Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Υπάρχει ο καπιταλισμός της ελεύθερης αγοράς και ο κρατικός καπιταλισμός. Τώρα υπάρχει και ο «καπιταλισμός Τραμπ». Τους τελευταίους μήνες, ο πρόεδρος έχει επεκτείνει την επιρροή του στον αμερικανικό επιχειρηματικό κόσμο με ανορθόδοξους – και για πολλούς επιχειρηματικούς ηγέτες, ανησυχητικούς – τρόπους: από απαιτήσεις για πλαφόν στα επιτόκια των πιστωτικών καρτών έως συμφωνίες μέσω των οποίων το Δημόσιο αποκτά μερίδια σε ιδιωτικές επιχειρήσεις.

Ορισμένα στελέχη επιχειρήσεων ανησυχούν τόσο πολύ μήπως ο Τραμπ ζητήσει συμμετοχή στις εταιρείες τους ώστε προετοιμάζονται για συναντήσεις στο Οβάλ Γραφείο κάνοντας πρόβες για το πώς θα μπορούσαν να αποτρέψουν μια τέτοια κίνηση από τον πρόεδρο, σύμφωνα με λομπίστες που συμμετείχαν στις σχετικές προετοιμασίες.

«Eθνική πρωταθλήτρια»

Αλλοι, αντιθέτως, αντιμετωπίζουν θετικά το ενδιαφέρον του Τραμπ. Ο διευθύνων σύμβουλος της United Airlines Σκοτ Κίρμπι προσέγγισε τον πρόεδρο με την ιδέα δημιουργίας μιας «εθνικής πρωταθλήτριας» αεροπορικής εταιρείας. Η United ζήτησε άδεια για συγχώνευση με την American Airlines, ενώ συνεργάτες του Τραμπ συζήτησαν ακόμη και το ενδεχόμενο κρατικής συμμετοχής στη νέα εταιρεία. Τελικά, ο Τραμπ δήλωσε ότι δεν υποστήριζε τη συγχώνευση και η προσπάθεια εγκαταλείφθηκε.

Η κυβέρνηση συζήτησε επίσης με τη Spirit Airlines τη χορήγηση δανείου έως 500 εκατ. δολαρίων με αντάλλαγμα warrants που θα έδιναν στο αμερικανικό Δημόσιο σημαντικό ποσοστό στην εταιρεία. Οταν η Spirit προσέφερε το 80% ως αντάλλαγμα για τη διάσωση, ο Τραμπ φέρεται να ζήτησε το 90%. Ωστόσο, οι ομολογιούχοι της εταιρείας αντέδρασαν και η συμφωνία κατέρρευσε.

Αξιωματούχοι της κυβέρνησης ενισχύουν την τάση του προέδρου να επεκτείνει την επιρροή και τον έλεγχο της ομάδας του στον ιδιωτικό τομέα. Η κυβέρνηση Τραμπ έχει ανακοινώσει επενδυτικές συμμετοχές σε τουλάχιστον δέκα εταιρείες, μεταξύ των οποίων ποσοστό 10% στην Intel και μια «χρυσή μετοχή» στη US Steel, που επιτρέπει στο κράτος να επηρεάζει κρίσιμες αποφάσεις.

«Βλέπουμε το κράτος να εμπλέκεται περισσότερο σε διαφορετικές πτυχές της οικονομίας, κάτι που αποτελεί στροφή από την παραδοσιακή ρεπουμπλικανική προσέγγιση του τελευταίου αιώνα» δήλωσε η Κέλι Αν Σο, πρώην σύμβουλος του Τραμπ.

Η κυβέρνηση απέκτησε επίσης σημαντικά ποσοστά σε εταιρείες κρίσιμων ορυκτών με στόχο να περιορίσει την κυριαρχία της Κίνας στις σπάνιες γαίες. «Η Κίνα ελέγχει το 70% της παραγωγής κρίσιμων ορυκτών και το 90% της επεξεργασίας» σημείωσε η Σο. «Αν αφήσουμε απλώς την αγορά να λειτουργήσει, δεν θα μπορέσουμε να απεξαρτηθούμε από την κινεζική κυριαρχία».

Ωστόσο, η προσέγγιση του Τραμπ ξεπερνά κατά πολύ τα ζητήματα εθνικής ασφάλειας, προκαλώντας ανησυχία σε μεγάλες αμερικανικές επιχειρήσεις που φοβούνται διεύρυνση της κρατικής επιρροής στους κλάδους τους.

Μετά την απόκτηση μεριδίου στην Intel, λομπίστες ανέφεραν ότι αρκετοί πελάτες τους ζητούσαν συμβουλές για το πώς θα έπρεπε να αντιδράσουν αν ο Τραμπ ζητούσε συμμετοχή και στις δικές τους εταιρείες. Το βασικό ερώτημα ήταν αν θα έπρεπε να προσφέρουν κάτι στην κυβέρνηση ή πώς θα μπορούσαν να αλλάξουν διακριτικά θέμα χωρίς να δημιουργηθούν τριβές.

Ο Λευκός Οίκος υπερασπίζεται την πολιτική αυτή, υποστηρίζοντας ότι οι προηγούμενες κυβερνήσεις αποδυνάμωσαν τη βιομηχανική βάση των ΗΠΑ και αύξησαν την εξάρτηση από ξένες εισαγωγές σε κρίσιμους τομείς.

Τον Δεκέμβριο, ο Τραμπ δήλωσε στη «Wall Street Journal»: «Οταν κάποιοι χρειάζονται κάτι, πιστεύω ότι πρέπει να παίρνουμε μερίδια σε εταιρείες. Μερικοί θα πουν ότι αυτό δεν ακούγεται πολύ αμερικανικό. Εγώ πιστεύω ότι είναι απολύτως αμερικανικό».

 

Στροφή αριστερά

Στελέχη του Λευκού Οίκου υποστηρίζουν ότι η οικονομική πολιτική του Τραμπ αντανακλά τη δυσαρέσκεια των ψηφοφόρων απέναντι στις μεγάλες επιχειρήσεις. Ορισμένες από τις παρεμβάσεις του φαίνεται ότι συνδέονται και με τις πολιτικές πιέσεις εν όψει των ενδιάμεσων εκλογών.

Η ομάδα του Τραμπ παρακολούθησε με προσοχή μια ομιλία της Δημοκρατικής γερουσιαστού Ελίζαμπεθ Γουόρεν, η οποία κατηγόρησε τον πρόεδρο ότι δεν προχωρά στην προεκλογική δέσμευσή του για πλαφόν στα επιτόκια των πιστωτικών καρτών. Λίγο αργότερα, ο ίδιος ο Τραμπ την κάλεσε τηλεφωνικά. Σύμφωνα με τη Γουόρεν, της είπε ότι τα επιτόκια είναι υπερβολικά υψηλά και ότι θα μπορούσαν να συνεργαστούν για να μειωθούν.

Η Γουόρεν δήλωσε αργότερα ότι η παραδοσιακή ρεπουμπλικανική αντίληψη της ελεύθερης αγοράς φαίνεται να καταρρέει. «Ο Ντόναλντ Τραμπ ίσως είναι ο πρώτος Ρεπουμπλικανός που το αντιλαμβάνεται» είπε χαρακτηριστικά.

Αντίστοιχες μετατοπίσεις εμφανίστηκαν και στη στεγαστική πολιτική. Αρχικά, η οικονομική ομάδα του Τραμπ συζητούσε με κατασκευαστές κατοικιών τρόπους μείωσης των κανονισμών για να περιοριστεί το κόστος. Μετά τις εκλογικές απώλειες των Ρεπουμπλικανών, όμως, η απορρύθμιση εγκαταλείφθηκε και ο Τραμπ προώθησε διαφορετικές πολιτικές, όπως περιορισμούς σε θεσμικούς επενδυτές τύπου Blackstone στην αγορά κατοικιών.

Παρόμοια ρητορική υιοθέτησε και στο ζήτημα της υγείας. Σε συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου κατηγόρησε τις ασφαλιστικές εταιρείες για την αύξηση του κόστους περίθαλψης και υποστήριξε ότι θέλει να τις καταστήσει «υπόλογες». Το νέο του πλαίσιο προβλέπει φτηνότερες ασφαλιστικές επιλογές και συμφωνίες τιμών με τις φαρμακευτικές εταιρείες.

«Πρόκειται για ένα πολύ διαφορετικό Ρεπουμπλικανικό Κόμμα και έναν πολύ διαφορετικό ηγέτη από αυτόν που είχαμε συνηθίσει τα τελευταία 50 χρόνια» δήλωσε η Σούζαν Κλαρκ, πρόεδρος του US Chamber of Commerce.

 

«Φρικτό, φρικτό»

Οι δυτικές οικονομίες ταλαντεύονται εδώ και δεκαετίες ανάμεσα στον κρατικό παρεμβατισμό και στην πιο φιλελεύθερη λογική της ελεύθερης αγοράς. Η Κίνα, αντίθετα, εξελίχθηκε σε οικονομική υπερδύναμη μέσα από ένα μοντέλο ισχυρού κρατικού ρόλου στον καπιταλισμό. Κατά τη διακυβέρνηση του Τζο Μπάιντεν, αρκετοί σύμβουλοι υποστήριζαν ότι οι ΗΠΑ έπρεπε να εγκαταλείψουν το μοντέλο της παγκοσμιοποίησης της δεκαετίας του 1990 και να στραφούν σε βιομηχανικές πολιτικές που θα αναζωογονούσαν τη μεταποίηση και θα μείωναν την εξάρτηση από ξένες αλυσίδες εφοδιασμού.

Αυτή η λογική οδήγησε στον νόμο «CHIPS and Science Act», που διοχέτευσε δισεκατομμύρια δολάρια στην εγχώρια παραγωγή ημιαγωγών. Ο Τραμπ είχε χαρακτηρίσει τον νόμο «φρικτό, φρικτό» δώρο προς τις επιχειρήσεις, όμως η κυβέρνησή του αξιοποίησε σε ορισμένες περιπτώσεις τα κονδύλια αυτά για να διαπραγματευθεί κρατικές συμμετοχές σε εταιρείες.

Η κυβέρνηση Μπάιντεν είχε εξετάσει ακόμη και τη δημιουργία αμερικανικού κρατικού επενδυτικού ταμείου για τη στήριξη εταιρειών στρατηγικής σημασίας, αν και η ιδέα δεν προχώρησε ποτέ.

Για τους συμμάχους του Τραμπ, η περίοδος Μπάιντεν άνοιξε τον δρόμο για έναν ισχυρότερο κρατικό ρόλο στην οικονομία. «Εχουμε περάσει έναν Ρουβίκωνα ως χώρα» δήλωσε η Σο. «Ωστόσο, η αμερικανική οικονομία παραμένει καπιταλιστική δημοκρατία και μιλάμε περισσότερο για παρεμβάσεις στα όρια του συστήματος παρά για συνολικό μετασχηματισμό του».

Συγκέντρωση εξουσίας

Οι επικριτές του Τραμπ, αντίθετα, υποστηρίζουν ότι ο πρόεδρος υιοθετεί μια μορφή κρατικού καπιταλισμού που ενισχύει υπέρμετρα την εκτελεστική εξουσία. Ο Ηλίας Αλάμι, καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ, εκτιμά ότι οι πολιτικές αυτές έχουν ως αποτέλεσμα τη συγκέντρωση περισσότερης εξουσίας στα χέρια του ίδιου του Τραμπ και του Λευκού Οίκου.

Χαρακτηριστική θεωρείται η περίπτωση της Intel. Ο Τραμπ ζήτησε πέρυσι την παραίτηση του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρείας Λιπ-Μπου Ταν μετά από δημοσιεύματα για τις επιχειρηματικές του σχέσεις με την Κίνα. Λίγες ημέρες αργότερα, ο Ταν συναντήθηκε με τον πρόεδρο στον Λευκό Οίκο και στη συνέχεια το υπουργείο Εμπορίου ανακοίνωσε ότι θα αποκτούσε ποσοστό 10% στην Intel έναντι 8,9 δισ. δολαρίων.

Ο πρώην σύμβουλος εθνικής ασφάλειας του Μπάιντεν, Τζέικ Σάλιβαν, προειδοποίησε ότι τέτοιες κινήσεις μπορεί να στρεβλώσουν τις αγορές και να ευνοήσουν «ημέτερους». Παραδέχθηκε ωστόσο ότι έχει διαμορφωθεί πλέον μια νέα διακομματική συναίνεση υπέρ της χρήσης βιομηχανικής πολιτικής για λόγους εθνικής ασφάλειας – ακόμη και εις βάρος της παραδοσιακής λογικής της ελεύθερης αγοράς.

«Βρισκόμαστε σε μια νέα πορεία» δήλωσε ο Σάλιβαν. «Η αμερικανική κυβέρνηση πρέπει να φέρει στο τραπέζι εργαλεία που η αγορά από μόνη της δεν μπορεί να προσφέρει».