χάλκινα καζάνια, χώμα βρεγμένο από το πρωινό δροσιάς, και ζύμη που περιμένει υπομονετικά την ώρα της. Το φως διαχέεται μέσα από μικρά παράθυρα και πέφτει πάνω στα ξύλινα τραπέζια, πάνω στα καπνιστά τυριά που κρέμονται σαν φυλαχτά, πάνω στις παλιές φωτογραφίες και τα αντικείμενα που έχουν ακούσει ιστορίες δεκαετιών.

Ο χρόνος στο Ραγιάν κυλά αλλιώτικα. Μυρωδικά και ζυμαρικά αφήνονται να στεγνώσουν με τον παραδοσιακό τρόπο, χωρίς επεμβάσεις. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής
Η αίσθηση της φιλοξενίας δεν είναι κάτι που προσφέρεται σαν συνθήκη αλλά κάτι που βγαίνει αβίαστα μέσα από τις καρδιές τους. Εφόσον πέρασες την πόρτα και μπήκες στο κτήμα, εκείνοι θα είναι κοντά σου, δίπλα σου σε κάθε βήμα, έτοιμοι να σου εξηγήσουν, να σου αφηγηθούν, να σου δώσουν να δοκιμάσεις, να σε παρασύρουν στον κόσμο τους. Και είναι όλη η οικογένεια έτσι αλλά και οι άνθρωποι που δουλεύουν εκεί, μια ζωντανή ομάδα που φαίνεται ότι απολαμβάνει την καθημερινότητα, χαίρεται που είναι κομμάτι μιας ιστορίας που όλο και εξελίσσεται.
Μνήμες από τα παλιά
Εκεί μεγάλωσε η Αφροδίτη Γεωργιάδου, στην οικογένεια αυτή που, όπως λέει η ίδια, «έχει αφιερώσει τη ζωή της στη διατήρηση της ποντιακής γαστρονομικής παράδοσης». Δεν ήταν απλώς ένας τόπος, ήταν μια ανοιχτή βιβλιοθήκη αρωμάτων, γεύσεων και ιστοριών. «Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, είμαι κοντά στη γιαγιά μου και μαγειρεύουμε, έχω την εικόνα της ακόμη στα μάτια μου, τα χέρια της τα δουλεμένα», λέει η ίδια με μια νοσταλγική φωνή αποκαλύπτοντας ότι της είχε πάντα μεγάλη αδυναμία.

Η Αφροδίτη Γεωργιάδου μεγάλωσε περνώντας τα καλοκαίρις της στο χωριό. Το αποτύπωμα της φύσης και των αρωμάτων της, των ζώων αλλά και των μαγειρεμάτων της γιαγιάς της έχει μείνει ανεξίτηλα χαραγμένο μέσα της. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής
Η γιαγιά της, που τη λέγανε και εκείνη Αφροδίτη, είναι το πρώτο γαστρονομικό αποτύπωμα στη ζωή της. «Έχω και το όνομα και το δαχτυλίδι της, που δεν το αποχωρίζομαι, γιατί το θεωρώ ότι είναι το γούρι μου, δεν βγαίνει από το χέρι μου», προσθέτει, και τα μάτια της λάμπουν όταν το λέει. Μυρωδιές από σόμπα, από ξύλα, από φαγητά που σιγομαγειρεύονται όλη νύχτα, πλημμυρίζουν τη μνήμη της. «Πάντα μου έλεγε ότι το μυστικό σε ό,τι και αν κάνεις, είναι ο χρόνος που του αφιερώνεις. Μόνο έτσι θα πετύχει». Μεγάλη κουβέντα, όπως όλες αυτές οι απλές, κατανοητές σοφίες των γιαγιάδων που έχουν ένα τρόπο να τρυπώνουν μέσα μας και να υπάρχουν πάντα.

Καθετί που φτιάχνεις με τα χέρια θέλει χρόνο. Αυτό έμαθε η Αφροδίτη από τη γιαγιά της και αυτό συνεχίζει να πρεσβεύει στη δική της κουζίνα, μια κουζίνα βασισμένη στην ποντιακή παράδοση. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής
Η γιαγιά μαγείρευε «καθαρά ποντιακά», παρότι ήταν μικρασιάτισσα. «Έκανε εξαιρετικά μαντί, το θυμάμαι πολύ καλά αυτό αλλά και εξαιρετικά τσιριχτά που είναι οι ποντιακοί λουκουμάδες, εκείνοι οι φανταστικοί, με την τρύπα στη μέση». Τις συνταγές τις είχε μάθει από τον παππού της, που ήταν φυσικά Πόντιος, και η γλώσσα τους παρέμενε ζωντανή –μέχρι τα βαθιά τους γεράματα μιλούσαν ποντιακά μεταξύ τους. «Και σε εμάς ποντιακά μιλούσαν και ας μην καταλαβαίναμε τίποτα», θυμάται με γέλιο η Αφροδίτη.
Στο πατρικό σπίτι, «εκεί που περάσαμε κιόλας και σας το έδειξα», η φασολάδα δεν βράζε απλώς δύο ώρες. Η γιαγιά την έβαζε από το βράδυ στη σόμπα πάνω και την άλλη μέρα το πρωί, μόλις άνοιγε το καπάκι, η μυρωδιά της γέμιζε όλο το σπίτι. Ο παππούς, ψάλτης, έτρωγε το μεσημεριανό του στις εννιά το πρωί. Η γεύση είχε υπομονή. Η υπομονή είχε αξία.
Όταν εμπιστεύεσαι τη ροή της ζωής
Κι όμως, για χρόνια, η Αφροδίτη δεν ήθελε να ακολουθήσει τη μαγειρική, ούτε και ήθελε να αναλάβει τη φάρμα. «Δεν το σκεφτόμουν ποτέ και ήμουν πολύ αντίθετη, γιατί οι γονείς μου δούλευαν από το πρωί μέχρι το βράδυ. Πάντα έλεγα ότι θα κάνω μια δουλειά να μπορώ να έχω ελεύθερο χρόνο». Οι ίδιοι οι γονείς της την απέτρεπαν, ήξεραν πολύ καλά πώς σε αυτές τις δουλειές δεν μπορείς να είσαι με το ρολόι. Αφιερώνεις τη ζωή σου, σε πηγαίνουν εκεί που θέλουν εκείνες να σε πάνε, σου ζητάνε το 100% του εαυτού σου.

Ο πατέρας της Αφροδίτης, Θεόφιλος Γεωργιάδης, έχει αφιερώσει τη ζωή του στη διατήρηση και διάδοση της ποντιακής παράδοσης. Οι ώρες που έχει αφιερώσει στη φάρμα είναι ατέλειωτες. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής
Τα Σαββατοκύριακα και τα καλοκαίρια περνούσε στο χωριό, ανάμεσα σε κότες, αγριογούρουνα και μπαξέδες, με τη γιαγιά της να την οδηγεί ανάμεσα στα φυτά, στις μυρωδιές του χώματος και στις γεύσεις της φύσης. «Μόνη μου πήγαινα στο χωριό συνήθως, δεν ακολουθούσαν τα ξαδέρφια μου ή ο αδερφός μου. Έπρεπε να βρίσκω τρόπους να απασχολούμαι». Και τελικά, αυτό έγινε βίωμα, μπήκε μέσα της σιγά-σιγά και της αποκάλυψε την ομορφιά του. Η φάρμα την έκανε κομμάτι της.

Τα τυριά της οικογένειας Γεωργιάδη. “Μια ζωή περιτριγυρίζομαι από φαγητά, τυριά κι αρώματα”, λέει σήμερα η Αφροδίτη αναγνωρίζοντας το πόσο την επηρέασε η σχέση που δημιούργησε απο παιδί με την κουζίνα στην απόφασή της να συνεχίσει με το δικό της τρόπο την οικογενειακή επιχείρηση. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής
Και η σχέση της με την κουζίνα, όμως, βιωματική ήταν πάντα. «Εγώ από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, περιτριγυρίζομαι από φαγητά, τυριά, αρώματα. Η μητέρα μου και ο πατέρας πέρα από το τυροκομείο και το κατάστημα λιανικής στη Θεσσαλονίκη, αναλάμβαναν catering, πάντα με τα δικά μας προϊόντα». Δεν ήταν εύκολη αυτή η ζωή, ήταν διαρκής αγώνας. Πολλές φορές η Αφροδίτη ένιωθε ότι οι γονείς της αφιέρωναν πολύ χρόνο στη δουλειά. Τώρα, όμως, ξέρει ότι δεν είχαν άλλη επιλογή.

Το κατάστημα που συνεχίζει να διατηρεί η οικογένεια Γεωργιάδη στη Θεσσαλονίκη και στο οποίο διαθέτει τα προϊόντα που παράγονται στη φάρμα. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής
Μια οικογένεια σαν ομάδα
Σήμερα, δημιουργούν μαζί, κάθονται γύρω από ένα τραπέζι και παίρνουν αποφάσεις. Το καλύτερο; Σπάνια διαφωνούν. «Είμαστε ομαδάρα, το πιστεύω». Ο πατέρας, ο Θεόφιλος, στην παραγωγή των τυριών. Η ίδια στις σαλάτες, στα γλυκά και στα ζυμαρικά. Η μητέρα, η Λένα, στο μαγαζί που τα πουλάει. Ο καθένας έχει το κομμάτι του. Όταν πέφτει μια ιδέα στο τραπέζι, «ο καθένας λέει την άποψή του και προχωράμε κατευθείαν πράξη. Δεν το πολυσκεφτόμαστε. Έχουμε και οι τρεις την ίδια φιλοσοφία απέναντι στα πράγματα, είμαστε παρορμητικοί, ζούμε την στιγμή».

Θεόφιλος, Αφροδίτη, αλλά και η μαμά Λένα, η οποία “τρέχει” το κατάστημα λιανικής “Ραγιάν” στη Θεσσαλονίκη, παίρνουν από κοινού τις αποφάσεις. Εξίσου παρορμητικοί και ταγμένοι στην παράδοση, σπανίως διαφωνούν. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής
Αυτή η αμεσότητα, όμως, δεν σημαίνει ελαφρότητα. Στην ποντιακή κουζίνα είναι απόλυτοι. Οι παραδοσιακές συνταγές είναι ευαγγέλια. Ο πατέρας της τις πονά βαθιά. «Όταν βλέπει κάποιον να προσβάλλει βίαια την ποντιακή κουζίνα, δεν το αντέχει. Προσπαθεί εδώ και 40 χρόνια με κάθε τρόπο να μεταφέρει τις γνώσεις και τις πραγματικές συνταγές και δεν μπορεί με τίποτα να τις βανδαλίζουν. Θέλει να αντέξουν στον χρόνο, να μη χαθεί αυτή η κληρονομιά, κομμάτι του πολιτισμού και της κουλτούρας του Πόντου».

Παραδοσιακές ποντιακές συνταγές και φαγητό που ξυπνά μνήμες. Αυτό το ταξίδι θέλει να προσφέρει η Αφροδίτη Γεωργιάδου σε όσους επισκέπτονται τη φάρμα Ραγιάν. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής
Η Αφροδίτη στέκεται δίπλα του σε αυτό. «Συμφωνώ απόλυτα μαζί του. Τις ποντιακές συνταγές τις μαγειρεύω ακριβώς έτσι όπως τις μαγείρευαν πάντα. Και αυτό, όσοι ξέρουν το αναγνωρίζουν. Έρχονται εδώ στο Ραγιάν και δοκιμάζουν φαγητό που τους ξυπνά μνήμες, τους μεταφέρει σε άλλες εποχές. Έχει νόημα όλο αυτό το ταξίδι και δεν υπάρχει κανένας λόγος να αλλάξει. Αν θέλω με τις δικές μας πρώτες ύλες να δημιουργήσω κάτι άλλο, εννοείται ότι θα το κάνω. Αλλά δεν θα το πω σε καμιά περίπτωση ποντιακό».

Τα ζυμαρικά που παρασκευάζονται στη φάρμα, τραχανάδες και χυλοπίτες, διατίθενται στο κατάστημα Ραγιάν, στην πλατεία Άθωνος στη Θεσσαλονίκη. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής
Μιλώντας μαζί της καταλαβαίνω ακριβώς τι λέει, η ποντιακή κουζίνα δεν είναι αυτό που πολλοί νομίζουν. «Είναι απαράδεκτο να παρουσιάζουν μόνο τα ωτία, τα πιροσκί και το σορβά. Δεν είμαστε αυτό. Υπάρχουν αυστηρά 108 ποντιακές συνταγές. Είναι κρίμα πολλοί να έχουν την εντύπωση ότι η ποντιακή κουζίνα είναι μονο λιπαρά και τηγανητά όταν είναι φουλ ευεργετική και ωφέλιμη με όξινα γαλακτοκομικά, ζυμώσεις και προψημένα ζυμαρικά που δεν θα σε φουσκώσουν καθόλου».
Βιωσιμότητα στην απόλυτη μορφή της
Στη φάρμα, η έννοια της οικιακής οικονομίας είναι ιερή. «Δεν πετάμε απολύτως τίποτα».

Τίποτα δεν πετιέται στη φάρμα και όλα αξιοποιούνται. Αυτή την αρχή πέρασε ο Θεόφιλος και στην Αφροδίτη. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής
Το γάλα γίνεται γιαούρτι, το γιαούρτι βούτυρο, από το βούτυρο μένει το ταν – «το παραδοσιακό ξυνόγαλο, τα ωφελήματα του οποίου είναι περισσότερα από του κεφίρ». Το ταν βράζει, στραγγίζει σε τσαντίλες, γίνεται πασκιτάν. Το πασκιτάν αλατίζεται, στεγνώνει στον ήλιο, γίνεται τζορτάν – «σαν παρμεζάνα». Οι φλούδες και τα κουκούτσια ζυμώνονται με μέλι σε βαρέλια, «αποκτούν από μόνα τους 2% αλκοόλ» και σερβίρονται ως καλωσόρισμα, για να «καθαρίσει ο ουρανίσκος».
Τα ζώα τρώνε ό,τι περισσεύει. Το τυρόγαλο στα γουρούνια, οι φλούδες στις κότες, τα λάχανα στο άλογο. Ο κύκλος κλείνει. Τίποτα δεν πάει χαμένο.
Τα τυριά ωριμάζουν στο χρόνο και στις συνθήκες που πρέπει, ώστε να αναδείξουν όλη τη γεύση και τα αρώματά τους. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής
Τα προϊόντα τους είναι ένας μικρός κατάλογος μνήμης: τσιτσίλ (που ο πατέρας της ονόμασε γαΐς, από το σχήμα της ζώνης), παρχαρωτύρ, το καπνιστό τυρί των παρχαριών, κολόθ (η αγελαδινή γραβιέρα) και μονάζ (η κατσικίσια γραβιέρα –«μονάζω σημαίνει περιμένω»), φιτιλέρ, μιτζί, πασκιτάν, τσορτάν. Τυριά που ωριμάζουν, που «αν δεν μουχλιάζεις το τυρί, δεν είναι τυρί».

Τα τυριά Ραγιάν συσκευάζονται και πωλούνται στο κατάστημα της Θεσσαλονίκης. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής
Μιλάμε για την ιδέα της κάποια στιγμή να ξεκινήσει τη μαγειρική. Τελείωσε ένα ΙΕΚ, βρέθηκε κοντά σε άξιους σεφ όπως τον Γιάννη Παρίκο και τον Λευτέρη Λαζάρου, δούλεψε σε εστιατόρια και σε ξενοδοχεία. «Ήμουν τυχερή γιατί δούλεψα σε πολύ καλούς χώρους, με εξαιρετικούς ανθρώπους». Κι όμως, η πραγματική της σχολή βρισκόταν τελικά στο σπίτι της, εκεί κοντά στη σόμπα και το παρχάρι.

Η Αφροδίτη έμαθε την τέχνη της μαγειρικής δίπλα σε εξαιρετικούς δασκάλους και δούλεψε σε χώρους όπου οι συνθήκες ήταν άριστες. Παρ’ όλ’ αυτά, το μεγαλύτερο σχολείο ήταν το σπίτι της, οι γεύσεις και οι παραδόσεις με τις οποίες είχε γαλουχηθεί από παιδί. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής
Πριν από τρία χρόνια πήρε τη μεγάλη απόφαση να γίνουν πιο εξωστρεφείς. «Κάθισα και μίλησα στους γονείς μου. Τους είπα ότι υπάρχει νόημα στο να δημιουργήσουμε μια κουζίνα στη φάρμα, να βρούμε έναν ακόμη τρόπο να επικοινωνήσουμε σωστά την κουζίνα του Πόντου, να μάθουν τη δουλειά μας, να προσφέρουμε μια όμορφη εμπειρία». Δεν ήταν πολύ δεκτικοί, δεν πίστευαν ότι θα έχει ανταπόκριση. «Ξεκίνησα μόνη μου να οργανώνω ένα τραπέζι για το Σαββατοκύριακο και την Πέμπτη τους ανακοίνωσα ότι το Σάββατο περιμένουμε 50 άτομα». Μέσα σε μια νύχτα, ο Θεόφιλος έφτιαξε το τζάκι και σινιάρισε την αποθήκη. Στήσανε τραπέζια, βάλανε διακοσμητικά και κειμήλια, έδωσαν στο χώρο ζωή και αγάπη. Έτσι, ξεκίνησαν να υποδέχονται παρέες κάθε Σαββατοκύριακο και να οργανώνουν τραπέζια πριβέ με μεγάλη επιτυχία. «Δεν θέλαμε να δοκιμάζουν μόνο το φαγητό μας, αλλά να μαθαίνουν τη φιλοσοφία μας».

Σαλάτα με εποχιακές φύτρες και αγριολούλουδα απο τα χέρια της Αφροδίτης. Από πάνω μπαίνει τριμμένο κολόθ, δηλαδή η αγελαδινή γραβιέρα που μαρινάρεται με εποχιακά βότανα. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής
Κάθε τραπέζι έχει τη δική του ιστορία. Όταν μιλάει στους καλεσμένους, τους κοιτά στα μάτια. Δεν ξεχωρίζει ποιο ήταν το καλύτερο, σε όλα υπήρχε κάτι για να μένει αξέχαστο. «Είναι η ενέργεια των ανθρώπων» μας λέει αλλά είμαι σίγουρη ότι τους αφηγείται με τέτοιον τρόπο την παρασκευή των ζυμαρικών, την τυροκόμηση, την ιστορία των συνταγών αλλά και τη ζωή στη φάρμα, που θα τους είναι πολύ δύσκολο να μη νιώσουν μέρος αυτής της ιστορίας.

Φύλλο γιόχας, ανοιγμένο στο χέρι και ψημένο στο σατς, δηλαδή σε μια επιφάνεια από μαντέμι. Με αυτό φτιάχνεται η γνωστή ποντιακή πίτα περέκ. Οι καλεσμένοι στο Ραγιάν γίνονται κοινωνοί όλης αυτής της τελετουργίας, που οδηγεί στην παρασκευή των ποντιακών προϊόιντων. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής
Και έτσι το Ραγιάν, άρχισε να γίνεται γνωστό σε όλη την Ελλάδα και η Αφροδίτη Γεωργιάδου μαθεύτηκε στους συναδέρφους της, οι οποίοι πλέον εκτιμούν και θαυμάζουν τη δουλειά της.
Και είχε έρθει η στιγμή για το επόμενο βήμα.
Καιρό το σκεφτόταν η Αφροδίτη ότι είχε έρθει η στιγμή να μεταφέρει την υπέροχη αίσθηση της φάρμας του χωριού στη Θεσσαλόνικη. Εξάλλου, η μητέρα της ακόμη έχει το κατάστημα λιανικής με τα προϊόντα τους στην πόλη. Εκεί, η Λένα δίνει τον δικό της αγώνα και έχει δημιουργήσει μια κοινότητα που πλέον γνωρίζει από καλό ποντιακό φαγητό και πρώτες ύλες που δεν κάνουν εκπτώσεις.

Η Λένα Γεωργιάδου δουλεύει ακούραστα στο κατάστημα λιανικής της οικογένειας. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής
Μπήκαν στη διαδικασία να ψάξουν χώρο και τελικά βρήκαν αυτό που ονειρεύονταν. Το όνομά του; «Αναστορώ», έτσι ακριβώς όπως έλεγαν το μικρό εστιατόριο που είχαν φτιάξει παλιά οι γονείς της στο Κιλκίς.

Τη Δευτέρα 2 Μαρτίου το Αναστορώ θα υποδεχθεί τους πρώτους του πελάτες.
«Τους το πρότεινα και το δέχτηκαν με χαρά, μπορεί και να συγκινήθηκαν. Άλλα είναι ένας ακόμη τρόπος για να δέσουμε την ιστορία μας», μας λέει και συνεχίζει: «Με το Αναστορώ κατεβάζουμε το Ραγιάν στην πόλη. Θα έχουμε φυσικά σαν βάση τα προϊόντα μας, θα συνεχίσουμε να κάνουμε ποντιακές συνταγές, αλλά δεν θα περιοριστούμε σε αυτές. Θα υπάρχει ένα ζωντανό μενού που θα αλλάζει σύμφωνα με την εποχή και με τη διάθεσή μας. Το μεσημέρι θα έχουμε γάστρες, το βράδυ θα κινούμαστε πιο δημιουργικά. Σίγουρα θα έχουμε βραδιές όπου θα δείχνουμε ζωντανά τη σπιτική τυροκόμηση, θεματικές μέρες και αφιερωματικά μενού. Όπως είναι σίγουρο ότι θα προσπαθούμε ώστε τα περισσότερα προϊόντα να προέρχονται από τη φάρμα μας. Και αυτό σημαίνει ότι θα φροντίσουμε να τη μεγαλώσουμε και εκείνη, ώστε να εξυπηρετεί τις ανάγκες μας».
View this post on Instagram
Ξέρουμε ότι το «Αναστορώ» δεν θα είναι ένα απλό εστιατόριο. Θα είναι η συνέχεια της γιαγιάς Αφροδίτης με τα δουλεμένα χέρια, ο αγώνας του Θεόφιλου να διαφυλάξει τις μνήμες του Πόντου, η αγάπη και η έγνοια της Λένας, μιας μητέρας που έστηνε για πλάκα μπουφέδες με βοήθεια τα δυο της χέρια. Είναι και το πάθος που βλέπεις σε αυτό το κορίτσι, το πιο ευγενικό κορίτσι που έχω γνωρίσει ποτέ, μια αγνή ψυχή που πετάει ψηλά με τα όνειρά της και σε κάνει να θέλεις και εσύ να την ακολουθήσεις, να μην ξανακοιτάξεις ποτέ πίσω τη γη. Ένα κορίτσι που ανάμεσα στο πασκιτάν που λιώνει στη σούπα και τα φύλλα που ανοίγουν με τη βέργα στο σατς, δεν διεκδικεί τίτλους, δεν ξέρει ακόμη πόσο σπουδαία δουλειά κάνει. Απλά προχωράει με πίστη και σεβασμό, με κέφι και απίστευτη τρέλα για τη μαγειρική.
Και εννοείται ότι θα φροντίσουμε να κλείσουμε εγκαίρως τραπέζι στο Αναστορώ –ανοίγει τις πόρτες του μεθαύριο, Δευτέρα 2 Μαρτίου– για να ανέβουμε και να γιορτάσουμε μαζί τους. Γιατί μια φορά πας στη Φάρμα Ραγιάν και έπειτα νιώθεις κομμάτι της ζωής τους.







