• Αναζήτηση
  • «Το Βήμα» δημοσιεύει σήμερα δύο νέες επιστολές

    Τώρα, η πάπια και το κομματόσκυλο!

    «Το Βήμα» δημοσιεύει σήμερα δύο νέες επιστολές Τώρα, η πάπια και το κομματόσκυλο! Οι Εισαγγελείς, ο κ. Σαρτζετάκης και ο μπουρτζόβλαχος Ο δημόσιος διάλογος γύρω από τις νόμιμες (αλλά κάποτε και αδικαιολόγητες) παρεμβάσεις πολιτικών στον χώρο της Δικαιοσύνης συνεχίζεται και αυτή την Κυριακή από τις στήλες του «Βήματος». Σήμερα (ως προανηγγέλθη) ο υπουργός Δικαιοσύνης κ. Ευ. Γιαννόπουλος απαντά (για

    ΤοΒΗΜΑ Team

    Ο δημόσιος διάλογος γύρω από τις νόμιμες (αλλά κάποτε και αδικαιολόγητες) παρεμβάσεις πολιτικών στον χώρο της Δικαιοσύνης συνεχίζεται και αυτή την Κυριακή από τις στήλες του «Βήματος».


    Σήμερα (ως προανηγγέλθη) ο υπουργός Δικαιοσύνης κ. Ευ. Γιαννόπουλος απαντά (για δεύτερη φορά) στον επίτιμο πρόεδρο του Αρείου Πάγου κ. Β. Κόκκινο αλλά, ταυτοχρόνως, και στον πρώην Πρόεδρο της Δημοκρατίας κ. Χρ. Σαρτζετάκη, ενώ δεν αφήνει εκτός βολής τον κοινοβουλευτικό εκπρόσωπο της Νέας Δημοκρατίας (και καθηγητή της Νομικής) κ. Προκόπη Παυλόπουλο. Ο υπουργός Δικαιοσύνης διευκρινίζει στη νέα επιστολή του προς «Το Βήμα» ότι «βεβαίως δεν μπορεί να βάλει κανείς στο ίδιο μέτρο κρίσης και κριτικής Σαρτζετάκη και Κόκκινο» και αποκαλεί «μικροθεωρητικό της δεξιάς συντήρησης» τον κ. Παυλόπουλο.


    Από την πλευρά του ο κ. Β. Κόκκινος επανέρχεται απαντών τόσο στον κ. Σαρτζετάκη (για όσα περί την «υπόθεση Λαμπράκη» είχε ο τελευταίος ισχυρισθεί στο «Βήμα» της περασμένης Κυριακής) όσο και στον κ. Γιαννόπουλο: προσάπτει στον υπουργό Δικαιοσύνης «την αθεράπευτη τάση να υβρίζει και να κακολογεί αβασανίστως όποιον τολμήσει να διαφωνήσει μαζί του».


    Ευ. Γιαννόπουλος κατά Β. Κόκκινου «…θα την πάθει σαν τον Αισχίνη, τον αρχηγό των Ολιγαρχικών της αρχαίας Αθήνας»





    Κύριε Διευθυντά,


    1. Οπως και στην πρώτη μου απάντηση προς τον κ. Κόκκινο είχα ειπεί ότι ουδέποτε επιτέθηκα σε άνθρωπο και δη πρώτος αλλά βαλλόμενος και κατ’ ανάγκην αμυνόμενος πέρασα κάθε φορά σε σκληρή αντεπίθεση και μάλιστα ωμή και ανελέητη, το ίδιο και σήμερα επαναλαμβάνω.


    Ο κ. Κόκκινος με προκάλεσε. Και έδωσα απάντηση, αντεπιτεθείς δε τον ενεκάλεσα για κάμποσα, μεταξύ των οποίων και για τις απαράδεκτες ενασχολήσεις Τριών Ολομελειών του Αρείου Πάγου εναντίον του Δικηγορικού λειτουργήματος και της ιδιότητας του Δικηγόρου, πλην εκείνος δεν απάντησε «ποιών την νήσσαν», κατά το δη λεγόμενον ­ ή κάνοντας την πάπια, κατά τη λαϊκή μας έκφραση. Και εκτάθηκε και σε νέες συκοφαντίες και προσβολές. Δεν θα δώσω σήμερα ολοκληρωμένη απάντηση, πιθανώς «αν εξοικονομήσω χρόνο» να πράξω τούτο την επόμενη Κυριακή.


    Ειλικρινώς δε λυπούμαι, κύριε Διευθυντά, που υποχρεώνομαι να διαλέγομαι με τον κ. Κόκκινο, ο οποίος θέλει τη διατήρηση της δημοσιότητας, υπολαμβάνοντας ότι έτσι ανοίγει δρόμος για ψηφοδέλτιο επικρατείας της ΝΔ αλλά να μην το περιμένει, θα την πάθει σαν τον Αισχίνη, τον αρχηγό των Ολιγαρχικών της αρχαίας Αθήνας (!) που το κόμμα του μετά τη φυγή του από την Αθήνα τον ξέχασε.


    Ο κ. Κόκκινος, για τον οποίο λυπούμαι δύο φορές που είμαι υποχρεωμένος και πάλι να του τα ψάλω, αποδείχθηκε μικρός, ασεβής και αυθάδης, είναι ο Εφέτης για τον οποίο παρελείφθησαν κάπου τρεις δεκάδες εφέτες και πρόεδροι Εφετών για να γίνει αρεοπαγίτης και για να γίνει πρόεδρος του Αρείου Πάγου 8 αρχαιότεροί του και ικανότεροί του, εκ των οποίων 6 αντιπρόεδροι, μεταξύ των οποίων και ο Παρμενίων Τζίφρας, ακμαίος νομικός, συγγραφέας νομικών πραγματειών και θεμάτων και δάσκαλος δικαστών με το έργο του και ακεραίου ήθους, γιατί η Δεξιά που ενδιαφέρθηκε και για την τοποθέτησή του ως προϊσταμένου του Πρωτοδικείου Αθηνών τον προώριζε ­ ελέγετο από τότε ­ για Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, ως άνθρωπο του Κόμματος, τουτέστιν ως κομματόσκυλο! Γι’ αυτό προτού αρχίσει η δίκη του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 86 του Συντάγματος ήταν τακτικός θαμών του πρωθυπουργικού γραφείου και με αποδείξεις!!! Εκ του Βιβλίου Εισερχομένων κλπ., πέρα από το γεγονός που προήδρευσε παρανόμως του Ειδικού Δικαστηρίου κόντρα προς το Σύνταγμα, και απάντηση στις δριμείες τότε επικρίσεις δεν έδιδε!


    Τι να το κάνεις, όμως, κύριε Διευθυντά, όταν ­ θέλοντας να παραστήσεις το δικαστή διανοούμενο ­ γράφεις ότι διαβάζεις Ανατόλ Φρανς ή χρησιμοποιείς στίχους του Χάινε, προς επίδειξη εξόχου πνεύματος και λογοτεχνικής παιδείας και προς εντυπωσιασμό ομοφρόνων σου ενώ οι γύρω φίλοι σου και συνάδελφοί σου δικαστικοί, επιστημονικώς και νομικώς καταδήλως ανώτεροι, σε λένε «μπουρτζόβλαχο».


    Την επόμενη, λοιπόν, Κυριακή ίσως η απάντηση στον κ. Κόκκινο, πέρα από το γεγονός ότι μας προέκυψε και Προκόπης Παυλόπουλος ευρίσκων στέγην και στο «Βήμα» μάλιστα, ο εκλεκτός μικροθεωρητικός της δεξιάς συντήρησης, ανακατεύων και το Λένιν κάπου κάπου προς απόκτηση φιλοσοφικο-αριστερής υπολήψεως.


    2. Και είναι μεν πρόβλημα. Και πρόβλημα μέγα. Ν’ αναγκάζεσαι να δίνεις απάντηση στον πρώτο τυχόντα στις ανοησίες του, τις ύβρεις και τις συκοφαντίες του. Ηθελα λοιπόν με την ευκαιρία να ρίξω στη συζήτηση εκείνη τη διαδικασία της δοκιμασίας που εφαρμοζόταν στην αρχαία Αθήνα, που την παρουσιάζω εδώ και χρόνια ως «ένσταση δοκιμασίας», και πάντα ταύτα προτού απαντήσω στον κ. Κόκκινο αναπτύσσοντας αυτήν την ένσταση και σύμφωνα με την οποία κατά εθιμικό δίκαιο της αρχαίας Αθήνας δεν μπορούσε αζημίως Αθηναίος να ενάξει Αθηναίο (εγείρει αγωγή) για δημόσια πράγματα αν δεν ήταν ο ίδιος άσπιλος και αμόλυντος και καθαρός στην πόλη, αυτό δηλαδή που θα λέγαμε σήμερα να έχει «την έξωθεν καλήν μαρτυρίαν».


    Εκείνος δηλαδή που κατηγορεί γραπτώς ή προφορικώς πολίτη ή και πολιτικό να είναι ο ίδιος ανεπίληπτος ηθικώς, κόσμιος πολιτικώς, αυθεντία ηθικής δικαστικώς. Οχι ο κάθε κατεργάρης και φαυλόβιος, ο πας ανίκανος και ανόσιος του δημοσίου βίου να παριστά το δάσκαλο, τον κήνσορα, το δημόσιο ελεγκτή για πράξεις και παραλείψεις οιουδήποτε που κατέχει αξίωμα της πολιτείας και ο ελέγχων να είναι «του σκοινιού και του παλουκιού» ή εξώλης και προώλης παραδείγματος χάριν (βλ. Αισχίνης κατά Τιμάρχου).


    Κατά γραπτό επίσης νόμο της Αθηναϊκής πολιτείας δεν μπορούσε πολίτης Αθηναίος να οδηγήσει σε Δίκη Αθηναίον:


    «Εάν τις Αθηναίος εταιρήσει, μη εξέστω αυτώ των εννέα αρχόντων γενέσθαι μηδ’ ιεράσασθαι μηδέ συνδικήσαι τω δήμω, μηδέ αρχήν αρχέτω μηδεμίαν, μήτε ένδημον μήτε υπερόριον, μήτε κληρωτήν μήτε χειροτονητήν, μηδ’ επί κηρυκείαν αποστελλέσθω, μηδέ γνώμην λεγέτω, μηδ’ εις τα δημοτελή ιερά εισίτω, μηδ’ εν ταις κοιναίς στεφανηφορίαις στεφανούσθω, μηδ’ εντός της αγοράς των περιρραντηρίων πορευέσθω. Εάν δε τις ταύτα ποιή, καταγνωσθέντος αυτού εταιρείν θανάτω ζημιούσθω».


    Το αρχαίο κείμενο


    «Ο Αθηναίος όστις έγινε ερωμένος ανδρός αντί χρημάτων δεν δικαιούται να γίνη είς εκ των εννέα αρχόντων, ή ιερεύς, ή δικηγόρος δημοσίων δικών, ή να καταλάβη οιανδήποτε εξουσίαν, είτε εντός της πόλεως είτε έξω των ορίων αυτής, είτε διά κλήρου είτε δι’ εκλογής ανατιθεμένην, ουδέ να στέλλεται ως κήρυξ, ούτε να εκφέρη γνώμην, ούτε να μετέχη εις δημοσίας θρησκευτικάς τελετάς, ούτε να φορή στεφάνι εις τα δημοσίας στεφανηφορίας, ούτε να περιφέρεται μέσα εις το τμήμα της δημοσίας αγοράς που έχει εξαγνισθή διά ραντίσματος. Ο παραβάτης των διατάξεων αυτών, κηρυσσόμενος ένοχος, τιμωρείται διά της ποινής του θανάτου».


    Η μετάφραση


    (Η.
    Ηλιού – Γ. Κορδάτου)


    Ο Τίμαρχος, εκ των δραστηριοτέρων στελεχών της «δημοκρατικής αθηναϊκής μερίδος», υπό τον Δημοσθένη ήγειρε αγωγήν κατά του Αισχίνη, αρχηγού της μακεδονιζούσης – ολιγαρχικής μερίδος, «επί παραπρεσβεία», ότι κατά την επίσκεψη της αθηναϊκής αντιπροσωπείας στο Φίλιππο για τη σύναψη ειρήνης μετά τους Ολυνθιακούς, της οποίας ήτο μέλος (αρχηγός ο Φιλοκράτης, γι’ αυτό την είπαν και Φιλοκράτειο Ειρήνη), δωροδοκήθηκε από το Φίλιππο. Ο Αισχίνης, δεινός ρήτορας και δικηγόρος – ισάξιος, κατά πολλούς, του Δημοσθένη ­ προβάλλει εναντίον του Τιμάρχου τη «διαδικασία της δοκιμασίας» με βάση τον παραπάνω νόμο, γιατί, είπε, μικρός εταιριζόταν επί χρήμασι, ήταν σπιτωμένος κατ’ εξακολούθηση με αλλαγή εραστών, εραστές του φιλονικούσαν για δαύτον και άλλα τινά, όπως και ότι σπατάλησε τη μεγάλη περιουσία του πατέρα του διάγων βίον ακόλαστον κλπ., κλπ. Το δικαστήριο της Ηλιαίας απέβαλε τον Τίμαρχο της δίκης και φέρεται ότι αυτοκτόνησε, ο δε Αισχίνης, καταδικασθείς με 38 ψήφους διαφορά «επί παραπρεσβεία», διέφυγε στην αρχή στην Περσία κι από εκεί στη Ρόδο, όπου ίδρυσε σχολή ρητορικής, ένθα και άφησε τα κόκαλά του, ουδενός ενδιαφερθέντος στην Αθήνα από το κόμμα του για την επιστροφή του, καίτοι ολιγαρχικοί άσκησαν εξουσία στο μεταξύ.


    Περισσότερα στο «Αισχίνης κατά Τιμάρχου». Από τη λέξη και τη σημασία της παραπρεσβείας μίλησα πρώτος στα Δικαστήρια για παρακράτος και παρασύνταγμα.


    3. Δεν μπορεί, βεβαίως, κύριε Διευθυντά, να βάλει κανείς στο ίδιο μέτρο κρίσης και κριτικής Σαρτζετάκη και Κόκκινο, καθ’ όσον δεν ανήκουν στο ίδιο δικαστικό επίπεδο, νομικό, επιστημονικό, πολιτικό και πολιτιστικό. Οχι, δηλαδή, και η κοσκινού τον άντρα της με τους πραματευτάδες!


    Κι άλλο τι μας χωρίζει με τον κ. Σαρτζετάκη σήμερα, ιδίως ύστερα από την έμμεση επίθεσή του εναντίον Ανδρέα Παπανδρέου και του ΠΑΣΟΚ μ’ εκείνο το πρωτοχρονιάτικο διάγγελμά του για τη, δήθεν, κάθαρση που επεβάλλετο, τάχα, να πραγματοποιήσει η Δικαιοσύνη κλείνοντας τα μάτια του στο ότι η πολιτική αυτή επίθεση εναντίον μας ήταν ολοκάθαρη πολιτική σκευωρία και δυσώδης ποινική σκηνοθεσία για να μας σπιλώσουν, να μας βάλουν φυλακή κι έτσι να μας διαλύσουν. Να μας διαλύσει η συγκυβέρνηση του Ιουλίου 1989 της Δεξιάς και του Συνασπισμού της κομμουνιστικής Αριστεράς «και της προδοσίας του λαϊκού κινήματος» υπό τον κ. Τζαννετάκη (βλ. Μητσοτάκη). Αλλά την πάτησαν, όπως χαρακτηριστικά είπε κι αποφάνθηκε ο Λαός.


    Κι άλλο τι μας χώρισε από τη φυλακή και δώθε με τον κ. Σαρτζετάκη κι ό,τι μας χωρίζει σήμερα, χωρίς να σημαίνει επίσης ότι συγχωρώ στον ίδιον την ιδιορρυθμία, την υπεροψία και την κομπορρημοσύνη του όταν μιλάει για θέματα του δημοσίου κι εθνικού μας βίου. Την εισφορά του και την προσφορά του όμως στο θέμα της ανακριτικής διαδικασίας για την αποκάλυψη του εγκλήματος της Θεσσαλονίκης με ηθικούς αυτουργούς τους ανώτατους και ανώτερους αξιωματικούς της Χωροφυλακής (Μήτσου κλπ.) ουδείς μπορεί ν’ αμφισβητήσει. Και είναι κάτι που δεν μπορεί επίσης κανείς να σβήσει από την πολιτική και δικαστική ιστορία του τόπου. Υπήρξε η εποχή που γύρω και δίπλα στις ανακριτικές και εισαγγελικές αρχές του πρώτου βαθμού της Θεσσαλονίκης είχαν συσπειρωθεί όλες οι δημοκρατικές δυνάμεις του τόπου, οι Δικηγορικοί Σύλλογοι του Κράτους, ο δημοκρατικός Τύπος, η Κυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου, ολόκληρος ο δημοκρατικός λαός, η Ενωση Δημοκρατικών Δικηγόρων Ελλάδας με τη «Δικηγορική Γνώμη» στην πρώτη γραμμή με την αρθρογραφία της συμπαράστασης. Και με κομμένη την ανάσα. Θα κρατήσει ο Σαρτζετάκης με τον Παπαντωνίου κι αργότερα με τον Μπούτη; Και κράτησαν. Αυτό δεν ξεχνιέται! Συσπείρωση ενάντια στην ωμή βία και στη θηριώδη δεξιά συντήρηση, το δεξιό εκείνο παρακράτος «καρφίτσας» και το παρασύνταγμα, ενάντια στην κυριαρχία της ΕΡΕ και την αστυνομική βία και τρομοκρατία και το αστυνομικό κράτος.


    4. Ερχομαι τώρα στην απάντηση στον κ. Σαρτζετάκη διερωτώμενος ακόμη και διαπορών πώς επιμένει ότι ουδέποτε γεννήθηκε ή αξιώθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κ. Κόλλια θέμα χωρισμού της Δικογραφίας Λαμπράκη, που είχε τούτο την εποχή εκείνη όχι μόνο καταστεί βούκινο, αλλά υπήρξε γενική ενασχόληση του πολιτικού κόσμου της χώρας, ήταν κοινό θέμα συζητήσεως στον Τύπο, στη Βουλή, στον νομικό και δικηγορικό κόσμο, στα κόμματα, στον Ελληνικό λαό. Και δεν ήταν μόνο το θέμα της μη προφυλακίσεως Μήτσου, Καμουτσή, Δόλκα και Καπελώνη αλλά και του χωρισμού για να μην απλωθεί χέρι εναντίον τους.


    Δύο σκέλη έχει η απάντηση-απόκρουση Σαρτζετάκη. Γιατί εδώ δεν θα παίξουμε.


    Το ένα σκέλος αφορά, λοιπόν, το χωρισμό της δικογραφίας που ζήτησε ο Κ. Κόλλιας κατά τη σύσκεψη της 11/6/1963 στο γραφείο του Εισαγγελέα Εφετών Μανδραπήλια με παρόντες Κόλλια, Σαρτζετάκη (ανακριτή) και Δ. Παπαντωνίου (Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών ασκήσαντα τις ποινικές διώξεις) και που αποδέχθηκε τούτο ο κ. Σαρτζετάκης. Και που το γεγονός τούτο σήμερα της πρότασης-αξίωσης χωρισμού αρνείται διαρρήδην ο κ. Σαρτζετάκης. Οτι τέτοιο θέμα δεν υπήρξε ποτέ. Ουδέποτε, λέγει. Και ότι «αποτελεί – ισχυρίζεται – μύθευμα ο φερόμενος διάλογος του αειμνήστου Εισαγγελέως Πρωτοδικών Δημητρίου Παπαντωνίου με εμέ τον ανακριτήν».


    Και όσον αφορά, κύριε Διευθυντά, τον διάλογο αυτόν μου τον είπε επί λέξει ο αείμνηστος Εισαγγελέας Δημήτριος Παπαντωνίου ­ δεν τον γέννησα εγώ ­, και τούτο το γεγονός το γνώριζε όλος ο κόσμος της δημοκρατικής δικηγορικής και δικαστικής πλευράς, ο οποίος συζητούσε τότε ευρύτερα το πρόβλημα. Και μεταξύ της αξιοπιστίας Παπαντωνίου και τοιαύτης Σαρτζετάκη να μου επιτρέψει ο κ. Σαρτζετάκης να διατηρήσω τη δική μου πίστη στην αξιοπιστία Παπαντωνίου.


    Και όχι μόνο εμέ είχε καταστήσει κοινωνό ο αείμνηστος Εισαγγελέας, αλλά πολλούς παράγοντες. Διατηρούσαμε καλές σχέσεις και είχαμε συνεργασία στο να γραφεί το βιβλίο της δολοφονίας Λαμπράκη από τον ίδιον. Του είχα χρησιδανείσει ό,τι στοιχεία είχα γύρω από την υπόθεση. Δύο πλήρεις Φακέλους (από τα πολλά στοιχεία που είχα δημοσιεύσει στη «Δικηγορική Γνώμη») και τους οποίους μου επέστρεψε η κόρη του, δικηγόρος, ύστερα από 8 χρόνια, όταν ήμουν Πρόεδρος του Δ.Σ.Α. Ενώ εγώ έψαχνα γι’ αυτούς.


    Και το άλλο σκέλος αφορά τα μετά την ενώπιον του ΣτΕ πρώτη δίκη γεγονότα (γιατί επηκολούθησε και δεύτερη) και κατά την οποία πρώτη δίκη μερικά μέρη του κατηγορητηρίου του Υπουργού Δικαιοσύνης αειμνήστου Πολυχρόνη Πολυχρονίδη κρίθηκαν άλλα μη αποτελούντα πειθαρχικό παράπτωμα (όπως η εγκύκλιος για τη δραχμή, και οι απόρρητες εγκύκλιοι προς εισαγγελείς και δικαστές να μην είναι επιεικείς στα αδικήματα της στάσης και της αντίστασης κατά της αρχής, περιύβρισης αρχής, εξυβρίσεως κατ’ αστυνομικών κλπ.), άλλα μη θεωρούμενα ότι ασκούσαν επέμβαση κι άλλα του κατηγορητηρίου όντα ατελώς αιτιολογημένα. Το Σ.τ.Ε. ηκύρωσε δηλαδή μερικές διατάξεις του κατηγορητηρίου, όπως παρακάτω.


    Ισχυρίζεται δηλαδή ο κ. Σαρτζετάκης:


    α) Οτι «συντελείται παραποίησις ουσιωδών γεγονότων…».


    Οτι «λυπάται που Υπουργός της Δικαιοσύνης υποπίπτει σε τόσες ανακρίβειες…».


    Οτι «οι κατηρτισμένοι και ελευθερόφρονες αποκρούουν ασυζητητί κάθε επέμβαση εις το έργο των».


    β) Προβάλλοντας επίσης προκειμένου να κρύψει την παρουσιασθείσα τότε και προς στιγμήν αδυναμία του ν’ αρνηθεί τη σύσταση του χωρισμού της δικογραφίας καμφθείς προδήλως προ του υπηρεσιακού βάρους ενός σκληρού Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (όπως ο Κ. Κόλλιας) ή κάτω από λάθος ιδικής του εκτιμήσεως ολισθαίνει σε κατήφορο, επικαλούμενος σήμερα την ιστορική δήθεν αλήθεια, «η οποία ­ κατά την άποψή του ­ τόσον κακοποιείται κατά τις ημέρες μας», και «προς αποτροπή παραπληροφορήσεως με κραυγαλέες ανακρίβειες εκσυγχύσεως, αγνοίας ή χάριν και άλλων σκοπιμοτήτων».


    «Επομένως, πρώτον, είναι αδιανόητον ­ ισχυρίζεται ­ να φέρεται ο Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου, ο οποίος βεβαίως γνωρίζει την ποινική δικονομία, να ζητεί από εμέ τον ανακριτή… να «χωρίσω τη δικογραφία»!, δηλαδή κάτι για το οποίο γνωρίζει ότι δικονομικώς δεν δικαιούμαι να το κάνω! Και, δεύτερον, καταδεικνύονται έτσι εκ των πραγμάτων ανυπόστατα τα φερόμενα περί δήθεν «συναινέσεώς» μου προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για τον «χωρισμό των τεσσάρων δικογραφιών που είχαν ενωθεί σε μία» (!) ως και ο σχετικός περί χωρισμού δήθεν διάλογός μου με τον Εισαγγελέα Παπαντωνίου».


    5. Στην κατάθεσή του όμως τότε ενώπιον του Υπουργού Δικαιοσύνης παραδέχεται πως «ο Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου διετύπωσε την άποψιν ότι δέον όπως η όλη δικογραφία χωρισθεί διά την ταχυτέραν των υπαιτίων παραπομπήν εις το ακροατήριον» όπως παρακάτω!


    Και συνεχίζουμε με το πρώτο. Της αφόρητης τουτέστιν κι ασυγκράτητης ψευδολογίας.


    Οτι τάχα ουδέποτε τέθηκε ή συζητήθηκε ή ενασχολήθηκε κανείς με θέμα χωρισμού της τετραπλής κατηγορίας (οι τρεις σε βαθμό κακουργήματος και η μία σε πλημμελήματος, η αντισυγκέντρωση των αντιφρονούντων παρακρατικών).


    Κατά τύπους η δικογραφία πράγματι ήταν μία: εκείνη που σχηματίστηκε με την υπ’ αριθ. 64 της 24/5/1963 παραγγελίας του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Δημ. Παπαντωνίου και στην οποία «συσχετίστηκαν» κατά τις επακολουθήσασες παραγγελίες και οι υπόλοιπες. Κατ’ ουσίαν όμως αφορούσε η Δικογραφία τέσσερες υποθέσεις – τέσσερες κατηγορίες – τέσσερες δικογραφίες που είχαν ενωθεί σε ΜΙΑ.


    Εν τάξει, κύριε Διευθυντά;


    Γιατί επιμένει όμως ο κ. Σαρτζετάκης στο αδιαχώριστον νομικώς και πραγματικώς της Μίας δικογραφίας;


    Γιατί βολοδέρνεται ν’ αποκλείσει ότι υπήρξε θέμα χωρισμού και ότι νομικώς είναι ανεπίτρεπτος ο χωρισμός κι επομένως «να παρίσταται αδιανόητον να φέρεται ο Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου, ο οποίος βεβαίως γνωρίζει την Ποινική Δικονομία, να ζητεί από εμέ τον Ανακριτή… να χωρίσω τη δικογραφία (!) ­ δηλαδή, κάτι για το οποίο γνωρίζει ότι δικονομικώς δεν δικαιούμαι να το κάνω»;


    Αρα, τουτέστιν, δηλαδή, με άλλους λόγους ήτοι, «δεν ζητήθηκε ποτέ χωρισμός», «δεν συζητήθηκε ποτέ χωρισμός», «δεν απασχολήθηκε ποτέ κανείς με χωρισμό».


    Αλλ’ όμως δεν είναι έτσι τα πράγματα!


    «Και δεύτερον» καταλήγει ο κ. Σαρτζετάκης ότι «καταδεικνύονται έτσι εκ των πραγμάτων ανυπόστατα τα φερόμενα περί δήθεν «συναινέσεώς» μου προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για τον χωρισμό των τεσσάρων δικογραφιών που είχαν ενωθεί σε μία (!), ως και ο σχετικός περί χωρισμού δήθεν διάλογός μου με τον Εισαγγελέα Παπαντωνίου!».


    Και για ν’ αποκλείσει τελείως τον Εισαγγελέα Δημ. Παπαντωνίου από την υπόθεση ισχυρίζεται, αναληθώς, ο κ. Σαρτζετάκης ότι «ο Εισαγγελεύς Παπαντωνίου μόνο περιστασιακώς ησχολήθη με την υπόθεση Λαμπράκη, συγκεκριμένως κατά το στάδιον της προανακρίσεως, ήτοι κατά το διήμερον μέχρι της προς εμέ παραγγελίας προς ανάκρισιν, και αυτό λόγω προσκαίρου απουσίας του προϊσταμένου της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης Παναγιώτου Αργυροπούλου». (Ποια είναι αυτή η προανάκριση δεν φαίνεται στη δικογραφία, αλλά κι άν έγινε κάτι τέτοιο σε κάποιο αστυνομικό τμήμα, μόνο επί διήμερον ασχολήθηκε ο Δ. Παπαντωνίου; Πού τον βρίσκει κανείς διαρκώς μπροστά του τότε;).


    Ηταν η αχίλλειος πτέρνα αυτή η συναίνεση του κ. Σαρτζετάκη, στις 11/6/1963, η οποία δεν ήταν και προς θάνατον, ώστε υπερασπιζόμενος κανείς να λέει ότι και ως λέξη ο χωρισμός υπήρξε αδιανόητη έννοια και ανεπίτρεπτη σύσταση. Δύο ήσαν τα στοιχεία της επεμβάσεως του Κ. Κόλλια, το ένα ήταν ο χωρισμός της δικογραφίας (να βγουν έξω από την ηθική αυτουργία της δολοφονίας ο Μήτσου και οι λοιποί) και να μην επιχειρηθεί ­ το άλλο ­ προφυλάκιση αυτών των αξιωματικών της Χωροφυλακής γιατί έτσι «πλήσσεται», έλεγε, «ο πολιτειακός θεσμός».


    Δεν θέλω να σηκώσω ακόμη την ατμόσφαιρα, κύριε Διευθυντά, για τη διαστρέβλωση. Αλλά το ήθος και το «κατηρτισμένον» και το «ελευθερόφρον φρόνημα» και η «ασυζητητί απόκρουσις» πάσης επεμβάσεως «εις το έργον των κατηρτισμένων και των ελευθεροφρόνων» δεν σώζουν την επιχείρηση της παρανομίας για το χωρισμό των δικογραφιών. Η οποία παρανομία συνετελέσθη!


    Και με την, όπως παρακάτω, κατάθεση του κ. Σαρτζετάκη που είναι δημοσιευμένη ολόκληρη στη «Δικηγορική Γνώμη» (Φύλλο 41-44), κατάδηλη είναι η σύσταση για χωρισμό ως ακολούθως:


    α. Ο κ. Σαρτζετάκης στην κατάθεσή του «της 17ης Απριλίου 1964 έτους, ημέραν Παρασκευήν και ώραν 10ην, ενώπιον του Υπουργού Δικαιοσύνης Πολυχρόνη Πολυχρονίδη, παρουσία και του ως γραμματέως προσληφθέντος Αγγέλου Στίκα, εισηγητή του υπουργείου, ένθα κληθείς εκ Θεσσαλονίκης ενεφανίσθη και ωρκίσθη κλπ.» βεβαιώνει το γεγονός της «σύστασης από τον Κ. Κόλλια του χωρισμού». Σε ΔΥΟ σημεία ομολογεί ή ομιλεί για τα της επιμονής του Κ. Κόλλια προς χωρισμό της Δικογραφίας σε τέσσερες δικογραφίες, ώστε να βγει η δύναμη της Χωροφυλακής από την ηθική αυτουργία στη δολοφονία (Μήτσου, Καμουτσής και Δόλκας και Καπελώνης). Το ένα σημείο είναι εκείνο της σύσκεψης στο γραφείο Μανδραπήλια και το άλλο τι του ειπε ο Εισαγγελέας Μπούτης περνώντας από τον Κ. Κόλλια στον Αρειο Πάγο και γυρίζοντας στη Θεσσαλονίκη. Να τα ιδούμε:


    6. Επαναλαμβάνεται ότι ο κ. Σαρτζετάκης αρνείται διαρρήδην την ύπαρξη καν θέματος χωρισμού δικογραφιών για ν’ αποκλείσει τη συναίνεση που τον εβάρυνε και την οποία παλικαρίσια μπορούσε ν’ αποδεχθεί ως λάθος, κάτω από την πίεση του βάρους του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Επιχείρησε όμως αντί τούτου τον τελείως αποπροσανατολισμό και προτίμησε να παρουσιάσει μεν το θέμα ως ανύπαρκτο, πλην εις μάτην!


    Ιδού πώς ο ίδιος διαψεύδει εαυτόν με την ένορκη κατάθεσή του ενώπιον του Υπουργού της Δικαιοσύνης Πολυχρόνη Πολυχρονίδη τη 17/4/1964.


    Σαρτζετάκης 1: «Ο Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Κύριος Κωνσταντίνος Κόλλιας ­ καταθέτει ­ αφίχθη ενταύθα την 10ην Ιουνίου 1963. Την πρωίαν της επομένης 11-6-1963 κατετοπίσθη επί της υποθέσεως εις σύσκεψιν γενομένην εντός του Γραφείου του Εισαγγελέως Εφετών Θεσσαλονίκης, εις ην μετέσχον ο Εισαγγελεύς Εφετών κ. Μανδραπήλιας, ο Εισαγγελεύς Πλημμελειοδικών κ. Παπαντωνίου και εγώ. Κατά την σύσκεψιν ταύτην ο Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου διετύπωσε την άποψιν ότι δέον όπως η όλη δικογραφία χωρισθή διά την ταχυτέραν των υπαιτίων παραπομπήν εις το ακροατήριον και συγκεκριμένως όπως αποτελεσθώσι τέσσερες δικογραφίαι, μία διά την ανθρωποκτονίαν του Λαμπράκη, δευτέρα διά την επικίνδυνον σωματικήν βλάβην του Τσαρουχά, τρίτη διά την κατάχρησιν εξουσίας και παράβασιν καθήκοντος με κατηγορουμένους τους αξιωματικούς χωροφυλακής και τετάρτη διά την διατάραξιν κοινής ειρήνης με κατηγορουμένους τους μετασχόντας εις την αντισυγκέντρωσιν των αντιφρονούντων».


    Οχι μόνο κάνει τη σύσταση του χωρισμού αλλά και σε πόσες δικογραφίες να γίνει ο χωρισμός καταθέτει ο κ. Σαρτζετάκης!!!


    Σαρτζετάκης 2: «Την 1ην Αυγούστου 1963 ­ συνεχίζει ο κ. Σαρτζετάκης στην κατάθεσή του ­ αφίχθη ενταύθα το πρώτον, προερχόμενος εκ μεταθέσεως εκ Πατρών, ο Εισαγγελεύς Πλημμελειοδικών κ. Στυλιανός Μπούτης. Αφιχθείς μας αφηγήθη ότι διερχόμενος εξ Αθηνών επεσκέφθη τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, όστις και τον επετίμησε, αποδώσας εις αυτόν την ευθύνη διά την καθυστέρησιν της ελεύσεώς του ενταύθα. Ακολούθως του ωμίλησε διά την υπόθεσιν Λαμπράκη και την ανάγκη της ταχείας περαιώσεώς της, ασχοληθείς και με τον χωρισμό αυτής, κατά τας ως ανωτέρω απόψεις του, μεθ’ ο ο Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου είπε μεταξύ άλλων εις τον Εισαγγελέα κ. Μπούτην θα λογοδοτήσουν σε μένα οι Σαρτζετάκηδες, Παπαντωνίηδες και Μανδραπύλιδες, πήγαινε και να προστεθής και σύ σ’ «αυτούς», χωρίς να εξηγήσει τι ηννόει δι’ αυτών. Μάλιστα ο κ. Μπούτης μέχρι της αφίξεώς του ενταύθα ενόμιζεν ότι είχε γίνει κανένα λάθος ασυγχώρητον εις την υπόθεσιν και μόνον όταν μας αφηγήθη ταύτα και ημείς, δηλαδή ο κ. Παπαντωνίου και εγώ, του εξεθέσαμεν τα όσα έκαστος είχομεν ακούσει από του στόματος του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, αντιλήφθη περί τίνος επρόκειτο. Συνεφωνήσαμεν τότε ο κ. Μπούτης, όστις θα εχειρίζετο του λοιπού την υπόθεσιν, ως Προϊστάμενος της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, και εγώ, ως Ανακριτής, ότι παρά πάσαν άποψιν του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου ή οιουδήποτε άλλου θα επράττομεν κατά συνείδησιν το καθήκον μας επί της υποθέσεως, ανεξαρτήτως πάσης σκέψεως τυχόν δυσμενών εις βάρος μας υπηρεσιακών περιπετειών».


    Σχετικό στοιχείο 3. Ιδετε, κ. Διευθυντά, τι κατέθεσε γραπτώς ο αδάμας της Εισαγγελικής Εδρας Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Β. Σακελλαρίου ο οποίος μίλησε όχι για χωρισμό δικογραφίας αλλά για κατακερματισμό δικογραφίας.


    «Απαντών επί του δευτέρου ερωτήματος «επιβεβαιώ» (καταθέτει ο Β. Σακελλαρίου) ότι «πράγματι ο Εισαγγελεύς Θεσσαλονίκης κ. Παπαντωνίου με επεσκέφθη τότε εις το Υπουργείον Δικαιοσύνης και μου ανακοίνωσεν ότι προ ολίγης ώρας είχε μεταβή προς επίσκεψιν παρά τω Εισαγγελεί του Αρείου Πάγου κ. Κόλλια, όστις του απηύθυνε δριμυτάτας επιτιμήσεις, διότι δεν συνεμορφώθησαν, αυτός τε και ο Ανακριτής, προς τας υποδείξεις τα οποίας τους είχεν απευθύνει περί της πορείας της ανακρίσεως και ιδία περί του κατακερματισμού της δικογραφίας εις πλείονας δικογραφίας, ως επίσης και περί της αποφασισθείσης υπ’ αυτών προφυλακίσεως ωρισμένων οργάνων. Ο κ. Παπαντωνίου ετέλει υπό το κράτος εκδήλου και ζωηροτάτης συγκινήσεως και μου εζήτησε τας οδηγίας μου ως Υπουργού Δικαιοσύνης. Απήντησα τότε εις αυτόν ότι τόσον αυτός όσον και ο Ανακριτής εν πρέπει να έχουν υπ’ όψιν των τουτέστι την ανακάλυψιν της αληθείας και την επιτέλεσιν του καθήκοντός των ως ο νόμος και η δικαστική των συνείδησις διαγράφει και επιτάσσει»


    Σχετικό στοιχείο 4. Παρατίθεται από τη «Δικηγορική Γνώμη» Φύλ. 44-46 τμήμα του Κατηγορητηρίου κατά Κ. Κόλλια που δέχθηκε το Σ.τ.Ε. κάτω από κεφάλαιο με υπότιτλο: «περίεργοι δικαιολογίαι περί χωρισμού της Δικογραφίας». «στ.στ. Ματαίως εξ’ άλλου πειράται» (ο εγκαλούμενος Κ. Κόλλιας) να δικαιολογήση τας ομολογούμενας κατά τα άλλα ενεργείας του ως προς το χωρισμόν της ενιαίας δικογραφίας εις τοιαύτην διά τους φυσικούς αυτουργούς και τοιαύτην διά τους ηθικούς αυτουργούς και ως προς την προφυλάκισιν αξιωματικών… ούτως ως προς τον χωρισμόν της δικογραφίας επικαλείται ο εγκαλούμενος τα άρθρα 128 και 130 παρ. 2 Κ.Π.Δ., εξ’ ων κ.λ.π. κ.λ.π.


    (βλ. «Δικηγορική Γνώμη» ολόκληρο το κατηγορητήριο Φύλ. 44-46 (30/6 ­ 30/9/1964).


    Σχετικό στοιχείο 5. Κείμενο από την Εκθεση Φλώρου, της οποίας η δημοσίευση προκάλεσε πάταγο για τις αποκαλύψεις που προέβη ο αείμνηστος Αρεοπαγίτης, ως Επιθεωρητής ενεργήσας.


    «Περαιτέρω δε συνέστησεν ο κ. Κόλλιας εις τον Ανακριτήν, όπως επί τω τέλει ταχέως τερματισμού, της υποθέσεως, προσχωρήσει εις την περαίωσιν των χωριζομένων ως άνω υποθέσεων ανθρωποκτονίας Λαμπράκη και σωματικής βλάβης Τσαρουχά ιδιαιτέρως ως προς τους προφυλακισθέντας ήδη φυσικούς αυτουργούς παραπεμπομένους εν υπάρξει ενδείξεων εις το ακροατήριον και εν περιπτώσει καθ’ ην ήθελον προκύψει μετέπειτα στοιχεία παραπομπής άλλων προσώπων επί ηθική αυτουργία, ήθελε γίνει η ένωσις των υποθέσεων φυσικών αφ’ ενός και ηθικών αφ’ ετέρου αυτουργών επ’ ακροατηρίου».


    7. Και τώρα, κ. Διευθυντά, συνεχίζω με μια άλλη ανακρίβεια του κ. Σαρτζετάκη που αφορά τη διαδικασία και το τέλος της πειθαρχικής διώξεως του Κ. Κόλλια. Για την οποία ανακρίβεια προσωπικά δεν μπορώ να του καταλογίσω ευθύνες, γιατί πολύ λίγοι παρακολούθησαν τις περαιτέρω εξελίξεις μετά την επιβολή της πειθαρχικής ποινής των 3 1/2 μηνών αργίας από το Ν. Μπακόπουλο, πλέον, Υπουργό Δικαιοσύνης, σ’ αντικατάσταση του Πολυχρόνη Πολυχρονίδη που μετακινήθηκε στο μεταξύ στο Υπουργείο Δημοσίας Τάξεως. Ο ίδιος δε κάποτε έφυγε στο Παρίσι με εκπαιδευτική άδεια.


    Αφηγείται ο κ. Σαρτζετάκης ότι:


    «Και ετιμωρήθη με απόφαση του τότε υπουργού Δικαιοσύνης αειμνήστου Πολυχρόνη Πολυχρονίδη με την ποινή της προσωρινής παύσεως των έξι (6) μηνών. Αλλο το αν η απόφασις αυτή ηκυρώθη στη συνέχεια από το ΣτΕ με αιτιολογία όμως μη θίγουσα την ουσία της υποθέσεως αλλά διότι εκρίθη αντισυνταγματική η διάταξη του νόμου με βάση την οποία είχε ασκήσει την πειθαρχική του εξουσία ο υπουργός της Δικαιοσύνης. Και ανεπέμφθη έτσι η υπόθεσις Κόλλια εις την διοίκησιν, προς νόμιμη ενέργεια, αλλά δεν επρόλαβε να ενεργήσει τα δέοντα η τότε κυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου διότι εμεσολάβησεν η ανατροπή της με την αποστασία του Ιουλίου 1965 και τα όσα δεινά (δικτατορία κλπ) για την πατρίδα μας έκτοτε ηκολούθησαν».


    Δεν είναι αυτή η πραγματικότητα. Η αλήθεια καταγράφεται ως ακολούθως, ολόκληρη δηλαδή η πορεία του Κατηγορητηρίου κατά Κ. Κόλλια. Και καταγράφεται γιατί πολλές γράφονται ανακρίβειες γύρω απ’ αυτό το θέμα. Η Δικηγορική Γνώμη έχει δημοσιεύσει (επιμελεία μου) όλα τα σχετικά κείμενα.


    * Από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, ύστερα από το θόρυβο στον Τύπο και στο δημόσιο χώρο και ύστερα από τις καταθέσεις Σαρτζετάκη, Σακελλαρίου και Βερβεσού ζητούνται εξηγήσεις, από τον Κ. Κόλλια.


    Υστερα από την παροχή εξηγήσεων του κοινοποιείται το κατηγορητήριο με ποινή αργίας έξι μηνών (συντάκτης του κατηγορητηρίου ο τότε γενικός γραμματέας του Υπουργείου Δικαιοσύνης μακαρίτης καθηγητής Πανεπιστημίου Κίμων Σούρλας), με βάση τις καταθέσεις Χρ. Σαρτζετάκη, Βασιλείου Σακελλαρίου αντεισαγγελέως Αρείου Πάγου, Βερβεσού Εφέτη, Παπαντωνίου κ.ά.).


    Κατά του κατηγορητηρίου ασκείται αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του ΣτΕ. Σημεία τινά του κατηγορητηρίου κατά την ενώπιον του ΣτΕ Δίκη ύστερα από την προσφυγή (αίτηση ακυρώσεως) του Κ. Κόλλια ακυρώθηκαν «ελλείψει νομίμου κι’ επαρκούς αιτιολογίας». Οπότε και πάλιν επαναδιατυπώνεται το νέο κατηγορητήριο με πλήρεις τις αιτιολογίες του και με ποινή 3 1/2 μηνών προσωρινής αργίας. (Συνήγορός του ο Μάριος Μπαμπάκος ­ Αντιπρόεδρος του ΔΣΑ τότε). Από το πρώτο κατηγορητήριο βγήκαν όλες οι άλλες περιπτώσεις και έμεινε μόνο η επέμβαση για το χωρισμό και τις μη προφυλακίσεις.


    * Η επί του νέου κατηγορητηρίου νέα προσφυγή ενώπιον του ΣτΕ απερρίφθη και η ποινή κατέστη πλέον αμετάκλητη, οπότε σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, ότι «δικαστικός ή εισαγγελικός λειτουργός εφόσον τιμωρήθηκε με ποινή αργίας που υπερβαίνει το δίμηνο τότε παραπέμπεται υποχρεωτικώς στον Αρειο Πάγο, εν Ολομελεία συνεδριάζοντος, περί του πρακτέου».


    * Η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου (Πρόεδρος Στυλιανός Μαυρομιχάλης) ύστερα από επώδυνη «κυοφορία» απεφάνθη, κατά πλειοψηφία ότι «δεν είχε δικαίωμα ο Υπουργός Δικαιοσύνης ν’ ασκήσει κατηγορία και να επιβάλλει ποινή καθόσον το «και» του νόμου κατά το οποίο η πειθαρχική δίωξη και επιβολή ποινής ασκείται και υπό του ανωτάτου πειθαρχικού συμβουλίου παρεισέφρησε στο νόμο.


    * Οπότε επακολουθεί σάλος για το ανοσιούργημα εκ μέρους του νομικού κόσμου και των Δικηγορικών Συλλόγων του Κράτους και με το περίφημο άρθρο του Αλεξάνδρου Βαμβέτσου διασήμου νομομαθούς Δικηγόρου στο «Βήμα» με τίτλο «Ο Αρειος Πάγος ηυτοκτόνησε», κηρύσσεται αμείλικτος πόλεμος κατά Μαυρομιχάλη και του Κανελλάκου εισηγητή καθώς και της πλειοψηφίας. (Βλ. Δικηγορική Γνώμη). Και με υπότιτλους: «Η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου έθεσεν εαυτήν εκτός της δικαστικής οικογενείας ­ Διά της κακοδίκου κρίσεώς της ησέβησεν προς την Επιστήμην ­ Πρόκειται περί αληθούς επαναστάσεως ­ Ο Υπουργός της Δικαιοσύνης έχει εις χείρας του (εναντίον της) το όπλον του άρθρου 111 του συντάγματος, το 301 του Οργανισμού των Δικαστηρίων, το 259 του Ποινικού Κώδικος ­ Να κληθή η γενική συνέλευσις του Δ.Σ.Α.».


    Εκρινε η Ολομέλεια ότι δεν είχε δικαίωμα ο Υπουργός να τον τιμωρήσει, ενώ τούτο δεν είχε επικαλεσθεί ούτε ο ίδιος ο Κ. Κόλλιας, ότι το Σ.τ.Ε. στην πρώτη του απόφαση δέχθηκε τη δικαιοδοσία του Υπουργού να επιβάλει ποινή, τα συντάγματα 1864/1911, 1927 και 1952 υπό το οποίο η υπόθεση μιλούν ότι «η πειθαρχική εξουσία επί των μελών των τριών ανωτάτων δικαστηρίων (ΣτΕ, Αρείου Πάγου και Ελεγκτικού Συνεδρίου) ασκείται ΚΑΙ υπό του εκεί οριζομένου επταμελούς Συμβουλίου υπό την προεδρία του Υπουργού της Δικαιοσύνης.


    * Εδώ κάνει λάθος ο κ. Χρ. Σαρτζετάκης που μιλάει για το ΣτΕ κι’ αγνοεί την πρώτη απόφαση τούτου, τη δεύτερη φάση με νέο δεύτερο κατηγορητήριο και μικρότερη ποινή ύστερα από ακύρωση τμήματος του πρώτου (Υπουργός Δικαιοσύνης τώρα ο Ν. Μπακόπουλος ύστερα από μετακίνηση του Πολυχρόνη Πολυχρονίδη στο Υπουργείο Δημοσίας Τάξεως, τον οποίο ηκολούθησα ως νομικός του παραστάτης ­ νομικός σύμβουλος αμισθί).


    * Βγαίνει στο φως ­ στο μεταξύ ­ της δημοσιότητος και η Εκθεση Φλώρου για τις επεμβάσεις, με συγκλονιστικά στοιχεία.


    * Εναντίον του Αντωνίου Φλώρου σφοδρή εξαπολύεται επίθεση. Από την ΕΡΕ. Την παρασυναγωγή του Αρείου Πάγου. Από το συντηρητικό κατεστημένο του δικηγορικού κόσμου ­ Πέτρος Ζήσης κ.ά. Εναντίον τους Ευάγγελος Γιαννόπουλος, Ενωση Δημοκρατικών Δικηγόρων Ελλάδας και Δικηγορική Γνώμη, με αποστομωτικές απαντήσεις.


    * Ο υπηρεσιακός Υπουργός Δικαιοσύνης καθηγητής του Αστικού Δικαίου Ιω. Σόντης θέτει, παρανόμως, την Εκθεση Φλώρου στο Αρχείο.


    * Επίθεση Παναγιώτη Κανελλόπουλου (αρχηγού της ΕΡΕ) κατά Αντωνίου Φλώρου και έντονη απάντηση του γενναίου Αρεοπαγίτη, πειθαρχική κατόπιν τούτου προκαταρκτική εξέταση σε βάρος του, όπως και πανηγυρική αθώωσή του μετ’ αυτήν από τον Υπουργό Δικαιοσύνης.


    * Και προτού γίνει η Δίκη του Αλεξ. Βαμβέτσου για περιύβριση, τάχα, της αρχής του Αρείου Πάγου ως παρασυναγωγής τότε δικάσαντος, μία από τις κυβερνήσεις της αποστασίας, της οποίας δεν ενθυμούμαι τη συγκρότησή της και ποιος παρίστανε, τότε τον αποστάτη υπουργό της Δικαιοσύνης παρέγραψε με νόμο το αδίκημα.


    * Ο Στυλιανός Μαυρομιχάλης στο σάλο που ξεσηκώθηκε επιχείρησε να δώσει προφορικές, από τηλεφώνου, εξηγήσεις στον εκδότη της Αθηναϊκής Γιάννη Παπαγεωργίου σχετικά με το περιεχόμενο της αποφάσεως της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, «τη νομική κοτσάνα» όπως χαρακτηρίστηκε εκείνη η τραγελαφική απόφαση! Ο Γιάννης Παπαγεωργίου έχοντας την κακή συνήθεια να μαγνητοφωνεί όλον τον πολιτικό κόσμο, διατηρώντας ολόκληρο δωμάτιο μαγνητοκασετών, κατέγραψε στο μαγνητόφωνό του και τη συνομιλία εκείνη. Αντίτυπο της κασσέτας παραδόθηκε στη «Δικηγορική Γνώμη» η οποία δημοσίευσε περίληψη της συνομιλίας εκείνης στο Φύλλο της 52-54 της 30/5/1965 κάτω από τον τίτλο «Η κρίσις εις την κορυφήν της Δικαιοσύνης εκορυφώθη ύστερα από την υπ’ αριθμ. 92/1965 απόφασιν της Ολομελείας του Αρείου Πάγου, η οποία έκλεισε το θέμα απροσδοκήτως. Αποκαλυπτική συνομιλία. Ο κ. Μαυρομιχάλης παρέχει ­ απροσκλήτως ­ εξηγήσεις διά δικαστικά, νομικά και πραγματικά ζητήματα της αποφάσεως καθώς και διά πράγματα της δημοσίας ζωής. «Τους Αρεοπαγίτες τους πήρε το παράπονο». «Το περιβόητον πόρισμα Φλώρου δεν έπρεπε να δημοσιευθή» κ.ά. Βαρυτάτη επιτροπή».


    Και άρθρο της Δικηγορικής Γνώμης με τίτλο «Τι συμβαίνει εις την Δικαιοσύνην ­ Ο Ελληνικός Λαός αξιοί άμεσον εκκαθάρισιν».


    * Και η συνέχεια: Μήνυση του Γεωργίου Χρηστέα συμβούλου του ΔΣΑ και διακεκριμένου νομικού και Δικηγόρου κατά Κ. Κόλλια που ύστερα από κυρία ανάκριση έκλεισε το θέμα με απαλλακτικό μεν βούλευμα, πλην δόθηκε δι’ αυτού η όλη ιστορία των επεμβάσεων…


    * Επί Υπουργίας του Υπηρεσιακού Υπουργού Δικαιοσύνης, καθηγητή της Νομικής Σχολής Ιω. Σόντη επιχειρήθηκε παραπομπή στο Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Κ. Σούρλου ­ υποβαλόντος πειθαρχική αναφορά κατά Στ. Μαυρομιχάλη, πλην ο αείμνηστος καθηγητής ανέκρουσε πρύμναν και η υπόθεση έκλεισε μετά την προβολή ενστάσεως εξαιρέσεώς του από το συνήγορό του Ευάγγελο Γιαννόπουλο.


    8. Είναι μια ολόκληρη ιστορία, κ. Διευθυντά, οι αφόρητες και βάρβαρες και χωρίς προσχήματα επεμβάσεις στη Δικαιοσύνη κατά την μεταβαρκιζανή περίοδο, την εποχή του εμφυλίου πολέμου, του παρακράτους και του παρασυντάγματος, του κράτους των κυβερνήσεων της αποστασίας και την εποχή του αυταρχικού κράτους και της αυταρχικής νομοθεσίας της μεταδικτατορικής περιόδου μέχρι το 1981 και του κράτους της συγκυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας και του συνασπισμού της αριστεράς και της προόδου του Ιουλίου 1989.


    * Για τη Δικαστική Ιστορία της χώρας και τις επεμβάσεις εναντίον της λειτουργίας και της ορθής απονομής της Δικαιοσύνης προς επιτέλεση άνομων σκοπών, υπέρ της καθεστηκυίας κυβερνητικής τάξεως της συγκεκριμένης εκείνης περιόδου της βίας και της αυθαιρεσίας και της χωροφυλακοκρατίας και γενικής αστυνομοκρατίας του μετεμφυλιακού κράτους, του παρακράτους και του παρασυντάγματος που χρονικά ένα μέρος από τις θλιβερότητές του σήμερα πραγματευόμαστε, ανάγκη παρίσταται να κάνουμε μια σύντομη ανασκόπηση της συγκεκριμένης επέμβασης Κ. Κόλλια υπέρ των ηθικών αυτουργών αξιωματικών της Χωροφυλακής της δολοφονίας του βουλευτή της Αριστεράς Γρηγόρη Λαμπράκη (γιατρού, βαλκανιονίκη, ηγετικού στελέχους του ελληνικού κινήματος της Ειρήνης από την Κερασίτσα – Μαντινείας του νομού Αρκαδίας). Στο να μη καθίσουν δηλαδή οι αξιωματικοί της χωροφυλακής στο σκαμνί μαζί με τον αυτουργό Γκοτζαμάνη και τους συνεργούς του Πιστώκο και Εμμανουηλίδη και άλλους αρχηγούς της παρακρατικής «Καρφίτσας» στεγαζόμενης σε αστυνομικό παράρτημα Ασφαλείας.


    Χειρίστηκα, κ. Διευθυντά, το πρόβλημα των επεμβάσεων του Κ. Κόλλια στη δικαιοδοτούσα δικαιοσύνη και ειδικότερα την ωμή επέμβαση στην Ανάκριση της δολοφονίας του Γρηγόρη Λαμπράκη από πολλά μέτωπα και πολλές σκοπιές.


    Από τη «Δικηγορική Γνώμη» μου, η οποία περιέχει την όλη διαδικασία της πειθαρχικής διώξεως του Κ. Κόλλια (κατηγορητήριο ­ απολογία του ­ διαδικασία ενώπιον του Σ.τ.Ε. σε δύο φάσεις) με δύο αποφάσεις δημοσιευμένες στη «Δ.Γ.» με σχόλια και άρθρα. Φύλλο 40-41: Κύριο άρθρο της εφημερίδας: Η πρόσφατος ιστορία του οχυρού της Δημοκρατίας (η Δικαιοσύνη) και η άμεσος και ταχεία κάθαρσις των ανομημάτων του παρελθόντος.


    Στα «Σημειώματά» της το πρώτο σχόλιο με τον τίτλο: Εκκλησις προς τον κ. Πρωθυπουργόν δι’ άμεσον τερματισμόν της υποθέσεως Κόλλια ­ Εις την δημοσιότητα ολόκληρος ο φάκελλος ­ Η εκκρεμότης βλάπτει την δικαιοσύνην. Και υπότιτλος: Ο κ. Υπουργός ν’ ασκήσει την εκ του νόμου δικαιοδοσίαν.


    Από την «Ενωση Δημοκρατικών Δικηγόρων Ελλάδας» της οποίας, τότε, ήμουν Γενικός Γραμματέας (πρόεδρος ο αείμνηστος Μανώλης Στεφανάκης) η οποία πραγματοποίησε πολλές κινητοποιήσεις του Δικηγορικού Σώματος προς υπεράσπιση του δόγματος της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης.


    Από τη θέση του νομικού παραστάτη του Υπουργού Δικαιοσύνης Πολυχρόνη Πολυχρονίδη, συνεχίζοντας κοντά του, όταν ανέλαβε το Υπουργείο Δικαιοσύνης, και ζώντας το όλο πρόβλημα «από πρώτο χέρι». Οπως και από τη θέση του μέλους του νομικού επιτελείου του κόμματος της Ενωσης Κέντρου.


    Εζησα το πρόβλημα των επεμβάσεων γράφοντας άρθρα και σχόλια, που είναι δημοσιευμένα στη «Δικηγορική Γνώμη». Δίδοντας συνεργασία στο ΒΗΜΑ – ΝΕΑ και την ΑΘΗΝΑΪΚΗ.


    Γράφω δε αυτά για να καταλάβουν ο κ. Κόκκινος και οι ομοιοκομματικοί του, ότι όταν μιλάνε για Δικαιοσύνη, οποιασδήποτε εποχής, συνδέοντάς την με Γιαννόπουλο να πλένουν το στόμα τους.


    Οφείλω να πληροφορήσω επίσης ότι έχω δημοσιεύσει στη Δικηγορική Γνώμη, στο Νομικό Βήμα, σ’ εγκυκλοπαίδειες κι’ εφημερίδες μελέτες, άρθρα και σχόλια για τη Δικαιοσύνη πέρα των 174. (Κυρίως στη «Δικηγορική Γνώμη», στο «Νομικό Βήμα» και στην «Ποινική Δικαιοσύνη»).


    Δύο μελέτες μου είναι στο Νομικό Βήμα με τίτλο η πρώτη: «Ηθικά θέματα και προβλήματα της Δικαιοσύνης ­ Ο Αρειος Πάγος και η συγκρότησή του ­ παρατηρήσεις, παραινέσεις, λύσεις ­ απ’ αφορμή τις τελευταίες προαγωγές στον Αρειο Πάγο, 1977». Και η δεύτερη: «Οι εγγυήσεις της δικαστικής Ανεξαρτησίας ­ Ισοβιότητα ­ Αυτοδιοίκηση της Δικαιοσύνης ­ προσωπικότητα του δικαστικού λειτουργού ­ Ανάλογη προς το λειτούργημα μισθοδοσία ­ και το Ανώτατο δικαστικό Συμβούλιο αυτοδιοικήσεως της Δικαιοσύνης, 1979». Η τρίτη στην «Ποινική Δικαιοσύνη»: «Το ανώτατον όριον διαρκείας της προφυλακίσεως, 1970».


    Ολη αυτή η επιστημονική δημιουργία περιέχεται σε τρία μέρη, στο υπό έκδοση βιβλίο με τίτλο «Η Δικαιοσύνη της Πατρίδας». Και υπότιτλο «Πιστή θεραπαινίδα της καθεστηκυίας τάξεως μέχρι το 1981».


    Στο βιβλίο προτάσσεται πρόλογος από 100 σελίδες που αρχίζει από τη νομοθεσία του Σόλωνα μέχρι την εφαρμογή του Αστικού Κώδικα 1946, των Ποινικών Κωδίκων του 1950. Και τελειώνουμε το βιβλίο με πολλές κατά καιρούς δίκες του δημοσίου και εθνικού βίου των Ελλήνων.


    9. Είμαι υπερήφανος για την Πολιτική που υπηρέτησα και υπηρετώ και στην οποία ανήκω. Και σε κανένα δεν έχω δώσει δικαίωμα δίκαιου ψόγου εναντίον μου. Είμαι περήφανος που μεγάλωσα με τα ιδανικά της φιλοπατρίας, της γλώσσας μας και της ορθοδοξίας, της δημοκρατίας, της ελευθερίας, της αγάπης στο λαό και τον άνθρωπο και ιδιαίτερα στη νεολαία μας.


    Με την οφειλόμενη τιμή,


    ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ


    Οι υπεκφυγές του κ. Σαρτζετάκη και οι ύβρεις του κ. Γιαννόπουλου Ο κ. Β. Κόκκινος απαντά στον πρώην Πρόεδρο της Δημοκρατίας και εγκαλεί τον νυν υπουργό Δικαιοσύνης


    Κύριε Διευθυντά


    Ι. Οπως γνωρίζετε, με το άρθρο μου που δημοσιεύθηκε στο φύλλο της εφημερίδας σας της 12-7-98, υπενθύμισα τα αυτονόητα:


    Οτι ο υπουργός Δικαιοσύνης δεν δικαιούται και δεν επιτρέπεται να χαρακτηρίζει «άκομψη» και «παράνομη» μια εισαγγελική έρευνα, που διεξάγεται για τη διαπίστωση της τελέσεως σοβαρών εγκλημάτων στα πλαίσια σχετικής, νόμιμης, προκαταρκτικής εξέτασης. Ούτε να αποδίδει, στην έρευνα αυτή, με δημόσιες δηλώσεις του, φαινόμενα βουλήσεως να εμφανισθεί η Εισαγγελική Αρχή ως «υπερκείμενη» της Αστυνομικής. Ούτε, πολύ περισσότερο, να παραγγέλλει την άσκηση πειθαρχικής διώξεως κατά των εισαγγελικών λειτουργών που ενεργούν την παραπάνω έρευνα. Γεγονός που μπορεί λογικώς να ερμηνευθεί ως άμεση και απροσχημάτιστη προσπάθεια τόσο εκφοβισμού των εισαγγελικών αυτών λειτουργών και όλων των άλλων που θα ασχοληθούν με τη συγκεκριμένη υπόθεση, όσο και παρακωλύσεως του έργου τους. Για να καταδειχθεί δε η σοβαρότητα και η απαξία των υπουργικών αυτών δηλώσεων και ενεργειών, που θα απέφευγε και υπουργός της πλέον πρωτόγονης χώρας, είπα, ας διερωτηθούν οι κκ. υπουργοί Δημόσιας Τάξης και Δικαιοσύνης τι θα γινόταν αν παρόμοιες δηλώσεις και ενέργειες είχαν γίνει κατά τη διάρκεια της ανακρίσεως για την υπόθεση Λαμπράκη.


    Αυτό και μόνο ήταν το κρίσιμο και χρήσιμο ερώτημα, για κάθε ψύχραιμο αναγνώστη του άρθρου μου. Και όχι βέβαια το ακριβές περιεχόμενο του τηλεφωνήματος Κόλλια προς κ. Σαρτζετάκη. Τηλεφώνημα που επυροδότησε μεν τις γνωστές συνέπειες της υποθέσεως εκείνης, αναφέρθηκε όμως στο άρθρο μου, προδήλως, εκ περισσού. Χωρίς βεβαίως πρόθεση «αναπαραγωγής απόψεων που υπεστήριζε η νοσηρά πολιτική εμπάθεια ορισμένων, προς συγκάλυψη του παρακρατικώς ενεργούντος τότε Κράτους», όπως έσπευσε να διαγνώσει ο κ. Σαρτζετάκης στην επιστολή του!


    ΙΙ. Ατυχώς δεν χρησιμοποιήθηκε στο άρθρο μου πλέον κατάλληλη φράση για το γνωστό τηλεφώνημα Κόλλια. Οπότε ίσως δεν θα συνέτρεχε λόγος να ασχοληθεί με αυτό ο κ. Σαρτζετάκης. Και δεν θα κατόρθωνε, με την επιστολή του, να θυμηθούν όσοι έχουν λησμονήσει, και να μάθουν όσοι δεν γνωρίζουν, τι υπεστήριζαν για το τηλεφώνημα Κόλλια εκείνοι που δεν συμφωνούσαν με τους ισχυρισμούς του.


    Το ότι η σχετική περικοπή του άρθρου μου, που αναφέρεται στον κ. Σαρτζετάκη, για κάθε ψύχραιμο και καλόπιστο αναγνώστη, δεν ενείχε καμία μομφή εναντίον του επιβεβαιώνεται και από σχετικό δημοσίευμα, στο εβδομαδιαίο σατιρικό «Ποντίκι» της 16-7-98. Οπου περιλαμβάνεται η εκτίμηση του συντάκτου του πως με το άρθρο μου δικαιώνεται ο κ. Σαρτζετάκης και επικρίνεται ο Κ. Κόλλιας.


    Αλλωστε το γεγονός ότι στο τηλεφώνημα Κόλλια προς κ. Σαρτζετάκη έγινε λόγος και για την «επίσπευση της περαίωσης της υποθέσεως Λαμπράκη» προκύπτει και από όσα εκθέτει στην επιστολή του, που δημοσιεύεται στο φύλλο της εφημερίδας σας της 19-7-98, ο κ. Ε. Γιαννόπουλος. Συγκεκριμένως ο τελευταίος, υποστηρίζοντας ότι ο Κ. Κόλλιας δεν τηλεφώνησε στον κ. Σαρτζετάκη μία μόνο φορά, όπως εγώ είπα δήθεν ψευδώς, και όπως επιβεβαιώνει ήδη ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας, αλλά πολλές φορές («αλλεπάλληλες», όπως γράφει), λέγει και τα εξής:


    Ο Κ. Κόλλιας είπε τηλεφωνικώς στον κ. Σαρτζετάκη, εκτός άλλων, και τις φράσεις: «Αλλα είπαμε και άλλα κάνατε». «Γιατί δεν κλείνετε τη δικογραφία». «Πότε επιτέλους θα τελειώσετε με την υπόθεση Λαμπράκη». «Εξαπατήσατε τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κ. Σαρτζετάκη»! Οι φράσεις αυτές, που έχουν μεγίστη ιστορική αξία, για κάθε τρίτο αντικειμενικό ερευνητή της υποθέσεως Λαμπράκη, δεν είναι ισχυρισμοί δικοί μου. Είναι μαρτυρία του σημερινού υπουργού Δικαιοσύνης, ο οποίος ισχυρίζεται, και δεν διαψεύδεται, ότι έχει συνομιλήσει με τον κ. Σαρτζετάκη για την υπόθεση Λαμπράκη, σε ανύποπτο χρόνο, και συνεπώς γνωρίζει την εξέλιξή της «από πρώτο χέρι». Από τις φράσεις αυτές όμως διαφαίνεται ότι έγινε οπωσδήποτε «σύσταση» στον τότε Ανακριτή και για την επίσπευση της περαιώσεως της υπόθεσης. Επομένως η μνεία της «συστάσεως» αυτής στο άρθρο μου ούτε αυθαίρετη είναι, ούτε αποδεικνύει καμιά κακοβουλία.


    Κατόπιν τούτων δικαιούμαι να εκφράσω τη λύπη μου, τόσο για την επιθετικότητα του κ. Σαρτζετάκη, όσο και για την παράλειψή του να λάβει θέση επί του κυρίου θέματος. Που είναι οι άστοχες και χονδροειδείς ενέργειες του υπουργού Δικαιοσύνης εναντίον μιας εισαγγελικής έρευνας! Ως «υπηρεσιακό θύμα» δε και εκείνος παρόμοιας ενέργειας, θα ήταν περισσότερο φυσικό να διατυπώσει την άποψή του επί του θέματος αυτού. Αντί να διευκολύνει με την επιστολή του τον κ. Γιαννόπουλο να μετατοπίσει τη συζήτηση από το σημερινό κρίσιμο θέμα στην… Ιστορία!


    ΙΙΙ. Προσωπικώς δεν έχω κανένα λόγο να αμφισβητήσω όσα λέγει ο κ. Σαρτζετάκης. Ούτε να διαφωνήσω για το περιεχόμενο του «μοναδικού» τηλεφωνήματος Κόλλια προς αυτόν.


    Αν και θα μπορούσε να πει κανείς, μακροσκοπικώς εξετάζοντας σήμερα τα γεγονότα, ότι το ακριβές περιεχόμενο της τηλεφωνικής επικοινωνίας Σαρτζετάκη – Κόλλια γνωρίζουν μόνο ο Θεός, ο κ. Σαρτζετάκης και η ψυχή του «εκδημήσαντος» ήδη Κ. Κόλλια. Και κανένας άλλος!


    Κατά τα λοιπά συμφωνώ ότι είναι πασίδηλο πως τιμωρήθηκε πειθαρχικώς ο τότε Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, με απόφαση του τότε υπουργού Δικαιοσύνης Π. Πολυχρονίδη και πως η απόφαση αυτή ακυρώθηκε, στη συνέχεια, από το ΣτΕ. Οχι όμως ότι υπάρχει και πασίδηλο, υπό τη νομική τού όρου έννοια, και για το ακριβές περιεχόμενο του τηλεφωνήματος Κόλλια.


    IV. Πάντως είναι άκρως ενδιαφέρον και ευχάριστο το ότι ο κ. Σαρτζετάκης θα εξιστορήσει τα γεγονότα της υπόθεσης Λαμπράκη, όπως αφήνει να εννοηθεί στην επιστολή του.


    Γιατί έτσι θα μπορέσουμε ίσως να μάθουμε, από τον πρωταγωνιστή της υποθέσεως αυτής, αν έχουν λεχθεί πράγματι ή όχι οι πιο πάνω κρίσιμες φράσεις από τον Κ. Κόλλια. Στην πρώτη δε περίπτωση γιατί ειπώθηκαν. Ποιοι ήσαν κατηγορούμενοι στην υπόθεση Λαμπράκη και ποια ήταν τελικώς η τύχη καθενός τούτων.


    Ωστε να αποκτήσουν ακριβή γνώση της υποθέσεως Λαμπράκη όσοι δεν την γνωρίζουν και να αποκατασταθεί η ιστορική αλήθεια, όπως πολύ σωστά λέγει ο κ. Σαρτζετάκης.


    V. Και λίγα λόγια τώρα για τον κ. υπουργό Δικαιοσύνης. Ο κ. Γιαννόπουλος, μη έχοντας να δώσει καμία λογικοφανή εξήγηση και απάντηση στα πιο πάνω κρίσιμα ερωτήματα, ούτε να δικαιολογήσει στοιχειωδώς την ωμή επέμβασή του στο εισαγγελικό έργο, αντί της ευπρεπούς σιωπής ­ με την οποία είναι αδύνατο να συμβιβασθεί, ούτε και όταν απολαμβάνει το ήρεμο και αδρό αρκαδικό τοπίο ­ προτίμησε τις τηλεοπτικές ύβρεις, συκοφαντίες και απειλές! Ενώ αρκούσε ως απάντηση η τερπνή επίδειξη των αξιόλογων πράγματι χορευτικών ικανοτήτων του στο «τσάμικο». Εστω και αν δεν συμβιβαζόταν με τα τραγικά γεγονότα της απώλειας τεσσάρων ανθρώπινων υπάρξεων και της πρωτοφανούς σε έκταση καταστροφής του δασικού πλούτου της χώρας. Η επάνοδός του στις εναντίον μου ύβρεις, συκοφαντίες και απειλές και από την Αρκαδία, αποδεικνύει ότι η τάση του να υβρίζει και να κακολογεί αβασανίστως, όποιον τολμήσει να διαφωνήσει μαζί του, είναι αθεράπευτη.


    Με τιμή,


    Β. Α. Κόκκινος,


    Επ. Πρόεδρος του Αρ. Πάγου

    Γνώμες
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk