Το μικρό κορίτσι με τη μεγάλη φωνή
Τη συνάντησα στο Κάρντιφ, στο «Χίλτον» της κωμόπολης όπου βρίσκεται το σπίτι της. Ηλθε μαζί με τη μητέρα της όπως κάθε καλή κόρη και με τη μάνατζέρ της όπως κάθε καλή επαγγελματίας. Δεν ήταν η… μικρούλα, η ανώριμη κοπέλα που περίμενα να συναντήσω. Η Σάρλοτ Τσερτς παρά το νεαρόν της ηλικίας της είχε πολύ συγκεκριμένες απόψεις για την τέχνη και για τη ζωή της. Φάνηκε να ξέρει πολύ καλά και τι θέλει και τι μπορεί να κάνει. Ηταν και εκείνη μια άψογη επαγγελματίας, παραμένοντας όμως ταυτόχρονα και ένα χαριτωμένο κορίτσι, ζεστό στην επαφή του μαζί μου, τρυφερό με τη μητέρα του… Μιλήσαμε αρκετή ώρα. Δεν χρειάστηκε να σκεφτώ διαφορετικά από ό,τι σκέφτομαι κάθε φορά που κάνω συνεντεύξεις με ενηλίκους. Αν πιστέψουμε ότι τα κορίτσια μεγαλώνουν πιο γρήγορα από τα αγόρια, στην περίπτωση της Τσερτς οι συνθήκες της ζωής της τη βοήθησαν ίσως να μεγαλώσει λίγο πιο γρήγορα από τις συνομήλικές της. Συναυλίες, ταξίδια, φωτογραφίσεις, συνεντεύξεις, σε μια ηλικία που τα άλλα κορίτσια παίζουν με τις κούκλες τους. Η Σάρλοτ Τσερτς δεν παίζει με κούκλες. Παίζει με τα πλήκτρα του πιάνου της. Και δουλεύει σκληρά σε καθημερινή βάση πάνω στη φωνή της. Για αυτή τη φωνή μιλάει σήμερα στο «Αλλο Βήμα». Το «όργανο» που έγινε το διαβατήριό της για την έξοδο από το επαρχιακό Κάρντιφ και την είσοδό της στις μεγαλύτερες αίθουσες συναυλιών του κόσμου. Απολαύστε την!
– Αυτό θέλατε να κάνετε στη ζωή σας;
«Στην πραγματικότητα δεν μου δόθηκε καν η ευκαιρία να αποφασίσω τι ήθελα να κάνω. Συνέβη από μόνο του όταν ήμουν 12 ετών. Επειδή με ρωτάτε όμως θα σας πω ότι εκτός από το τραγούδι είναι πάρα πολλά αυτά που θέλω να κάνω στη ζωή μου στο μέλλον».
– Οπως;
«Θα ήθελα να σπουδάσω φιλοσοφία ή ψυχολογία».
– Γιατί φιλοσοφία; Η φιλοσοφία θα βοηθούσε τη φωνή σας να γίνει καλύτερη;
«Ναι, το πιστεύω απόλυτα. Πιστεύω ότι η φιλοσοφία θα με βοηθούσε να γίνω καλύτερη ως ερμηνεύτρια. Η καλλιέργεια δυναμώνει το όποιο ταλέντο. Η δασκάλα μου στο τραγούδι μού λέει ότι, αν θέλω να γίνω καλή σ’ αυτό που κάνω, θα πρέπει να φροντίζω για την καλή υγεία τόσο του κορμιού όσο και του μυαλού μου, εννοώντας ότι πρέπει στη ζωή μου να κυνηγάω τη γνώση».
– Τι είναι για σας καλός δάσκαλος;
«Δύσκολη ερώτηση. Κοιτάξτε, είμαι μόνο 15 χρόνων και αυτή τη στιγμή εκείνο που με διακρίνει είναι μια τεράστια αναποφασιστικότητα για όσα ζητούν μια απόφαση δική μου. Σχεδόν καθημερινά οι σκέψεις και οι απόψεις μου για τους άλλους, για τον εαυτό μου, για αυτό που ζω, αλλάζουν. Δεν μπορώ λοιπόν να απαντήσω σε τόσο σοβαρές ερωτήσεις… Το μόνο που μπορώ να σας πω είναι ότι σε γενικές γραμμές προσπαθώ να μην είμαι εγωίστρια, θέλω να μπορώ να δίνω στους άλλους – αν και δεν είναι τόσο εύκολο, γιατί, όταν είσαι τραγουδιστής και μάλιστα διάσημος, συνήθως δίνεις πολλά από τον εαυτό σου, θυσιάζεις πολλά από την ιδιωτική σου ζωή για να είσαι και να παραμείνεις καλός. Ο κόσμος σε γνωρίζει, άρα είσαι διαρκώς εκτεθειμένος, με αποτέλεσμα να ξοδεύεις ένα τεράστιο δυναμικό από αυτό που είσαι ως άνθρωπος. Οπότε, μετά είναι πιο δύσκολο να προσφέρεις στους δικούς σου ανθρώπους αυτά που θα ήθελες».
– Εχετε μπει νωρίς νωρίς στα βάσανα…
«Ναι, αλλά η ανταμοιβή είναι τέτοια που πραγματικά αξίζει τον κόπο. Το να δημιουργείς μια καριέρα συνεπάγεται και πίεση και δυσκολίες, αλλά σαφώς υπάρχει και η θετική πλευρά, η οποία όλα αυτά τα αντισταθμίζει. Σαφώς λοιπόν οι θυσίες είναι πολλές αλλά είναι τεράστια και τα οφέλη».
– Μιλάτε πάντως σαν μεγάλος άνθρωπος…
«Ναι, μου το λένε πολλοί αυτό». (γέλια)
– Εχετε καταλάβει τι είναι αυτό που χάνουν οι άνθρωποι καθώς ενηλικιώνονται;
«Προσωπικά αυτό που λέτε δεν νιώθω ακόμη να μου έχει συμβεί. Εχω ακόμη πολύ δρόμο μπροστά μου ώσπου να μεγαλώσω, να ωριμάσω, να γίνω ένας κανονικός ενήλικος. Σε πολλά πράγματα θεωρώ τον εαυτό μου πολύ ώριμο για την ηλικία μου, αλλά υπάρχουν και πράγματα στα οποία λειτουργώ ακόμη σαν παιδί, δηλαδή ανώριμα».
– Πού κρύβεται για σας το ενδιαφέρον της ζωής;
«Επειδή γενικά είμαι άνθρωπος των άκρων, θα σας έλεγα ότι η ευτυχία στη ζωή κρύβεται στις στιγμές που ξεπερνάμε τα όρια, που κάνουμε πράγματα τα οποία είναι ακραία. Αυτή τη στιγμή η ζωή μου κινείται ανάμεσα σε δύο άκρα, πράγμα το οποίο πολλές φορές καταντάει εξαντλητικό. Σίγουρα όμως το προτιμώ από το να ήταν όλα ήσυχα και συνηθισμένα».
– Πιστεύετε ότι όλα είναι ζήτημα ταλέντου;
«Δεν ξέρω… Προέρχομαι, ξέρετε, από μια οικογένεια η οποία έχει πολύ καλές σχέσεις με τη θρησκεία. Η γιαγιά μου είναι καθολική με πολύ αυστηρές αρχές. Οταν ήμουν μικρή, έπρεπε κάθε Κυριακή να πηγαίνω στην εκκλησία. Επειδή όμως όλοι στην οικογένειά μου, εκτός από τη θρησκεία, έχουν ιδιαίτερα καλές σχέσεις και με τη μουσική, δεν ξέρω αν αυτό που έχω με ευλόγησε ο Θεός – αν πρόκειται δηλαδή για θείο χάρισμα – ή αν είναι κάτι το οποίο οφείλεται στη δική μου σκληρή δουλειά, επιμονή και αποφασιστικότητα και στο περιβάλλον μου».
– Πώς ανακαλύψατε ότι το κύριο ενδιαφέρον σας είναι η μουσική;
«Πάντα μου άρεσε να τραγουδάω. Τραγουδάω από τριών ετών. Είναι κάτι που κυκλοφορεί μες στο αίμα μου, μια υπόθεση που, όπως σας είπα, αφορά όλη την οικογένειά μου και που εγώ τη βίωσα ως κάτι απόλυτα φυσικό. Ποτέ δεν με πίεσε κάποιος ν’ ασχοληθώ με το τραγούδι. Ισα ίσα που πάντα το διασκέδαζα. Σε ηλικία οκτώ ετών άρχισα να παίρνω μέρος σε διαγωνισμούς τραγουδιού. Επειδή η θεία μου είχε αντιμετωπίσει προβλήματα με τη φωνή της, τα οποία προσπάθησε να ξεπεράσει με τη βοήθεια μιας δασκάλας, με παρότρυνε κι εμένα ν’ αρχίσω μαθήματα. Ετσι αποκαλύφθηκε η έφεση που είχα στο κλασικό τραγούδι· όταν απέκτησα κι εγώ δασκάλα, φάνηκε σιγά σιγά ότι αυτό στο οποίο θα μπορούσα να αποδώσω καλύτερα ήταν η όπερα».
– Τι είναι για σας καλή φωνή;
«Μια φωνή η οποία ξεχωρίζει. Είναι δύσκολο να το προσδιορίσω ακριβώς, γιατί πολλές φορές ο κόσμος θεωρεί καλή μια καθαρή φωνή, η οποία απλώς γεννάει στον άλλον κάποια συναισθήματα. Για μένα αυτό δεν φτάνει. Καλός τραγουδιστής είναι αυτός ο οποίος διαθέτει ένα εντελώς δικό του προσωπικό στυλ, αυτός που ξέρει να ερμηνεύει, που μπορεί να σε κάνει να νιώσεις τα λόγια ενός τραγουδιού, ακόμη και όταν μιλούν για κάτι το οποίο εκείνη τη στιγμή δεν σε αφορά. Και βέβαια πρέπει να σου δημιουργεί την αίσθηση ότι ακούς κάτι διαφορετικό. Εγώ ανήκω περισσότερο στον χώρο της όπερας, από όπου εκείνη που ξεχωρίζω είναι η Μονσεράτ Καμπαγέ, μια από τις καλύτερες τραγουδίστριες όλων των εποχών. Καταπληκτική φωνή».
Για ποιο λόγο υπάρχει η τέχνη;
«Ποπό, τι με ρωτάτε τώρα… Δεν ξέρω… Προσωπικά είμαι άνθρωπος της δημιουργίας. Αγαπώ την τέχνη, τη μουσική, τον χορό… Είμαι αυτό που λέμε “καλλιτεχνική φύση”. Από την άλλη δεν έχω καμία σχέση με τις θετικές επιστήμες. Γι’ αυτό και νιώθω ευτυχισμένη που η φωνή μου με βοηθάει να εκφράζω αυτό που έχω μέσα μου. Τα πάω βέβαια πολύ καλά και με τον λόγο, αλλά πιστεύω ότι η μουσική είναι ο καλύτερος τρόπος για να πει κάποιος μια ιστορία και το τραγούδι ο καλύτερος τρόπος για να εκφράσει κάποιος τα συναισθήματά του. Ετσι το αντιλαμβάνομαι εγώ, είναι δηλαδή μια αίσθηση καθαρά προσωπική, γι’ αυτό και δεν ξέρω με ποιο τρόπο θα μπορούσα να απαντήσω γενικά στην ερώτησή σας».
– Από τη στιγμή που η παρτιτούρα είναι πάντα η ίδια, για ποιο λόγο κάθε ερμηνεία είναι διαφορετική;
«Νομίζω ότι αυτό έχει να κάνει με το γούστο του καθενός, με το τι ακριβώς σου αρέσει. Πολλές φορές η δασκάλα μου μού κάνει υποδείξεις για το πώς πρέπει να ερμηνεύσω ένα τραγούδι. Κάθε φορά που μου λέει ότι ένας συγκεκριμένος τρόπος είναι ο σωστός, εγώ αντιδρώ, θέλω να βάλω τη δική μου πινελιά, να το πω μ’ έναν τρόπο δικό μου, που θα διαφέρει από αυτό που κάνουν όλοι οι άλλοι. Γι’ αυτό και υπάρχουν αρκετοί κριτικο οι οποίοι με σχολιάζουν αρνητικά, επειδή η ερμηνεία μου δεν θεωρείται αυστηρά κλασική. Μου αρέσει να προσθέτω στοιχεία και από άλλα είδη μουσικής, τα οποία μου αρέσουν εξίσου, όπως είναι για παράδειγμα η χιπ-χοπ, η μοτάουν, η σόουλ… Μου αρέσει η ερμηνεία μου να περιέχει αυτά τα παντρέματα, στοιχεία από διάφορα μουσικά είδη. Θεωρώ ότι είναι κάτι το οποίο απελευθερώνει μια τρομερή ενέργεια. Μου αρέσει επίσης κάθε φορά που παίρνω στα χέρια μου ένα τραγούδι να το αναλύω με τον ίδιο τρόπο που μας μαθαίνουν στο σχολείο να αναλύουμε ένα ποίημα. Οπως στα ποιήματα αναλύοντάς τα προσπαθούμε να μαντέψουμε τι θέλει να μας πει ο ποιητής, με τον ίδιο τρόπο αναλύοντας τους στίχους ενός τραγουδιού προσπαθώ να καταλάβω τι θέλει αυτό το τραγούδι να εκφράσει και πώς θα μου άρεσε να το πω εγώ».
– Σας απασχολεί το τι θα ήθελε να ακούσει ο συνθέτης που έγραψε ένα κομμάτι ή αυτό που τελικά ακούγεται δεν έχει καμία σχέση με την πρόθεση του συνθέτη;
«Σαφώς και έχει σχέση με το τι ήθελε ο συνθέτης. Τη μουσική από το σάουντρακ της ταινίας “Beautiful Mind” την έγραψε ο Τζέιμς Ονορ, ο οποίος χρησιμοποίησε τη φωνή μου σαν ένα ακόμη μουσικό όργανο, για να αποδώσει καλύτερα αυτό το οποίο είχε ως ζητούμενο».
– Αν είχατε τη δυνατότητα, ποιον συνθέτη θα θέλατε να συναντήσετε;
«Τον Ντεμπυσί ή τον Πουτσίνι. Ή μάλλον – τι λέω; – τον Γκέρσουιν. Βέβαια… τον Γκέρσουιν. Ο άνθρωπος ήταν ιδιοφυΐα».
– Οταν ένας άνθρωπος ξεκινάει τόσο νωρίς όσο εσείς, φτάνει πιο γρήγορα στον στόχο του ή απλά ζει περισσότερα πράγματα στη διαδρομή; Φοβόσαστε ποτέ τι θα συμβεί αν φτάσετε πολύ γρήγορα στον στόχο;
«Οπως σας είπα και πριν, είναι τόσα πολλά αυτά που θέλω να κάνω στη ζωή μου, που ανυπομονώ να τα ζήσω. Ολα αυτά που κατάφερα ως τώρα δεν υπήρξαν ποτέ προγραμματισμένα, με την έννοια ότι δεν είχα βάλει ποτέ ως στόχο να τα πετύχω. Ούτε τώρα λειτουργώ έτσι, βάζοντας δηλαδή συγκεκριμένους στόχους και προσπαθώντας να τους πετύχω. Αλλοι που το κάνουν, αν δεν καταφέρουν να φτάσουν στον στόχο τους, φαντάζομαι ότι το μόνο που μπορούν να νιώσουν είναι η αίσθηση ότι απέτυχαν».
– Η αποτυχία δεν είναι και αυτή ένα κομμάτι της ζωής, και μάλιστα ενδιαφέρον;
«Σίγουρα. Καλό είναι να έχει βιώσει κάποιος και την αποτυχία, αν και προσωπικά δεν μου έχει συμβεί. Είμαι, ξέρετε, αρκετά κυνική ως άνθρωπος και λόγω της νοοτροπίας που έχουμε εμείς οι Βρετανοί αλλά και επειδή όλοι σχεδόν στην οικογένειά μου λειτουργούν έτσι».
– Τι θα σκεφτόσασταν και πώς θα νιώθατε αν κάποια στιγμή οι άλλοι έπαυαν να ασχολούνται μαζί σας;
«Ειλικρινά δεν ξέρω. Αυτή τη στιγμή λέω ότι δεν θα με ενοχλούσε, εφόσον βέβαια θα συνέχιζα να έχω τη φωνή μου και να τραγουδάω – αν μη τι άλλο – για μένα και τους φίλους μου. Σε αυτή την περίπτωση πιστεύω ότι δεν θα με πείραζε. Αλλά το λέω έχοντας δεδομένη την προσοχή των άλλων. Είναι κάτι το οποίο δεν στερήθηκα ποτέ ως σήμερα, οπότε δεν ξέρω πώς θα ένιωθα αν κάποια στιγμή το έχανα».
– Τι χάνουν οι άνθρωποι τους οποίους δεν γνωρίζει κανένας και τι κερδίζουν αυτοί τους οποίους γνωρίζει όλος ο κόσμος;
«Δεν πιστεύω ότι αυτοί τους οποίους δεν γνωρίζει ο κόσμος χάνουν απαραίτητα κάτι. Βλέπω τους φίλους μου, οι οποίοι ούτε είναι διάσημοι ούτε πρόκειται να γίνουν ποτέ αλλά ούτε και ποτέ το επιθύμησαν, να τα πηγαίνουν μια χαρά, να νιώθουν απόλυτα ολοκληρωμένοι ως άνθρωποι. Η αλήθεια είναι ότι, όταν είσαι διάσημος, οι άλλοι σε αντιμετωπίζουν σαν κάτι διαφορετικό, σαν να ανήκεις, π.χ., σε άλλη φυλή. Ακόμη και οι μεγάλοι πολλές φορές δυσκολεύονται να μου μιλήσουν, συμπεριφέρονται σαν να τους προκαλώ φόβο, παρ’ όλο που δεν είμαι τέτοιος άνθρωπος. Θεωρώ τον εαυτό μου απόλυτα φυσιολογικό, η εικόνα όμως που έχουν συνήθως οι άλλοι για μένα είναι διαφορετική».
– Πού το αποδίδετε αυτό;
«Μάλλον στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η αγορά, η οποία για να πουλήσει πλασάρει μια εικόνα μου κάπως ονειρική, απόμακρη, το κορίτσι με τη φωνή αγγέλου (voice of an angel) και μπλα μπλα μπλα… Βέβαια πρέπει να σας πω ότι και εγώ έτσι κάνω όταν συναντώ διασημότητες. Νιώθω εντελώς χαζή, μου φαίνεται αδιανόητο ότι θα μπορούσα να μιλήσω μαζί τους· δεν θα ήξερα τι άλλο να πω πέρα από το ότι τους θεωρώ καταπληκτικούς».
– Με ποιους έχετε νιώσει έτσι;
«Πρώτα απ’ όλα με τον Πάπα… Μου είχαν κοπεί τα πόδια».
– Δεν πιστεύω να κοιμόταν κατά τη διάρκεια της συνάντησής σας; (γέλια)
«Οχι… ίσα ίσα που με υποδέχθηκε πολύ ζεστά, μιλώντας μου στην αρχή – δεν ξέρω για ποιο λόγο – στα ιταλικά. “Καλώς την τραγουδίστρια” μου είπε, αλλά στα ιταλικά. “La cantante”, έτσι με προσφώνησε. Ενιωσα ότι θα πέθαινα, ο Πάπας να μιλάει μαζί μου… Συγκλονιστική εμπειρία. Με όλους τους διάσημους ανθρώπους που συναντώ κάπως έτσι νιώθω. Με την Τζένιφερ Λόπεζ να δείτε… Ελεγα: “Θεέ μου, είναι τόσο υπέροχη που δεν θα αντέξω να της μιλήσω…”. Με τη Μαράια Κάρεϊ το ίδιο… Με ποιον άλλον; Α, ναι… με την Μπάρμπρα Στράιζαντ. Σχεδόν όλοι αυτοί οι άνθρωποι με ρωτούσαν το ίδιο πράγμα: “Δεν σου είναι δύσκολο να ταξιδεύεις σε όλον τον κόσμο, να είσαι διάσημη, και παρ’ όλα αυτά μετά τη δουλειά να επιστρέφεις κανονικά στο σχολείο και να κάνεις παρέα με τους φίλους σου;”».
– Μόλις ετοιμαζόμουν να σας ρωτήσω και εγώ το ίδιο. Πώς νιώθετε όταν ύστερα από όλες αυτές τις εμπειρίες πρέπει να επιστρέψετε στο σχολείο;
«Δεν ξέρω πώς γίνεται να μπορώ να τα κάνω και τα δύο, αλλά πρέπει να σας πω ότι και με τα δύο νιώθω άνετα. Αλλωστε έχω περίπου τρία χρόνια που ζω έτσι, οπότε έχει γίνει πλέον ρουτίνα».
– Πιστεύετε ότι ένας έρωτας μπορεί να ανατρέψει τα πάντα;
«Αυτό ναι, το πιστεύω απόλυτα, παρ’ όλο που προσωπικά δεν μου έχει συμβεί μέχρι στιγμής. Γιατί αν αυτοί που έζησα ως τώρα ήταν έρωτες, τότε μάλλον θα πρέπει να είμαι από τους ανθρώπους που ο έρωτας τους έχει απογοητεύσει. (γέλια) Η αλήθεια είναι ότι είχα κάποιους δεσμούς, νοιαζόμουν για τους ανθρώπους με τους οποίους έβγαινα, αλλά καμία από αυτές τις σχέσεις δεν μπόρεσε να με μεταμορφώσει, να με αλλάξει. Και πιστεύω ότι ο έρωτας αυτό κάνει, μπορεί να μεταμορφώσει, να ανατρέψει – όπως είπατε – τα πάντα».
– Υπάρχει κάτι που θα μπορούσε να αλλάξει αυτή τη διάθεση που έχετε απέναντι στη ζωή και στα πράγματα, κάτι που θα το νιώθατε σαν απειλή;
«Ναι. Επειδή είναι πολλοί αυτοί που με γνωρίζουν, που ξέρουν ποια είμαι, αν όλα αυτά που έχω κάνει μέχρι στιγμής αποδειχθούν λάθος, αυτό θα σημαίνει ότι έχω τελειώσει. Προς το παρόν δεν έχω αυτή την αίσθηση, δεν νιώθω δηλαδή ότι αυτά που κάνω είναι λάθος. Γενικά δεν είμαι από τους ανθρώπους που μετανιώνουν για αυτά που έχουν κάνει. Λέω: “Ωραία, το έκανα… Θα προσπαθήσω να μην το ξανακάνω, πάμε παρακάτω”. Μερικές φορές οι γονείς μου λειτουργούν υπερπροστατευτικά απέναντί μου αλλά το κατανοώ, γιατί όλα αυτά τα οποία ζω με κάνουν αρκετά ευάλωτη».
– Οι γονείς σας έχουν επηρεαστεί από τον τρόπο ζωής σας;
«Σίγουρα έχουν επηρεαστεί. Προτού συμβούν όλα αυτά, οι άνθρωποι είχαν τις δουλειές τους – δουλεύουν και οι δύο στον δήμο , ήμασταν μια κανονική οικογένεια εργαζομένων, η οποία έμενε σε ένα κανονικό σπίτι, εγώ πήγαινα σε ένα κανονικό σχολείο… Ηταν όλα φυσιολογικά και συνηθισμένα. Από τότε που άρχισα να ταξιδεύω και οι δύο γονείς μου ταξιδεύουν μαζί μου, πράγμα που σε γενικές γραμμές μου αρέσει. Βέβαια υπάρχουν και στιγμές που δεν θα ήθελα να είναι συνεχώς μέσα στα πόδια μου, αλλά είναι γονείς μου και ξέρω ότι ο μόνος λόγος για τον οποίο βρίσκονται εκεί είναι για να είμαι εγώ ευτυχισμένη. Κάνοντας μια δουλειά στην οποία δεν είναι πάντα εύκολο να εμπιστεύεσαι τους άλλους, νιώθω πολύ τυχερή που εγώ έχω δίπλα μου τους δικούς μου, τους οποίους μπορώ να εμπιστεύομαι 100%».
– Για σας υπάρχει διάκριση μεταξύ των διαφόρων ειδών μουσικής; Υπάρχουν φωνές που ταιριάζουν περισσότερο στο κλασικό ρεπερτόριο και άλλες που ταιριάζουν περισσότερο, για παράδειγμα, στην ποπ;
«Νομίζω ότι υπάρχουν φωνές που δεν θα μπορούσαν ποτέ να ερμηνεύσουν κλασικό ρεπερτόριο. Προσωπικά, όπως σας είπα και πριν, μου αρέσουν τα πάντα, ακούω όλα τα είδη της μουσικής – και όπερα και χιπ χοπ και χορευτική μουσική και τρανς… Τα είδη που προτιμώ είναι κυρίως η χιπ χοπ και η garage. Εξαρτάται από τα κέφια και από το πού βρίσκομαι. Αν είμαι, ας πούμε, με τους φίλους μου και παίξω ένα κομμάτι στην κιθάρα, ξέρω ότι θα αντιδράσουν, θα πουν “τι γίνεται τώρα εδώ; Δεν βάζουμε να ακούσουμε κάτι πιο ζωντανό;”. Εμένα μου αρέσουν τα πάντα, επειδή αγαπώ γενικά τη μουσική και όχι απαραίτητα μόνο το τραγούδι. Η μουσική είναι κάτι που με τρέφει. Η αλήθεια είναι ότι η σύγχρονη μουσική αλλάζει πολύ γρήγορα, πολύ γρήγορα. Τη μια μέρα είναι της μόδας αυτό και την άλλη κάτι άλλο. Αντίθετα, η κλασική μουσική είναι κάτι πέρα από τον χρόνο, τίποτε δεν μπορεί να νικήσει μια όμορφη φωνή που έχει φτιαχτεί για να τραγουδάει όπερα».
– Τι είναι αυτό που κάνει ορισμένες δημιουργίες να αντέχουν στον χρόνο; Εχετε καταλάβει;
«Εντάξει, μπορεί να είμαι ακόμη μικρή, αλλά μου αρέσουν πολύ αυτού του είδους οι συζητήσεις. Τι κάνει λοιπόν ορισμένα πράγματα να αντέχουν στον χρόνο… Ισως ένα πολύ ιδιαίτερο συναίσθημα που μπορεί να νιώθει κάποιος τη στιγμή που δημιουργεί. Το να γράφεις, ας πούμε, τραγούδια ή το να τραγουδάς… Οτιδήποτε και αν κάνει ένας άνθρωπος από ένα σημείο και μετά μπορεί να γίνει ρουτίνα. Και ξαφνικά, εκεί που νομίζεις ότι επαναλαμβάνεις συνεχώς τα ίδια και τα ίδια, μπορεί να συμβεί κάτι σαν έκρηξη και να ξεχυθούν από μέσα σου πράγματα που θα αγγίξουν τον άλλον, θα έχουν κάτι να του πουν. Υπάρχουν φορές που εμφανίζομαι σε συναυλίες και από την αρχή ως το τέλος δεν συμβαίνει τίποτε το ιδιαίτερο, είναι σαν όλες τις φορές. Αν όμως βγω να τραγουδήσω σε μια περίοδο που η ζωή μου είναι κάπως ταραγμένη, εκεί βλέπω ότι το κοινό ανταποκρίνεται περισσότερο, βλέπω περισσότερους ανθρώπους από κάτω να κλαίνε… Γενικότερα υπάρχει μια διαφορά, η οποία είναι εμφανής. Οσο περισσότερο πάθος και συναίσθημα υπάρχει από την πλευρά του καλλιτέχνη, τόσο περισσότερο ανταποκρίνεται το κοινό. Πιστεύω ότι το ίδιο πράγμα κάνει ένα έργο να αντέχει περισσότερο στον χρόνο».
– Υπάρχει τρόπος να προετοιμάσουμε μια στιγμή πάθους; Οι παθιασμένοι άνθρωποι ζουν κάπως;
«Δεν ξέρω… Πολλές φορές πιάνω τον εαυτό μου να πιστεύει στη μοίρα. Οχι πάντα, αλλά μπορεί κάποια στιγμή να συμβεί κάτι και… Πο πο.. είναι τρομερά δύσκολο. Τα έχω όλα μες στο μυαλό μου και δεν μπορώ να τα εκφράσω… Συγγνώμη, αλλά κόλλησα». (γέλια)
– Θα προσπαθήσω να σας διευκολύνω. Αυτό που ζείτε επάνω στη σκηνή έχει να κάνει με το πώς προετοιμαστήκατε ή στο τι θα ζήσετε παίζει ένα ρόλο και το κοινό;
«Δεν κάνω ποτέ μια συγκεκριμένη προετοιμασία για να βγω να τραγουδήσω. ‘Η μάλλον κατά μία έννοια, όταν δουλεύω, είμαι πάντα προετοιμασμένη να αντιμετωπίσω όλους αυτούς που υπάρχουν γύρω μου. Υπάρχει δηλαδή κατά κάποιον τρόπο ένα είδος άμυνας, προσπαθώ να θωρακίζω τον εαυτό μου. Βέβαια, αν κάτι πρόκειται να μου συμβεί, μπορεί να μου συμβεί και εδώ, στο Κάρντιφ, αν και επειδή εδώ σπάνια συμβαίνουν δραματικά γεγονότα, συνήθως δεν είμαι τόσο πολύ σε εγρήγορση. Σκεφτείτε όμως να πρέπει να συναντήσω δύο από τους μεγαλύτερους πολιτικούς ηγέτες του κόσμου, τον πρόεδρο Κλίντον και τον πρόεδρο Μπους, γεγονός το οποίο συνέβη. Δύο από τις μεγαλύτερες στιγμές της ζωής μου που δεν πρόκειται ποτέ να ξεχάσω. Με ποιον τρόπο θα μπορούσε κανείς να προετοιμαστεί για κάτι τέτοιο;».
– Ποια είναι η διαφορά μεταξύ πρόβας και παράστασης; Μπορεί μια στιγμή πρόβας να είναι εξίσου μεγαλειώδης με μια στιγμή από μια παράσταση;
«Ποτέ. Ποτέ… ποτέ. Συνήθως όταν κάνουμε πρόβα, τσεκάρουμε περισσότερο πράγματα που έχουν σχέση με την τεχνική αρτιότητα μιας παράστασης. Προσωπικά ποτέ δεν βάζω στις πρόβες πράγματα από τον εαυτό μου, ποτέ δηλαδή δεν επενδύω συναίσθημα, αφού έτσι και αλλιώς δεν υπάρχει κανένας εκείνη την ώρα να το μοιραστώ μαζί του. Για μένα η πρόβα δεν είναι τίποτε. Από την άλλη, η παράσταση είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Το παράξενο με μένα είναι ότι ποτέ πριν από μια παράσταση δεν έχω τρακ. Η μόνη φορά που είχα τρακ ήταν όταν τραγούδησα για τον Πάπα, και αυτό επειδή δεν είχα μάθει καλά τα λόγια του τραγουδιού».
– Σας ευχαριστώ πολύ.
«Και εγώ σας ευχαριστώ. Μου άρεσε πάρα πολύ αυτή η συνέντευξη. Ηταν εντελώς διαφορετική απ’ όλες όσες έχω δώσει ως τώρα».
Η Σάρλοτ Τσερτς θα εμφανισθεί την Παρασκευή 8 Μαρτίου στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (τηλ. 010 7282.333).



