Το ρεύμα της «Μεγάλης Παραίτησης» αποτέλεσε αναμφίβολα μια από τις πιο πολυσυζητημένες οικονομικές εξελίξεις που έφερε η φετινή χρονιά. Το πρώτο ρεκόρ εξόδου Αμερικανών εργαζομένων καταγράφηκε τον Απρίλιο, για να καταρριφθεί τον Ιούλιο, αλλά και πάλι ξανά τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο. Τα σημερινά στοιχεία της έκθεσης JOLTS για τον Οκτώβριο έδειξαν (επιτέλους, κατά πολλούς) μια σημαντική πτώση των παραιτήσεων σε ποσοστό 4,7%, όμως μια υποχώρηση κατά 205.000, κάθε άλλο παρά αλλάζει δραστικά την συνολική εικόνα.

Με δεδομένα τα στοιχεία αυτά, μια ενδιαφέρουσα ανάλυση του «The Atlantic» προσπάθησε να αποδομήσει τρεις δημοφιλείς μύθους σε σχέση με την «Μεγάλη Παραίτηση» και ποιους τελικά επηρεάζει.

Πρώτος μύθος: Η Μεγάλη Παραίτηση έχει να κάνει με παραιτήσεις

Ο όρος «παραίτηση» που υιοθετήθηκε, ακούγεται και παραπέμπει στην απώλεια μιας θέσης εργασίας από την οικονομία. Όμως, δεν είναι ακριβώς έτσι. Η αύξηση στις παραιτήσεις έχει να κάνει κυρίως με χαμηλόμισθους εργαζόμενους που τελικά άλλαξαν δουλειά αναζητώντας έναν καλύτερο μισθό, κυρίως σε κλάδους που πρόσφεραν υψηλότερους μισθούς προκειμένου να καλύψουν τις κενές θέσεις εργασίας που είχαν, όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Αυτό ουσιαστικά σημαίνει πως από την οπτική πλευρά αυτού που παραιτείται, πρόκειται για εργασιακή βελτίωση και αναβάθμιση και όχι πραγματική έξοδο από την αγορά εργασίας.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα συνιστά η εικόνα στη βιομηχανία φιλοξενίας και εστίασης. Εστιατόρια και ξενοδοχεία είχαν τη μερίδα του λέοντος σε παραιτήσεις, όμως ο τελικός απολογισμός δεν δείχνει μεγάλα κενά σε θέσεις εργασίας. Ο κλάδος δεν έχασε θέσεις εργασίας, αντιθέτως πρόσθεσε δύο εκατ. εργαζομένους μέχρι τώρα φέτος, που ήταν και ο μεγαλύτερος αριθμός που έχει προστεθεί σε κλάδο της αμερικανικής οικονομίας τη φετινή χρονιά. Μάλιστα, ο κλάδος που μέτρησε τις περισσότερες παραιτήσεις, ήταν και αυτός που δημιούργησε τελικά μία στις τρεις, νέες, θέσεις εργασίας που «άνοιξαν» μέσα στη χρονιά, στις ΗΠΑ.

Δεύτερος μύθος: Η Μεγάλη Παραίτηση έχει να κάνει με την εργασιακή εξουθένωση των υψηλόβαθμων ή διοικητικών στελεχών (white-collar)

Αν και τα ποσοστά εξουθένωσης παρέμειναν σταθερά ή και υποχώρησαν στους περισσότερους εργαζομένους κατά τη διάρκεια της πανδημίας, σύμφωνα με σφυγμομέτρηση του Gallup, οι εργαζόμενοι με απομακρυσμένο καθεστώς εργασίας είναι πολύ πιο πιθανό να δηλώσουν τώρα εξουθενωμένοι σε σχέση με τα επίπεδα προ της πανδημίας. Δεδομένου πως οι απομακρυσμένοι εργαζόμενοι είναι πιο πιθανό να συμπεριλαμβάνουν ανώτατα ή διοικητικά στελέχη και όχι (blue-collar) εργάτες, το στοιχείο αυτό οδήγησε στον ισχυρισμό πως η Μεγάλη Παραίτηση ωθείται κυρίως από την έξοδο ανώτατων στελεχών.

Όμως, τα ποσοστά των παραιτήσεων δείχνουν πως δεν υπάρχει αυξημένη έξοδος εργαζομένων από κλάδους, όπως ο χρηματοπιστωτικός και το real estate, οι κλάδοι της πληροφορικής, των εκδόσεων και των software. Αντιθέτως, οι περισσότερες παραιτήσεις φέτος καταγράφηκαν στους κλάδους της ψυχαγωγίας και της φιλοξενίας και μάλιστα σε επίπεδα τέσσερις φορές πιο ψηλά σε σχέση με τον τομέα των επιχειρηματικών υπηρεσιών, που είναι κατ’ εξοχήν κλάδος διοικητικών εργαζομένων.

Κοινώς δεν πρέπει να συγχέουμε την κούραση των στελεχών με τα κίνητρα που ωθούν τους χαμηλόμισθούς εργαζόμενους να μετακινηθούν από μία θέση εργασίας σε μια άλλη. Όσο παράδοξο κι αν ακούγεται, η αύξηση στα επίπεδα εξουθένωσης των εργαζομένων είναι πιο ισχυρή σε (πιο επικερδείς) κλάδους, όπου τελικά οι εργαζόμενοι είναι λιγότερο πιθανό να παραιτηθούν.

Τρίτος μύθος: Η «Μεγάλη Παραίτηση» είναι ένα φαινόμενο του 2021

Ο όρος «Μεγάλη Παραίτηση» αποδίδεται στον καθηγητή οργανωτικής ψυχολογίας Άντονι Κλοτζ, του πανεπιστημίου Texas A&M, ο οποίος τον χρησιμοποίησε, τον περασμένο Μάιο, για να περιγράψει την προβλεπόμενη μαζική έξοδο εργαζομένων από την αγορά εργασίας, τη φετινή χρονιά.

Όμως μετά τις μεγάλες απώλειες θέσεων εργασίας στην αμερικανική οικονομία, τον Απρίλιο του 2020, το ποσοστό συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό για τις περισσότερες ηλικιακές και κοινωνικές ομάδες έχει αυξηθεί, ήτοι για άνδρες, γυναίκες, λευκούς και μη λευκούς. Η μεγαλύτερη εξαίρεση αφορά τους ηλικιωμένους Αμερικανούς, οι οποίοι παραιτήθηκαν από τις θέσεις τους πέρυσι και ουσιαστικά έμειναν, έκτοτε, εκτός αγοράς εργασίας.

Για τους υγιείς Αμερικανούς άνω των 65 ετών, το ποσοστό συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό παραμένει κάτω από το 10% σε σχέση με τα προ της πανδημίας επίπεδα. Αυτό σημαίνει πως περίπου ένας στους δέκα ηλικιωμένους εργαζόμενους εγκατέλειψε την αγορά εργασίας νωρίτερα από το αναμενόμενο και, πολύ απλά, δεν ξαναγύρισε.

Η μεγάλη πλειοψηφία από την συγκεκριμένη κατηγορία όσων παραιτήθηκαν είναι ηλικιωμένοι, οι οποίοι στην ουσία παραιτήθηκαν πολύ νωρίτερα από αυτό που αναμενόταν ή είχαν προγραμματίσει. Επομένως το να χαρακτηρίσουμε την αποχώρηση τους, ως «παραίτηση» ακούγεται παράξενο. Όταν ένας 70χρονος φεύγει από μια δουλειά, όπου εργάστηκε για πάνω από τρεις δεκαετίες, δεν οργανώνουμε πάρτι για την παραίτηση του, αλλά για την συνταξιοδότηση του. Και οι οικονομικές συνθήκες που δημιούργησε η πανδημία, με το υψηλό υγειονομικό ρίσκο, ήταν ιδανικές για να δημιουργήσουν ένα μεγάλο αριθμό νέων, πρόωρων, συνταξιούχων.

Συμπεράσμα

Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω καταλήγουμε στα εξής: Η «Μεγάλη Παραίτηση» δεν έχει να κάνει απαραιτήτως με την εξουθένωση και κούραση των εργαζομένων. Και δεν έχει να κάνει πραγματικά με αυτό που συνήθως σκεφτόμαστε, όταν ακούμε τη λέξη «παραίτηση». Η Μεγάλη Παραίτηση είναι κυρίως μια δυναμική, ελεύθερη περίοδος αναζήτησης νέων ευκαιριών και μετάβασης σε μια καλύτερη δουλειά, με καλύτερο μισθό, από χαμηλόμισθους εργαζόμενους που προσπαθούν να διασφαλίσουν καλύτερες απολαβές, σε συνδυασμό με μια μετριοπαθή αύξηση της πρόωρης συνταξιοδότησης λόγω της πανδημίας.

Πηγή ot.gr