Η έλευση των νέων κομμάτων – αυτού της Μαρίας Καρυστιανού και του επικείμενου του Αλέξη Τσίπρα– αποτελεί το χρονικό ενός προαναγγελθόντος γεγονότος. Για μεγάλο διάστημα, αμφότερα τα πολιτικά εγχειρήματα συντηρούσαν έναν έντονο θόρυβο γύρω από το όνομά τους, με το εκλογικό σώμα να αναρωτιέται αν θα έκαναν τελικά το επόμενο βήμα.
Όσο παρέμεναν στο παρασκήνιο, απολάμβαναν μια ιδιότυπη ασφάλεια, κερδίζοντας πόντους και πολιτικό κεφάλαιο ακριβώς επειδή λειτουργούσαν μακριά από το κάδρο της καθημερινής πολιτικής τριβής. Καρπώνονταν τη δυσαρέσκεια των πολιτών απέναντι στις κυβερνητικές επιλογές, δίχως να πιέζονται να παρουσιάσουν ένα σαφές, εναλλακτικό σχέδιο.
Αυτή η περίοδος αναμονής και ιδεολογικής άνεσης όμως έφτασε στο τέλος της. Από τη στιγμή που οι αποφάσεις ελήφθησαν και οι προθέσεις μετατράπηκαν σε επίσημη πολιτική κάθοδο, οι νέοι πρωταγωνιστές οφείλουν να περάσουν από το στάδιο της γενικόλογης κριτικής, στην κατάθεση συγκεκριμένων προτάσεων.
Πλέον, καλούνται να καταθέσουν σαφείς προγραμματικές θέσεις για την οικονομία, την εξωτερική πολιτική και τη λειτουργία των θεσμών, να παρουσιάσουν ρεαλιστικές λύσεις για τα μεγάλα προβλήματα της χώρας και να αναμετρηθούν με την πραγματικότητα της κάλπης. Η ώρα της κρίσης έφτασε, και το αν θα επιβιώσουν στην πολιτική αρένα εξαρτάται αποκλειστικά από το βάρος, τη σοβαρότητα και την αξιοπιστία των όσων λένε.






