Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Ενα υπέροχο βιβλίο για όσους έχουν γεννηθεί με ψυχή καλλιτέχνη, όμως η ζωή με τις ευθύνες της δεν τους αφήνει το περιθώριο να ακολουθήσουν το κάλεσμά τους, έχει γράψει ο βρετανός συγγραφέας Μπέντζαμιν Γουντ, ο οποίος διδάσκει Δημιουργική Γραφή στο King’s College και ζει στο Σάρεϊ με τη σύζυγό του και τους γιους τους.

Το μυθιστόρημα στο οποίο αναφερόμαστε ονομάζεται «Στα ρηχά» (κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα σε μετάφραση Κλαίρης Παπαμιχαήλ) και βρέθηκε δικαίως στη μεγάλη λίστα του Booker 2025. Ωστόσο, κι άλλα έργα του 45χρονου λογοτέχνη έχουν περιληφθεί στη βραχεία λίστα για το Βραβείο Costa Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα, για το Βραβείο της Κοινοπολιτείας, για το Βραβείο Νέου Συγγραφέα της Χρονιάς από τους «Sunday Times», για το RSL Encore, για το CWA Gold Dagger και για το Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Η πόλη όπου εκτυλίσσεται η ιστορία σας είναι επινοημένη, υπάρχει όμως ένα μέρος που θα μπορούσε κανείς να πει ότι σας ενέπνευσε;

Το μυθιστόρημα πράγματι διαδραματίζεται σε ένα μέρος που λέγεται Λονγκφέρι, μια μυθοπλαστική εκδοχή της πόλης που θεωρώ σπίτι μου, εκεί όπου μεγάλωσα από τα επτά έως τα είκοσι δύο μου, στις βορειοδυτικές ακτές της Αγγλίας, λίγο πιο πάνω από το Λίβερπουλ και λίγο πιο κάτω από το Μπλάκπουλ.

Ξεκίνησα να γράφω το συγκεκριμένο βιβλίο από την ανάγκη να μιλήσω για τα μέρη μου και να βρω έναν τρόπο να αφηγηθώ μια ιστορία που να μην περιορίζεται από την πραγματικότητα, αλλά να δανείζεται στοιχεία από την κληρονομιά του τόπου για να χτίσει έναν αυθεντικό κόσμο. Και ήταν, μάλλον, οι αναγνώσεις μου γύρω από την αλιεία της γαρίδας στην περιοχή που έδωσαν την ώθηση και μου επέτρεψαν να αγκαλιάσω την πληρότητα του τοπίου, να το κάνω κεντρικό στοιχείο της αφήγησης.

Ο βασικός σας ήρωας έχει καλλιτεχνική κλίση, αλλά είναι εγκλωβισμένος σε μια σκληρή ζωή εξαιτίας συνθηκών πέρα από τον έλεγχό του. Υπήρξε ποτέ περίοδος στη ζωή σας που θα μπορούσε να σας συμβεί και εσάς το ίδιο;

Ναι, νομίζω πως ναι. Στα είκοσί μου έτσι ένιωθα. Προσπάθησα να αξιοποιήσω όσο μπορούσα αυτή την αίσθηση και να εμποτίσω με αυτή το μυθιστόρημα. Γιατί αυτό που έχω ανακαλύψει είναι ότι πρόκειται για ένα πολύ διαδεδομένο συναίσθημα ανάμεσα σε ανθρώπους που μεγαλώνουν εκτός των κυρίαρχων μεγάλων πόλεων του πλανήτη. Νομίζω πως γι’ αυτό το βιβλίο βρίσκει απήχηση σε αναγνώστες σε όλον τον κόσμο.

Ηθελα να γίνω μουσικός, έγραφα τραγούδια όταν ήμουν νέος, ακόμη γράφω, αλλά αυτό ήταν το μόνο που ήθελα να κάνω από τα δεκαέξι έως τα είκοσι δύο μου. Θυμάμαι να νιώθω ότι κάτι με ματαίωνε, καθώς ήμουν τόσο μακριά από τη μουσική βιομηχανία, που έσφυζε στο Λονδίνο. Ταυτόχρονα, όμως, ένιωθα πως είχα μια ευθύνη και ένα χρέος απέναντι σε αυτούς που με μεγάλωσαν, στην οικογένειά μου – να μην εγκαταλείψω τον μικρότερο αδελφό μου τότε, να είμαι εκεί όσο μπορούσα. Υπήρχε αυτή η σύγκρουση ανάμεσα στη φιλοδοξία μου και στην αίσθηση ότι ανήκω εκεί όπου είχα μεγαλώσει. Μου πήρε καιρό να συμφιλιώσω αυτές τις δύο πλευρές.

Υπάρχει ένα τραγούδι που παίζει σημαντικό ρόλο στο βιβλίο και θα μπορούσατε να το αφήσετε στη φαντασία του αναγνώστη. Αντ’ αυτού, το συνθέσατε, το ερμηνεύσατε και το ανεβάσατε στην ιστοσελίδα σας. Γιατί;

Υπήρξε μια στιγμή που είχα σχεδόν αποφασίσει ότι δεν θα κυκλοφορούσα το τραγούδι. Μετά μίλησα με έναν παλιό μου φίλο, με τον οποίο παίζαμε μουσική στα νιάτα μας και ηχογράφησα μαζί του το τραγούδι. Αυτός με ώθησε να το βγάλω. Γιατί ήταν δύσκολο για εμένα: η μουσική ήταν ολόκληρη η ζωή μου έως τα είκοσί μου και μετά σταμάτησα. Σταμάτησα να εμφανίζομαι. Συνέχισα να γράφω, αλλά κανείς δεν είχε ακούσει ποτέ τίποτε από όσα έγραφα ή ηχογραφούσα εκείνη την εποχή. Είναι τραγούδια που έγραφα σαν μια μορφή εκτόνωσης, σαν είδος θεραπείας.

Το τραγούδι του “Στα ρηχά” γράφτηκε ενώ είχα κολλήσει στο βιβλίο – όταν δεν ήξερα πού πήγαινε η πλοκή και ποιος ακριβώς ήταν αυτός ο χαρακτήρας. Εδωσα στον εαυτό μου λίγο χρόνο να το κοιτάξω. Μια μέρα έπιασα μια κιθάρα και σκέφτηκα: ξέρω ότι θέλει να γίνει φολκ τραγουδιστής, ας δω αν μπορώ να γράψω ένα τραγούδι από τη δική του οπτική. Οταν γράφω τραγούδια, μπορώ να είμαι πιο εξομολογητικός, να αγγίξω κάτι πιο προσωπικό και άμεσο από ό,τι μου επιτρέπει η μυθοπλασία, που τείνει να είναι ένας πιο πλάγιος, κεκαλυμμένος τρόπος έκφρασης. Εγραψα λοιπόν αυτό το τραγούδι, το ηχογράφησα στο κινητό μου και κάπως το παράτησα.

Επτά-οκτώ μήνες αργότερα, όταν τελικά έβαλα το τραγούδι του Τόμας μέσα στο μυθιστόρημα, το άκουσα ξανά – και είδα πόσο πολύ συνδεόταν με τον χαρακτήρα, πόσα νήματα του βιβλίου συνέκλιναν τελικά στη δημιουργία του τραγουδιού. Ενιωσα λοιπόν ότι έπρεπε να κάνω κάτι με αυτό, αλλά ήθελα να μείνει διακριτικό, ενσωματωμένο στο βιβλίο. Αν το ανέβαζα απλώς στην ιστοσελίδα μου με έναν σύνδεσμο, όποιος αναγνώστης ήθελε μπορούσε να ακολουθήσει τον σύνδεσμο και να το ακούσει. Αν όμως είχε ήδη ακούσει το τραγούδι μέσα στο κεφάλι του και ήταν ευχαριστημένος με αυτό, δεν χρειαζόταν να ακολουθήσει τον σύνδεσμο. Ετσι το χειρίστηκα.

Εξεπλάγην ευχάριστα και συγκινήθηκα βλέποντας πόσοι το άκουσαν και μου ζήτησαν να το ανεβάσω στο Spotify. Σε άλλους δεν άρεσε ιδιαίτερα – και δεν πειράζει. Ομως ένιωθα ότι ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της δημιουργίας του μυθιστορήματος. Αισθανόμουν ότι έπρεπε να το προσθέσω κάπου ως ένα είδος επιπλέον υλικού, αλλιώς θα έκανα μια μικρή αδικία στο βιβλίο. Αν θα γράψεις ένα τραγούδι μέσα σε ένα μυθιστόρημα και έχεις γράψει τους στίχους και έχεις περιγράψει πώς ηχεί, αισθάνθηκα ότι ήταν σχεδόν χρέος μου να το στηρίξω με έναν πραγματικό ήχο, όπως τον άκουγα μέσα στο κεφάλι μου, και να δώσω στον αναγνώστη αυτή τη δυνατότητα.

Μια παράξενη εμπειρία παίζει ρόλο στη γέννηση του τραγουδιού στο βιβλίο. Εσείς πώς θα περιγράφατε τις στιγμές αληθινής έμπνευσης;

Τις δικές μου στιγμές έμπνευσης τις νιώθω σαν αποδράσεις από τον χρόνο, καμιά φορά και από τη συνείδηση. Είναι σαν να αναδύονται στην επιφάνεια πράγματα που βρίσκονται βαθιά μέσα στο ασυνείδητο. Τη δημιουργικότητα την παρομοιάζω με ένα ραδιόφωνο. Υπάρχουν πολλές συχνότητες γεμάτες θόρυβο και άλλες που κρύβουν ιδέες και έμπνευση. Τις περισσότερες ώρες που γράφω, γυρίζω το κουμπί του ραδιοφώνου και πιάνω μόνο παράσιτα. Καμιά φορά ακούω μια φωνή και λέω: “Ω, αυτό είναι καλό, κράτα το”.

Και έπειτα έρχονται εκείνες οι ημέρες που γυρνάς λίγο ακόμη το κουμπί και ξαφνικά ακούς αυτή την απίστευτη καθαρότητα ιδεών. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή αισθάνεσαι αποκομμένος από τον κόσμο. Μετά τελειώνει και αναρωτιέσαι: “Ω, από πού ήρθε αυτό;”. Γι’ αυτό με γοητεύει τόσο πολύ ως φαινόμενο. Γι’ αυτό έχω γράψει συχνά βιβλία για δημιουργικούς ανθρώπους. Είναι ένα από εκείνα τα πράγματα της ζωής που μου μένουν αναπάντητα. Και είναι αυτό που με κρατάει ζωντανό, ξέρετε – η σκέψη ότι θα ξαναβρώ κάποτε εκείνη την αίσθηση. Είναι κάπως σαν έκρηξη όταν συμβαίνει.

Ποιες είναι οι σημαντικότερες λογοτεχνικές σας επιρροές; Και υπάρχει κάποιο πρόσφατο βιβλίο που διαβάσατε και σας άρεσε πάρα πολύ;

Τα μυθιστορήματα που με τραβούν περισσότερο είναι τα αμερικανικά της δεκαετίας του ’40, του ’50 και του ’60. Συγγραφείς όπως ο Τρούμαν Καπότε, ο Τζέιμς Μπόλντουιν, ο Ρίτσαρντ Γέιτς, ο Γουάλας Στέγκνερ, η Κάρσον Μακ Κάλερς, η Φλάνερι Ο’Κόνορ. Μυθιστορήματα όπου ο λόγος είναι δουλεμένος και ζωντανός, όπου οι χαρακτήρες βρίσκονται στο προσκήνιο και η ατμόσφαιρα κατέχει την πρωτεύουσα θέση. Αγαπώ όμως και βρετανούς συγγραφείς όπως τον Τζον Φόουλς, τη Χίλαρι Μαντέλ, τη Σάρα Γουότερς.

Ο κατάλογος είναι ατελείωτος. Οποτε στερεύω από έμπνευση, σηκώνω το “Εν ψυχρώ” του Τρούμαν Καπότε και νιώθω σαν να κάνω μια επανεκκίνηση, κατά κάποιον τρόπο. Το ίδιο με τον “Δρόμο της επανάστασης” του Ρίτσαρντ Γέιτς. Το ίδιο με τις πρώτες σελίδες του “Γουλφ Χολ” ή με κάποιο διήγημα της Χίλαρι Μαντέλ. Νιώθω μια ισχυρή σύνδεση με αυτά τα βιβλία. Εκεί καταφεύγω.

Οσο για πρόσφατα βιβλία, θα σας πω ότι δύο διδακτορικοί φοιτητές μου έχουν εκδώσει μυθιστορήματα τα τελευταία δύο χρόνια. Το ένα λέγεται “The Daffodil Days” και είναι της Ελεν Μπέιν – μια ιστορία που παρακολουθεί τις ζωές δευτερευόντων προσώπων που διασταυρώνονται με τη Σίλβια Πλαθ τον τελευταίο χρόνο της ζωής της. Είναι ένα υπέροχο έργο. Υπάρχει και ένα δεύτερο βιβλίο, ενός φοιτητή μου που λέγεται Σκοτ Πρέστον, ένα μυθιστόρημα με τίτλο “The Borrowed Hills” – ένα είδος λογοτεχνικού νουάρ, στο πνεύμα του Κόρμακ Μακ Κάρθι, που εκτυλίσσεται στην Κάμπρια. Αυτά τα δύο τα ευχαριστήθηκα πολύ και είχα το προνόμιο να τα δω να γεννιούνται.

Συμβαίνουν τόσο πολλά στον κόσμο τελευταία. Ποιος πιστεύετε ότι είναι ο ρόλος του συγγραφέα σήμερα; Θεωρείτε πως οφείλει να γράφει έργα που σχολιάζουν την επικαιρότητα; Ή πιστεύετε ότι έχει σημασία να ασχολείται κανείς με την ουσία της ανθρώπινης κατάστασης;

Νομίζω πως υπάρχουν συγγραφείς που γράφουν για την επικαιρότητα και το κάνουν εξαιρετικά. Εγώ δεν είμαι τέτοιος συγγραφέας. Αποφεύγω να γράφω πράγματα που νιώθω ότι περιορίζονται από τη ροή των ειδήσεων. Ελκομαι περισσότερο από κείμενα που εκπροσωπούν τις ανθρώπινες αξίες τις οποίες θα ήθελα να έχουμε όλοι. Προσπαθώ να γράφω για χαρακτήρες που είναι κατά βάση καλοί άνθρωποι.

Εχω επίγνωση ότι κάποιες φορές αποφεύγω να γράφω για την πολιτική. Αποφεύγω πολύ συνειδητά να εμπλέκω τις ζωές των χαρακτήρων μου με όσα συμβαίνουν στον ευρύτερο κόσμο. Ο λόγος που το κάνω αυτό είναι ότι, αν και έχω ισχυρές απόψεις, δεν είμαι ακτιβιστής με την έννοια ότι αισθάνομαι πως είναι χρέος μου να σηκωθώ και να κάνω κάτι. Είμαι μάλλον από αυτούς που νιώθουν πως δεν μπορούν να κάνουν τίποτα άλλο πέρα από το να θυμώνουν. Ετσι, προσπαθώ να γράφω για ανθρώπους που κάνουν πράγματα στον κόσμο, που προσθέτουν κάτι στον κόσμο. Είναι αρχιτέκτονες ή ζωγράφοι ή δάσκαλοι. Γιατί αυτός είναι, νομίζω, ο τρόπος με τον οποίο προσπαθώ να διαχειρίζομαι τις δικές μου ματαιώσεις για το πώς είναι ο κόσμος.