Η μητέρα μου δεν υπήρξε ποτέ δεινή μαγείρισσα. Έφτιαχνε τα κλασικά φαγητά με τον τρόπο που ήθελε εκείνη. Και ήταν ωραίος τρόπος, αλλά στερούνταν φαντασίας. Δεν είχε τύχει στο παρελθόν να μπω στη διαδικασία αξιολόγησής της. Έπρεπε να απομακρυνθώ πολλά χρόνια από την κουζίνα της για να καταλάβω ότι το φαγητό της δεν είχε συναίσθημα. Ο ρόλος της στην κουζίνα ήταν διεκπεραιωτικός. Ήταν ένα χρέος που πίστευε ότι είχε προς την οικογένειά της και δεν θεώρησε ποτέ απαραίτητο να αμφισβητήσει αυτόν το ρόλο. Απλά, όταν έμεινε μόνη στο σπίτι, σταμάτησε να μαγειρεύει. Απελευθερώθηκε. Παρόλο, όμως, που οι σχέσεις της με τη μαγειρική είχαν πολύ στενά όρια, η μάνα ήξερε ότι είχε έναν κρυφό άσο στο μανίκι της. Και αυτός ήταν οι τηγανητές πατάτες.
Το απόλυτο βραδινό
Αν ήταν οδυνηρό για τη μάνα να μαγειρεύει καθημερινά, σκεφτείτε πώς ένιωθε όταν έπρεπε να φτιάξει διαφορετικό βραδινό. Συνειδησιακά δεν της πήγαινε η καρδιά να μας «ξεπετάξει» με τοστ, οπότε έκανε μια από τις μεγαλύτερες συμμαχίες της ζωής της, αυτήν με τη φριτέζα, και επιδόθηκε στο τηγάνισμα πατάτας. Λευκή φριτέζα με λουλουδάκια πολύχρωμα, εντελώς cult, δεν έφυγε ποτέ από το μάτι της κουζίνας. Τη θυμάμαι να είναι πάντα εκεί, να μην μπαίνει ποτέ σε ντουλάπι. Η φριτέζα ήταν η καλή της φίλη. Ήξερε ότι σε αυτήν μπορούσε να βασιστεί. Και δεν λυπόταν η μάνα την πατάτα. Με τρομερή δεξιοτεχνία και κρατώντας τη σφιχτά στα μακριά δάχτυλά της, έκοβε απόλυτα συμμετρικά μπαστουνάκια –ούτε χοντρά ούτε λεπτά–, όλα τέλεια, λες και είχαν βγει από μηχάνημα. Μέσα σε μισή ώρα υπήρχε φαγητό στο τραπέζι. Η μάνα ήξερε ότι ποτέ δεν θα παραπονιόμασταν γιατί είχαμε και πάλι πατάτες και όχι, για παράδειγμα, μακαρόνια με σάλτσα ή πίτσα, ή μια ομελέτα. Με τις πατάτες, καθάριζε. Μας είχε ικανοποιημένες και ήσυχες. Είχε βρει τον τρόπο να μας έχει σε καταστολή. Ήταν το γαστρονομικό ναρκωτικό μας, ο τρόπος να παραδινόμαστε άνευ όρων, το φαγητό που μας έκανε να πέφτουμε για ύπνο με χαμόγελο στα χείλη.

Φωτό: Δώρα Μάστορα
Αργότερα που άρχισα να διαβάζω διάφορα άρθρα γαστρονομικά και να μιλάω με μαγείρους, κατάλαβα πως υπήρχαν πολλά μυστικά για την τέλεια τηγανητή πατάτα. Άλλοι τις άφηναν στο νερό και άλλοι όχι. Άλλοι τις προτηγάνιζαν. Μερικοί τις έβαζαν στην κατάψυξη. Πολλοί ορκίζονταν στο τηγάνισμά τους με ηλιέλαιο και ακόμα περισσότεροι υπεραμύνονταν του τηγανίσματος με αγνό ελαιόλαδο. Άλλοι τις αλάτιζαν από πριν, άλλοι μετά και άλλοι είχαν να προτείνουν πολλά διαφορετικά αλάτια για τη σωστή απόλαυσή τους.
Παρά τις επισταμένες έρευνές μου και τις μετέπειτα δοκιμές μου, δεν κατάφερα ποτέ να φτιάξω τις αριστουργηματικές τηγανητές πατάτες της κυρίας Ευαγγελίας. Και θα έλεγα πως για αυτό φταίει το ότι, ως κόρη της, πρέπει να έχω ένα φαγητό συνδεδεμένο με την αγάπη της, αλλά δεν νομίζω ότι ο λόγος που βρίσκω τέλειες τις πατάτες της είναι συναισθηματικός. Όποιος και αν τις έχει δοκιμάσει, έχει αποφανθεί το ίδιο: είναι ένα έργο τέχνης. Και η αλήθεια είναι ότι δεν χρησιμοποιεί τίποτα περισσότερο από ελαιόλαδο και αλάτι. Αλλά είναι τόσο καλή στο να χειρίζεται τη φριτέζα της που κανείς ποτέ δεν θα της κλέψει την τέχνη της.
Το απόλυτο αντικαταθλιπτικό
Οι τηγανητές πατάτες, όμως, δεν ήταν το δυνατό χαρτί της μητέρας μου όταν έψαχνε τη λύση για γρήγορο φαγητό. Μέχρι σήμερα, οι πατάτες της είναι ο τρόπος της για να εξαφανίζει τη στεναχώρια μας. Και η μάνα δεν είναι άνθρωπος που για να μάθει τι σου συμβαίνει πρέπει να της το πεις εσύ· το καταλαβαίνει προτού καν ανοίξεις το στόμα σου. Από την ανάσα σου πιάνει τη διαφορετική ατμόσφαιρα. Γνωρίζει ανά πάσα στιγμή πότε είμαι καλά και πότε όχι, κι ας βρίσκομαι χιλιόμετρα μακριά της. Όταν, λοιπόν, μας περιμένει στο σπίτι, ξέρει πότε είναι απαραίτητο να μπει η φριτέζα στη φωτιά. Οι πατάτες δεν λείπουν ποτέ από την κουζίνα της. Καλές πατάτες, διαλεγμένες μία προς μία και φυλαγμένες σε σκοτεινό σημείο για να μην τις επηρεάζει τίποτα. Με τις πατάτες της ξεπεράσαμε διάφορες καταστάσεις. Την απώλεια του πατέρα, τις οικονομικές μου κρίσεις, τις σχέσεις που κατέρρεαν προτού καλά καλά ξεκινήσουν, μέχρι και τις δίαιτες που ποτέ δεν είχαν αποτέλεσμα. Γιατί, ακόμα και αν δεν το πιστεύετε, εκείνη η δίαιτα που όσοι τη δοκιμάζουν χάνουν κιλά και κάποιοι δεν αποχωρίζονται ούτε δράμι με πατάτες τηγανητές αντιμετωπίζεται και σιχτιρίζεται όπως της πρέπει.

Φωτό: Δώρα Μάστορα
Οι πατάτες τηγανητές, λοιπόν, δικαίως έχουν αναδειχθεί ως ένα αποτελεσματικό, ψυχοθεραπευτικό μέσο. Κάτι που ποτέ δεν μας έχει προδώσει. Γι’ αυτό άλλωστε δεν έχω τίποτα χειρότερο από την κακή τηγανητή πατάτα σε ένα μαγαζί εστίασης. Καταλαβαίνω ότι θέλει κόπο και ότι αγαπά την αμεσότητα. Την πατάτα, όπως και το μακαρόνι, την περιμένεις, δεν σε περιμένει. Πρέπει να έρθει ζεστή μπροστά σου. Να τη βάλεις στο πιρούνι μαζί με τη φέτα και εκείνη να λιώσει για χάρη της. Δεν είναι οι πατάτες για χλιαρές καταστάσεις. Δεν μπορείς να τις έχεις μπροστά σου και να πιάσεις ψιλή κουβέντα. Πρώτα θα τις φας και μετά –με διαύγεια και ευεξία– θα μιλήσεις για τα πάντα. Γιατί η πατάτα θα σε ξεκλειδώσει, θα σου χαλαρώσει τις αντιστάσεις, θα σε κάνει να νιώσεις ασφάλεια, θα σε πείσει ότι βρίσκεσαι στο κατάλληλο περιβάλλον για εξομολογήσεις.
Πατάτες φούρνου, η αντεπίθεση της γιαγιάς
Και ενώ η μάνα θα ήθελε να πηγαίνει στην κουζίνα ιδανικά μόνο για να ανοίγει το ψυγείο και να αρπάζει κάποιο γλυκό, η γιαγιά την είχε για βασίλειο. Η Κυριακούλα –βαφτισμένη ακριβώς έτσι– λίγα φαγητά έφτιαχνε, αλλά είχε τον τρόπο να τα κάνει αξεπέραστα.
Το ψητό της Κυριακής ήταν αποκλειστικά δική της δουλειά. Ξυπνούσε πριν από όλους. Έκλεινε την πόρτα της κουζίνας και ξεκινούσε την ιεροτελεστία. Η γιαγιά μου δεν ήξερε τι είναι ξύλο κοπής. Τα πάντα κόβονταν μέσα στα χέρια της. Έπαιρνε το κρεμμύδι και με δυνατές επαναλαμβανόμενες κινήσεις το ψιλόκοβε προτού καν προλάβεις να πεις «κύμινο». Αν κοίταζες το εσωτερικό της παλάμης της, θα έβλεπες παντού αμυχές, πρόσφατες και παλιότερες μαχαιριές. Ούτε που την ένοιαζε, πιθανότατα τις θεωρούσε παράσημα, επιβεβαίωση ότι αυτό που έκανε εκείνη δύσκολα το έκανε κάποιος άλλος. Για το ψητό της, δεν υπάρχουν λόγια. Ώρες την παρακολουθούσα, από παιδάκι, για να μάθω να το κάνω όπως εκείνη. Σκελίδες σκόρδου μέσα στο ψαχνό, αλατοπίπερο με μαεστρία, πατάτες που καρύκευε με τις ώρες χρησιμοποιώντας τις κούπες του λεμονιού. Μπόλικο ελαιόλαδο από πάνω και αυτό ήταν. Ούτε θυμάρι, ούτε ρίγανη, ούτε τίποτα άλλο.

Φωτό: Δώρα Μάστορα
Όταν έβγαινε το ταψί από το φούρνο, ήταν ένα ποίημα το φαγητό. Δεν πάει ο νους του ανθρώπου στο πόσο κρατσανιστή ήταν η πετσούλα, πόσο ζουμερό το κρέας και πόσο υπέροχες οι πατάτες. Για να είμαι ακριβής, δεν μιλάμε για πατάτες, αλλά για γλύκισμα. Κάποιες ξεροψημένες από πάνω, πάντα τρυφερές στην καρδιά τους, ελάχιστες κολλημένες στο ταψί της, που έτρεχα να προλάβω να τις ξεκολλήσω με μαχαίρι για να τις κατασπαράξω, ένα έδεσμα φανταστικό. Με αυτές τις πατάτες έκλεισα για πρώτη φορά τα μάτια όταν τις απολάμβανα, σαν να ήθελα να συγκεντρωθώ απόλυτα στη γεύση τους. Το ίδιο ακριβώς έκανα αργότερα με τα πρώτα ερωτικά φιλιά της ζωής μου που, όλως παραδόξως, είχαν την ίδια δαιμονικά υπέροχη γεύση.
Γι’ αυτό από νωρίς κατέληξα πως οι πατάτες είναι και έρωτας και μεγάλη αγάπη. Είναι το φαγητό που δεν γνωρίζει εισοδήματα και κάστες. Προσφέρεται σε όλους και όλοι το αντιμετωπίζουν με την ίδια ευδαιμονία, την ίδια μεγάλη λαχτάρα. Είναι το εύκολο προσιτό μαγείρεμα που δεν λείπει από κανένα σπίτι. Είναι εκείνο που παίρνει θέση με την ίδια ευκολία σε ένα καθημερινό τραπέζι και ένα τραπέζι γιορτής.
Τις ίδιες ιστορίες με πατάτες έχουν πολλοί άνθρωποι. Χρόνια κάθομαι και τις ακούω. Έχω ακούσει πολλά για γιαγιάδες με ροζιασμένα χέρια που καθάριζαν πατάτες για χρόνια σε μαγειρεία. Έχω δει πολλές μανάδες όρθιες στο νεροχύτη να τις βολεύουν σε μεγάλα σουρωτήρια, αφήνοντας το βλέμμα τους να τρέχει έξω από το παράθυρο. Έχω μοιραστεί τραπέζια με πολλά παιδιά τρώγοντας πατάτες με τα χέρια και γελώντας με χαζά αστεία, από εκείνα που μόνο τα παιδιά βρίσκουν λόγο για να γελάσουν. Έχω παρευρεθεί σε πολλά επίσημα καλέσματα αναγνωρίζοντας τα ακριβά βούτυρα να λιώνουν πάνω στην καυτή τους σάρκα. Έχω μαγευτεί από πολλά ταψιά δουλεμένα που έχουν βγει από καυτούς ξυλόφουρνους και έχουν πάρει τη θέση τους σε ένα γλέντι, σε μια χαρά, σε μια σύναξη ωραίων ανθρώπων.
Ξέρω ότι δεν υπήρχε πάντα στον τόπο μας η πατάτα, αλλά αυτό δεν μας εμπόδισε να τη βάλουμε σε όλα τα σπίτια μας, να κάνουμε την πατρίδα μας δική της. Και τελικά, αν την ίδια αγάπη που έχουμε για αυτήν την είχαμε για όλους γύρω μας, ίσως να είχε συνολικά καλύτερη γεύση η ζωή μας. Να ήταν μια ζωή με γεύσεις που δεν έχουν σύνορα.

Φωτό: Δώρα Μάστορα
Τηγανητές πατάτες, ο απόλυτος έρωτας
Ο γευστικός πειρασμός που ακούει στο όνομα «τηγανητή πατάτα» έχει ξεσηκώσει μια άτυπη κόντρα μεταξύ χωρών. Οι μεν Βέλγοι υποστηρίζουν ότι πρώτοι αυτοί ξεκίνησαν να τηγανίζουν λεπτοκομμένες πατάτες στο λάδι από τα τέλη του 17ου αιώνα, καθώς το χειμώνα, λόγω παγετού, ήταν το πιο εύκολο και γρήγορο πιάτο που μπορούσαν να φάνε.
Από την άλλη πλευρά, οι Γάλλοι διεκδικούν την πατρότητα της συνταγής ισχυριζόμενοι ότι πριν ακόμα και από τη Γαλλική Επανάσταση πλανόδιοι πωλητές στις γέφυρες του Παρισιού τηγάνιζαν λεπτές φέτες πατάτας σε μεγάλα καζάνια με λάδι και ό,τι άλλο λίπος είχαν διαθέσιμο.
Όποιος και αν είχε πρώτος την ιδέα να ρίξει την πατάτα στο τηγάνι, δημιούργησε ένα γευστικό ποίημα. Και το ποίημα αυτό διαδόθηκε σε κάθε πλευρά του κόσμου, σε όλα τα έθνη και τους λαούς, οι οποίοι λάτρεψαν τις τηγανητές πατάτες και σιγά-σιγά κατέκτησαν τα μυστικά τους.
Το πρώτο βήμα είναι η επιλογή της πρώτης ύλης. Ακόμα και αν δεν μας είναι εύκολο να αναζητήσουμε στην αγορά συγκεκριμένες ποικιλίες, είναι σημαντικό να ξέρουμε ότι, για να έχουμε το πιο τραγανό αποτέλεσμα, το μυστικό είναι οι πατάτες που θα χρησιμοποιήσουμε να μην έχουν πολλή υγρασία και να είναι υψηλές σε άμυλο.
Στη χώρα μας και ανάλογα με την εποχή, μπορούμε να επιλέξουμε πατάτες Νάξου ή Νευροκοπίου που θα μας δώσουν ένα εξαιρετικά νόστιμο και τραγανό αποτέλεσμα. Πιο συγκεκριμένα, οι καλύτεροι περίοδοι για τις πατάτες Νάξου είναι το καλοκαίρι και ο χειμώνας, ενώ τις πατάτες Νευροκοπίου τις βρίσκουμε φρέσκες στην αγορά από το φθινόπωρο μέχρι και την άνοιξη. Σε κάθε περίπτωση, φροντίζουμε αυτές που θα προμηθευτούμε να μην είναι λεπτόφλουδες καθώς τα σάκχαρα που περιέχουν θα τις μαλακώσουν κατά τη διάρκεια του τηγανίσματος ενώ θα τις σκουρύνουν πολύ εξωτερικά και θα φαίνονται σαν καμένες.

Φωτό: Δώρα Μάστορα
Το επόμενο βήμα είναι η προετοιμασία τους για το τηγάνι. Αφού τις καθαρίσουμε, τις κόβουμε ομοιόμορφα για να τηγανιστούν στον ίδιο χρόνο και τις ξεπλένουμε καλά κάτω από τρεχούμενο κρύο νερό. Αυτό που θέλουμε είναι το νερό στο τέλος να βγαίνει διαυγές, ώστε να σιγουρευτούμε ότι έχει απομακρυνθεί από την επιφάνειά τους το επιπλέον άμυλο, το οποίο αν μείνει θα «μαυρίσει» τις πατάτες και θα τις κάνει μαλακές στο πιάτο μας. Για ακόμα καλύτερο αποτέλεσμα, εάν δεν σκοπεύουμε να τις τηγανίσουμε αμέσως, τις μουλιάζουμε μέσα σε ένα μπολ με κρύο νερό στο ψυγείο για τουλάχιστον μία με δύο ώρες.
Λεπτοκομμένες, κλασικές ή ρουστίκ και σε τι λάδι;
Οι κομμένες σαν σπιρτόξυλα –allumettes– γίνονται φουλ τραγανές και είναι ιδανικές για να τις απολαμβάνουμε σκέτες. Οι κλασικές τηγανητές πατάτες έχουν πάχος μεγαλύτερο του ενός εκατοστού. Αρκετοί προτιμούν την πιο ρουστίκ κοπή τους, τη γνωστή ως κυδωνάτη, είτε με τη φλούδα είτε χωρίς, αλλά καλό είναι σε αυτή την περίπτωση, προτού τις ρίξουμε στο τηγάνι, να τις βράσουμε λίγο.
Ποιο είναι, όμως, το κατάλληλο λάδι που θα δώσει τις πιο νόστιμες και τραγανές πατάτες, αποτελώντας παράλληλα και την πιο υγιεινή επιλογή;
Στην ελληνική κουζίνα, αδιαμφισβήτητα την πρώτη θέση έχει το ελαιόλαδο, αφού σύμφωνα και με επιστημονικά δεδομένα πρόκειται για το πιο σταθερό λάδι για τηγάνισμα λόγω του ότι δεν «καίγεται» εύκολα. Χάρη στα μονοακόρεστα λιπαρά και τα αντιοξειδωτικά που περιέχει, αντέχει σε υψηλές θερμοκρασίες (180-210°C) χωρίς να αλλοιώνεται η δομή του τόσο γρήγορα όπως συμβαίνει με τα διάφορα σπορέλαια. Το ελαιόλαδο μοιάζει να δημιουργεί μια προστατευτική κρούστα που δεν του επιτρέπει να διεισδύσει στο εσωτερικό. Για το τηγάνι, προτιμάμε το κλασικό ελαιόλαδο που είναι ελαφρύ σε γεύση και σαφώς πιο οικονομικό από το εξαιρετικό παρθένο.

Φωτό: Shutterstock
Δεν είναι λίγοι ωστόσο αυτοί που επιλέγουν κάποιο ουδέτερο σε γεύση σπορέλαιο όπως το ηλιέλαιο ή το αραβοσιτέλαιο, τα οποία αντέχουν σε ακόμα υψηλότερες θερμοκρασίες, κάτι που βοηθά στο γρήγορο, «στεγνό» τηγάνισμα.
Από άποψη γευστικής υπεροχής και τεχνικής αρτιότητας, μια μείξη των δύο ελαίων σε ένα ποσοστό 40% ελαιόλαδο και 60% σπορέλαιο θα μας δώσει ένα εξίσου νόστιμο και τραγανιστό αποτέλεσμα. Και βέβαια, δεν παραφορτώνουμε ποτέ το τηγάνι με πατάτες. Όσο καλό λάδι κι αν χρησιμοποιήσουμε, αν η θερμοκρασία του πέσει απότομα επειδή ρίξαμε πολλές, θα έχει ως αποτέλεσμα οι πατάτες να βράσουν αντί να τηγανιστούν.
Τέλος, η κατάλληλη στιγμή για να τις αλατίσουμε είναι μόλις τις βάλουμε στο πιάτο όσο είναι ακόμη καυτές από το τηγάνι, και αυτό γιατί το λάδι που έχει σταθεί στην επιφάνειά τους θα συγκρατήσει κάθε νιφάδα αλατιού.
French fries
Ο όρος «French fries» που όλοι έχουμε ακούσει έστω και μία φορά οφείλεται στους Αμερικανούς στρατιώτες του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου που πρωτοδοκίμασαν τηγανητές πατάτες στη γαλλόφωνη μεριά του Βελγίου και τους έδωσαν αυτό το όνομα λόγω της γλώσσας που μιλούσαν εκεί. Οι ίδιοι ενδεχομένως ευθύνονται και για τη δημοφιλία που γνώρισε στην πορεία το συγκεκριμένο πιάτο στη χώρα τους, το οποίο από τα μέσα του 20ού αιώνα έχει γίνει η απόλυτη σταθερά στα μενού των αλυσίδων fast food. Χρυσαφένιες τηγανητές πατάτες, ομοιόμορφες και τραγανές είναι το σύμβολο πολλών μαγαζιών μαζικής εστίασης.
Η τεχνική των τριών σταδίων
Από τα μέσα των ’90s ένας Βρετανός σεφ, ο Έστον Μπλούμενταλ, είχε βαλθεί να κάνει τις τέλειες τηγανητές πατάτες και τελικά το πέτυχε με μια ακολουθία τριών σταδίων που, αν τηρηθεί κατά γράμμα, μας υπόσχεται την καλύτερη εκδοχή τους που θα έχουμε φάει ποτέ.

Φωτό: Shutterstock
Σύμφωνα με αυτήν, στην αρχή βράζουμε τις πατάτες σε αλατισμένο νερό για 8-10 λεπτά, μέχρι να αρχίσουν να «σκάνε» οι άκρες τους, χωρίς όμως να διαλύονται. Τα «ανοίγματα» που θα δημιουργηθούν στην επιφάνειά τους θα είναι και τα πιο κρατσανιστά σημεία.
Μόλις βράσουν, τις απλώνουμε σε μια σχάρα να κρυώσουν και τις βάζουμε για λίγο στο ψυγείο ή στην κατάψυξη. Όπως υποστηρίζει ο σεφ, η δημιουργία ξηρής επιφάνειας είναι το κλειδί για το κρατσάνισμα. Κατόπιν, τις τηγανίζουμε σε μέτρια φωτιά για να ψηθούν εσωτερικά και τις βγάζουμε προτού πάρουν χρώμα. Τέλος, λίγο πριν από το σερβίρισμα, τις τηγανίζουμε ξανά, σε δυνατή φωτιά αυτήν τη φορά, για 3-4 λεπτά, μέχρι να χρυσαφίσουν και να γίνουν τραγανές απέξω.
Η γκουρμέ πλευρά και ο ρόλος της τεχνολογίας
Στο σήμερα, το αγαπημένο αυτό πιάτο έχει κερδίσει μια θέση και στις λεγόμενες «υψηλές» κουζίνες. Καταξιωμένοι σεφ ξοδεύουν χρόνο τελειοποιώντας τεχνικά και ουσιαστικά τις τηγανητές πατάτες και ενισχύουν τη γεύση τους χρησιμοποιώντας εκλεκτά υλικά όπως λίπος πάπιας ή βοδινού για το τηγάνισμα και σερβίροντάς τες με φρέσκα βότανα και μυρωδικά, ανθό αλατιού, ξύσμα τρούφας, ακόμα και φύλλα χρυσού.
Η ανάπτυξη της τεχνολογίας τροφίμων έφερε πολλές αλλαγές και σε αυτό το φαινομενικά απλό φαγητό. Οι πατάτες καταψύχθηκαν, προτηγανίστηκαν και απέκτησαν ακόμα πιο λαχταριστή γεύση. Σταδιακά, προστέθηκαν σε αυτές τεχνητά και μη σάκχαρα (δεξτρόζη κλπ.) που εξασφαλίζουν το ομοιόμορφο χρώμα τους, αλλά και διάφορες λιπαρές ουσίες που τις κάνουν ακόμα πιο εθιστικές.
Τα συνοδευτικά τους

Φωτό: Shutterstock
Οι αληθινές και καλοτηγανισμένες πατάτες σίγουρα δεν χρειάζονται κάτι παραπάνω από αλάτι, ίσως και κάποιο μυρωδικό όπως ρίγανη, δεντρολίβανο ή ξύσμα λεμονιού. Ποιος όμως δεν αγαπά να τις βουτάει σε ένα νόστιμο ντιπ; Για τους λάτρεις του σκόρδου, το ιδανικό είναι μια χειροποίητη μαγιονέζα αγιολί. Αλλά και μια μαγιονέζα σκέτη ή αρωματισμένη με λίγο λάδι τρούφας θα απογειώσει τη γεύση τους. Αν θέλουμε κάτι πιο δροσερό, ένα ντιπ γιαουρτιού με φέτα και ξύσμα λεμονιού είναι μια εξίσου καλή επιλογή. Από εκεί και πέρα, υπάρχουν πολλές επιλογές από σαλάτες στην ελληνική κουζίνα όπως η τυροκαυτερή ή το τζατζίκι που ταιριάζουν εξαιρετικά με την τραγανότητα και την αξεπέραστη γεύση τους.
—







