Η Σίντσου, στο βορειοδυτικό άκρο της Ταϊβάν, είναι μια συμπαθής παράκτια πόλη 476.000 κατοίκων. Σε απόσταση σχεδόν 90 χιλιομέτρων από την πρωτεύουσα του νησιού, Ταϊπέι, παρουσιάζει τη γνώριμη μεικτή όψη παραδοσιακών ναών, κτιρίων αποικιακού ρυθμού και μοντερνιστικών ουρανοξυστών που απαντάται συχνά στην Απω Ανατολή.
Σαν το Σικάγο, αποκαλείται με το χαϊδευτικό «πόλη των ανέμων» – γιατί οι βορειοανατολικοί φθινοπωρινοί και χειμερινοί μουσώνες δεν είναι πολύ επιεικείς απέναντί της. Ηταν παλαιότερα διάσημη για τις ψαροκροκέτες της.
Ως τη στιγμή που, το 1980, η τότε κυβέρνηση θέσπισε μια βιομηχανική ζώνη υψηλής τεχνολογίας, το «Επιστημονικό Πάρκο Σίντσου». Σήμερα είναι γνωστή ως «Σίλικον Βάλεϊ της Ταϊβάν» και αποτελεί το παγκόσμιο επίκεντρο της κατασκευής ημιαγωγών και επεξεργαστών, του βασικότερου στοιχείου έξυπνων κινητών, εγκεφάλων αυτοκινήτων, ηλεκτρονικών υπολογιστών, συστοιχιών Tεχνητής Νοημοσύνης.
Το 90% της τρέχουσας παραγωγής μικροτσίπ αιχμής προέρχεται από την Ταϊβάν, σε μεγάλη πλειονότητα από την εταιρεία TSMC (Taiwan Semiconductor Manufacturing Company) στη Σίντσου. Στον παλιό καλό καιρό της παγκοσμιοποίησης, η υπερσυγκέντρωση αυτή δεν ενοχλούσε κανέναν. Στην κακοκαιρία της ριζικής διεθνούς αβεβαιότητας του 21ου αιώνα εξελίσσεται σε εφιάλτη.
Για την Κίνα, η Ταϊβάν είναι η «χαμένη επαρχία» όπου κατέφυγαν οι ηττημένοι στον Κινεζικό Εμφύλιο Πόλεμο εθνικιστές στα τέλη του 1949. Η μεταπολεμική προστασία των ΗΠΑ αναχαιτίζει ως τώρα την εκπεφρασμένη πρόθεσή της να «επανενωθεί» με τη νησιωτική χώρα.
Αν, όμως, ο Σι Τζινπίνγκ αποφάσιζε να τη διεκδικήσει στρατιωτικά, η διακοπή της ροής των επεξεργαστών θα προξενούσε ένα διεθνές σοκ μπροστά στο οποίο το τωρινό πετρελαϊκό εξαιτίας του πολέμου στο Ιράν θα ωχριούσε: το Bloomberg Economics εκτιμούσε πρόσφατα το ύψος του σε 10 τρισεκατομμύρια δολάρια, ικανό να βυθίσει την παγκόσμια οικονομία σε μια ύφεση μεγαλύτερη από εκείνη του 2008. Εξ ου και Αμερική και Ευρωπαϊκή Ενωση έχουν επιδοθεί τα τελευταία χρόνια σε έναν αγώνα δρόμου αναζητώντας την Εδέμ της επεξεργαστικής αυτονομίας.
Το σενάριο που παρουσίασε τον Μάρτιο του 2021 ο τότε ναύαρχος Φίλιπ Ντέιβιντσον στην Επιτροπή Ενόπλων Δυνάμεων της αμερικανικής Γερουσίας δεν είχε ποτέ εκφραστεί ανοικτά ενώπιον του Κογκρέσου. Σύμφωνα με αυτό, οι στρατιωτικές δυνάμεις της Κίνας ήταν πιθανόν εντός εξαετίας, έως το 2027, να επιδιώξουν την κατάληψη της Ταϊβάν.
Αν και η εκτίμηση θεωρείται υπερβολική, προκάλεσε τις ανατριχίλες της πολιτικής ηγεσίας σε σημείο ώστε ο Λευκός Οίκος του Τζο Μπάιντεν να σπεύσει το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς να συγκαλέσει μια κλειστή σύσκεψη με τους επικεφαλής της αμερικανικής βιομηχανίας ημιαγωγών προκειμένου να τους πείσει να επαναπατρίσουν τις εκεί δραστηριότητές τους.
Κατά τον Τριπ Μικλ, ο οποίος παρουσίασε στους «New York Times» της 24ης Φεβρουαρίου ένα εμπεριστατωμένο άρθρο βασισμένο σε έγγραφα, επιτόπια έρευνα και περισσότερες από 60 συνεντεύξεις με παράγοντες της κυβέρνησης και του χώρου της τεχνολογίας, CEO όπως ο τότε επικεφαλής της Intel Πατ Γκέλσινγκερ, φάνηκαν δύσπιστοι: γιατί ο Σι Τζινπίνγκ να ρισκάρει μια κίνηση που θα ζημίωνε και την ίδια την κινεζική οικονομία; Fast forward δύο χρόνια μετά, τον Ιούλιο του 2023, όταν ο Τιμ Κουκ της Apple, ο Τζένσεν Χουάνγκ της Nvidia, η Λίσα Σου της AMD και ο Κριστιάνο Αμόν της Qualcomm, βρέθηκαν σε μια αίθουσα της Σίλικον Βάλεϊ να ενημερώνονται για τον ίδιο κίνδυνο από τον τότε διευθυντή της CIA Γουίλιαμ Τζ. Μπερνς και την τότε επικεφαλής της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών Αβρίλ Χέινς.
Στον απόηχο της εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022, μιας κίνησης που αγνοούσε οποιαδήποτε οικονομικά δεδομένα, ήταν πολύ πιο δεκτικοί – ο Κουκ δήλωσε στους αξιωματούχους της κυβέρνησης ότι κοιμόταν πια «με το ένα μάτι ανοιχτό». Πιθανώς να είχε υπόψη του τα συμπεράσματα της εμπιστευτικής έκθεσης της Ενωσης Βιομηχανίας Ημιαγωγών (SIA) του 2022 που είχε τεθεί σε γνώση των μελών της, από την οποία προέκυπτε ότι η διαταραχή της ροής επεξεργαστών θα σήμαινε τη χειρότερη κρίση μετά το 1929 – το αμερικανικό ΑΕΠ θα έπεφτε κατά 11%, ποσοστό διπλάσιο από εκείνο της κρίσης του 2008, το κινεζικό θα περικοπτόταν ακόμη περισσότερο, κατά 16%.
Με τη διαφορά, σημείωνε την 1η Απριλίου στους «Financial Times» ο Εϊκ Φρέιμαν, ερευνητής του Πανεπιστημίου Στάνφορντ, ότι η Κίνα εδώ και χρόνια συγκροτεί μια «σκιώδη οικονομία-φρούριο» συγκεντρώνοντας τεράστια αποθέματα πετρελαίου, επεξεργαστών, σίτου και άλλων εμπορευμάτων κομβικού χαρακτήρα ως μέτρο προφύλαξης από περιστάσεις συστημικής αστάθειας.
Με «έμπνευση» από τα Στενά του Ορμούζ
Σε αντίθεση με τα ενδεχόμενα απόβασης που επεξεργάζεται ο αμερικανικός στρατός, ο Εϊκ Φρέιμαν γράφει ότι η Κίνα θα μπορούσε άνετα (και πιο ανέξοδα) να μιμηθεί το κλείσιμο από το Ιράν των στενών του Ορμούζ, από όπου περνά το 20% της παγκόσμιας πετρελαϊκής παραγωγής: «Το Πεκίνο θα διακήρυττε το δικαίωμά του να ελέγχει την πρόσβαση στο νησί.
Η Κίνα θα διατράνωνε την αποφασιστικότητά της εκτοξεύοντας πυραύλους και ορίζοντας “ζώνες αποκλεισμού”». Στρατηγικά αποθέματα επεξεργαστών δεν υπάρχουν ούτε και αντίστοιχο του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA), τα μέλη του οποίου απελευθέρωσαν στις 11 Μαρτίου 400 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου από τις δικές τους δεξαμενές ως μέτρο προσωρινής διεθνούς διευκόλυνσης.
Στο σενάριο του αποκλεισμού της Ταϊβάν, οι ΗΠΑ θα έρχονταν αντιμέτωπες με το δίλημμα της συνθηκολόγησης ή της κλιμάκωσης, ενώ θα εξελισσόταν ένα «σοκ των μικροτσίπ» και η απειλή της μετάδοσης στις κεφαλαιαγορές και της συνακόλουθης παγκόσμιας ύφεσης θα αυξανόταν εκθετικά στο παρασκήνιο. Για τον Φρέιμαν, η εναλλακτική λύση είναι προφανής: η Δύση χρειάζεται δική της μεθοδευμένη επιμελητεία, σχέδιο διαχείρισης κρίσης και, κυρίως, επεξεργαστές στις αποθήκες της.
Ομως, η ανισορροπία της βιομηχανίας των ημιαγωγών είναι μικρογραφία του βασικού ελαττώματος της παγκοσμιοποίησης. Ναι, ασυζητητί, χάρη στη δυνατότητα εκμετάλλευσης των διαφορών του εργατικού δυναμικού ανά τον πλανήτη, η παραγωγή μπορεί να αποδώσει μαζικά φθηνά προϊόντα.
Στην Ταϊβάν, ας πούμε, όπου ο τομέας των μικροεπεξεργαστών καλλιεργήθηκε επιμελώς και διορατικά επί σχεδόν 50 χρόνια, αυτή επωφελείται από το υψηλό μορφωτικό επίπεδο των εργαζόμενων σε συνδυασμό με λίαν ικανοποιητικές αμοιβές.
Τι γίνεται, ωστόσο, αν η υπεροχή του χαμηλού κόστους οδηγήσει σε μονοπώλιο ή αν θελήσει κανείς να ανακατευθύνει μέρος της κατασκευαστικής αλυσίδας, όπως επιθυμούν πλέον οι ΗΠΑ; Αντιλαμβάνεται ότι το εγχώριο τίμημα των υλικών, της εργασίας και της αδειοδότησης έχει ως αποτέλεσμα μικροτσίπ ακριβότερα κατά 25%. Και βρίσκεται αντιμέτωπος με την απροθυμία των μεγάλων εταιρειών να αποχωριστούν τα ωραία τους κέρδη.
Οι τριγωνικές διαπραγματεύσεις της τελευταίας πενταετίας μεταξύ Τζο Μπάιντεν και Ντόναλντ Τραμπ, των αμερικανικών κολοσσών Nvidia, Intel, Apple και της μονοπωλιακής σχεδόν TSMC είναι ένας λαβύρινθος – ενίοτε ψυχαγωγικός, πάντοτε δαιδαλώδης.
Επί Μπάιντεν, το υπουργείο Εμπορίου δοκίμασε να διαμορφώσει ένα σχήμα συνεργασίας στο οποίο η TSMC θα έχτιζε εργοστάσια στις ΗΠΑ και οι άλλες εταιρείες θα δεσμεύονταν για τις παραγγελίες τους σε αυτά προκειμένου να καλυφθούν τα λειτουργικά κόστη της επένδυσης.
Οι πιστώσεις που θεωρητικά θα δρομολογούνταν ήταν ιλιγγιώδεις: 50 δισεκατομμύρια δολάρια από την TSMC για τρία εργοστάσια στην Αριζόνα, έως 100 δισεκατομμύρια από την Intel για εγκαταστάσεις στην Αριζόνα και το Οχάιο, 45 δισεκατομμύρια από τη Samsung για δύο συμπλέγματα στο Τέξας.
Τον Αύγουστο του 2022 ψηφίστηκε από το Κογκρέσο ο νόμος CHIPS and Science, προβλέποντας συνολικά 52,7 δισεκατομμύρια σε κρατικές δαπάνες για ημιαγωγούς, από τα οποία τα 39 σε βιομηχανικές επιδοτήσεις. Στόχος ήταν ο διπλασιασμός της αμερικανικής συμμετοχής στην παγκόσμια αγορά από 10% σε 20% έως το 2030. Ωστόσο, τα προβλήματα συσσωρεύθηκαν ευθύς εξαρχής.
Η αύξηση του εκτιμώμενου κόστους παραγωγής λόγω της μεταφοράς από την Ταϊβάν στις ΗΠΑ μείωσε τις παραγγελίες. Ως αποτέλεσμα, η ανοικοδόμηση των εργοστασίων της TSMC άρχισε να καθυστερεί. Η φήμη της Intel ως προς την ποιότητα των προϊόντων της δεν είναι πια αυτή που ήταν πριν από 25 χρόνια, όταν κυριαρχούσε με τους πρώτους Pentium. Ως αποτέλεσμα, δυσκολευόταν να συγκεντρώσει τα απαιτούμενα κονδύλια. Η ράθυμη ανταπόκριση της αγοράς έπληξε και τη Samsung, η οποία έχασε τις προθεσμίες για τις επιδοτήσεις του νόμου CHIPS. Και μετά ενέσκηψε ο Ντόναλντ Τραμπ.
Ο νέος POTUS και η εύθραυστη διπλωματική ισορροπία
Ο 47ος πρόεδρος, αφού κατήγγειλε χωρίς πολλές περιστροφές τον νόμο του προκατόχου του, βρήκε άμεσα τη λύση. Λεγόταν «δασμοί». Με το συγκεκριμένο βέλος στη φαρέτρα του, ο νέος υπουργός Εμπορίου, Χάουαρντ Λάτνικ, επιχείρησε να πετύχει με έναν σμπάρο δυο τρυγόνια: τι προτιμούσε η TSMC αντί να μπλέξει με τη δασμολόγηση του προϊόντος της, να επενδύσει στην Intel ή να χτίσει περισσότερα εργοστάσια στις ΗΠΑ;
Τον Φεβρουάριο του 2025, ο Τσε-τσια Γουέι, CEO της TSMC, συνθηκολόγησε – προκειμένου να αποφύγει να εμπλακεί με μια προβληματική επιχείρηση, θα πρόσθετε άλλα 100 δισεκατομμύρια δολάρια και τέσσερα επιπλέον εργοστάσια. Ναι, αλλά αυτή την Intel ποιος θα έπρεπε να την πάρει; Ακούγεται ειρωνικό, αλλά στον παράδεισο της ιδιωτικής πρωτοβουλίας η απάντηση ήταν «το κράτος».
Τον Αύγουστο του 2025, ο Τραμπ έπεισε τον νέο διευθύνοντα σύμβουλό της, Λιπ-Μπου Ταν, να εκχωρήσει το 10% των μετοχών της στο αμερικανικό Δημόσιο αντί των 8,9 δισ. δολαρίων που προέβλεπε η επιχορήγηση του νόμου CHIPS. Ακολούθησε ένα προξενιό του Λάτνικ μεταξύ Intel και Nvidia, χάρη στο οποίο εξασφαλίστηκαν άλλα 5 δισεκατομμύρια και η συμπαραγωγή επεξεργαστών.
Τον Ιούλιο του 2025, η Samsung είχε ανακοινώσει ότι βρήκε πελάτη για τα δικά της εργοστάσια στο Τέξας, την Tesla του Ιλον Μασκ. Κάποια στιγμή μέσα στο καλοκαίρι ήταν η σειρά του Τιμ Κουκ της Apple να περάσει από τον Λευκό Οίκο και να υποσχεθεί 100 δισεκατομμύρια για τη βιομηχανία μικροτσίπ στις ΗΠΑ με αποδέκτες την TSMC και άλλους κατασκευαστές. Εγκαιρα, γιατί τον Σεπτέμβριο ο Λάτνικ εμφανίστηκε ενώπιον της ηγεσίας της Ενωσης Βιομηχανίας Ημιαγωγών και απείλησε τους πάντες με δασμούς 100%, εκτός αν αγόραζαν το 50% των επεξεργαστών τους από εγχώρια εργοστάσια. Η TSMC έσπευσε να δηλώσει ότι θα χτίσει άλλα πέντε στην Αριζόνα…
Σε σύγκριση με όλα τα παραπάνω, το πρόγραμμα της Ευρωπαϊκής Ενωσης είναι μια όαση (γραφειοκρατικής) σαφήνειας. Σύμφωνα με την ειδική έκθεση εντεταλμένων εμπειρογνωμόνων της ΕΕ από τον Δεκέμβριο του 2025, η αντίστοιχη νομοθεσία που πέρασε από το Ευρωκοινοβούλιο τον Φεβρουάριο του 2022 στοχεύει στην επένδυση 86 δισεκατομμυρίων ευρώ κατανεμημένων κατά το ήμισυ μεταξύ κοινοτικών κονδυλίων και ιδιωτικών κεφαλαίων έως το 2030.
Φιλοδοξία ήταν η άνοδος του ποσοστού των ευρωπαϊκής προέλευσης επεξεργαστών από το 9% της παγκόσμιας αγοράς το 2020 σε 20% στο τέλος της δεκαετίας. Κατά την επιτροπή, αν και οργανωτικά η πρωτοβουλία προχωρά, πάσχει στο σκέλος των κατασκευαστικών δυνατοτήτων. Με τις τωρινές προβλέψεις, χωρίς διορθωτικές κινήσεις, θα αποφέρει μόνο μια μικρή άνοδο της τάξης του 2,7%. Παραδοσιακά, άλλωστε, η Ευρώπη προτιμά τη μέθοδο δοκιμής και πλάνης.
Στο μεταξύ, σε μια πράξη προβολής ισχύος στα τέλη του περασμένου Δεκεμβρίου, η Κίνα διοργάνωσε τη μεγάλη άσκηση «Αποστολή Δικαιοσύνης 2025» με τη συμμετοχή στρατού ξηράς, ναυτικών, αεροπορικών και πυραυλικών δυνάμεων σε επιχειρησιακές ζώνες ολόγυρα της Ταϊβάν.
Δύο μήνες αργότερα ήταν η σειρά μονάδων των Ηνωμένων Πολιτειών, της Ιαπωνίας και των Φιλιππίνων να αναπτυχθούν στη θάλασσα της Νότιας Κίνας, στο πλαίσιο της «Πολυμερούς Θαλάσσιας Δράσης Συνεργασίας» (Multilateral Maritime Cooperative Activity). Ενδεικτική της εύθραυστης ισορροπίας, η άμεση απάντηση των ΗΠΑ δικαιώνει την πρακτική της ταϊβανέζικης κυβέρνησης η οποία σιωπηρά, διακριτικά, προσεκτικά, φρενάρει την έξοδο των ημιαγωγών προς την Αμερική για λόγους αυτοπροστασίας.
Οπως χαρακτηριστικά έλεγε στον «Guardian» τον Ιούλιο του 2024 ο πολιτικός επιστήμονας της Rand Corporation, Ρέιμοντ Κουο, μια μετατόπιση της βιομηχανίας θα σήμαινε «μικρότερη προθυμία να υπερασπιστούν τη χώρα. Γιατί να το κάνουν αν μπορούν απλώς να αλλάξουν προμηθευτή;».
Πίσω ωστόσο από όλες αυτές τις διπλωματικές κινήσεις, τις ίντριγκες, τις σκιαμαχίες, υπάρχει μια κρίσιμη λεπτομέρεια που ο Τριπ Μικλ των «New York Times» αποκαλύπτει στην κατακλείδα της έρευνάς του: τα εργοστάσια της TSMC στις ΗΠΑ μπορεί να παράγουν μικροτσίπ ΑΙ τεχνολογίας αιχμής, αλλά για την τελική τους επεξεργασία αυτά θα επιστρέφουν στην Ταϊβάν. Η ασπίδα των ημιαγωγών παραμένει στη θέση της.







