Οι θεσμικοί «βαλλιστικοί πύραυλοι» που εκτοξεύονται το τελευταίο διάστημα έχουν δηλητηριάσει το δημόσιο κλίμα. Η τοξικότητα δεν αφορά απλά στα άκρα, προέρχεται από τον τρόπο άσκησης της εξουσίας. Και οι κίνδυνοι μπροστά μας είναι η αυξανόμενη πόλωση αλλά κυρίως η αποστασιοποίηση. Η αποχή. Η αίσθηση ότι η πολιτική δεν αφορά πια τους πολίτες.

Τίθενται πλέον ουσιαστικά ερωτήματα. Ποιος θα θελήσει να μπει στην πολιτική; Ποιος θα αναλάβει να γίνει βουλευτής σε ένα περιβάλλον διαρκούς απαξίωσης; Ποιος δημόσιος λειτουργός θα πάρει ευθύνη όταν βρίσκεται ανά πάσα στιγμή με την πλάτη στον τοίχο; Οταν οι θεσμοί αποδυναμώνονται, η συμμετοχή υποχωρεί και η δημοκρατία αδειάζει από περιεχόμενο.

Αντί για μια ουσιαστική συζήτηση, δόθηκε μια πρόχειρη απάντηση. Η πρόταση για «rotation» βουλευτών εμφανίστηκε ως λύση, χωρίς μελέτη, χωρίς διαδικασία, χωρίς θεσμική προετοιμασία. Ενα πολιτικό πυροτέχνημα που πέτυχε μόνο ένα πράγμα: να μετατοπίσει τη συζήτηση. Για δύο ημέρες μιλούσαμε για μια πρόταση-πυροτέχνημα, αντί να συζητούμε για ουσιαστικές λύσεις.

Ομως το πρόβλημα είναι βαθύτερο. Το πελατειακό σύστημα, οι τροπολογίες της νύχτας, οι απευθείας αναθέσεις, η αδιαφάνεια στη ροή του δημόσιου χρήματος, η καθημερινή μικρή και η μεγάλη στρέβλωση δεν αντιμετωπίζονται ούτε άμεσα ούτε ευκαιριακά. Ξεκινούν από τη δομή της εξουσίας: το πρωθυπουργοκεντρικό κράτος και κατ’ επέκταση στο αρχηγοκεντρικό κόμμα.

Το μοντέλο αυτό συγκεντρώνει την ισχύ σε έναν στενό πυρήνα γύρω από τον Πρωθυπουργό. Τα υπουργεία αποδυναμώνονται, η Βουλή λειτουργεί κατά παραγγελία, η διοίκηση φοβάται να αναλάβει ευθύνη. Το κράτος λειτουργεί με κεντρικές εντολές και όχι με θεσμικούς κανόνες, με αποτέλεσμα όλα να εξαρτώνται από ένα κέντρο αποφάσεων και από τις ισορροπίες γύρω του. Στη διοικητική επιστήμη, από τον Μαξ Βέμπερ έως τις σύγχρονες θεωρίες διακυβέρνησης, είναι σαφές ότι η υπερσυγκέντρωση εξουσίας μπορεί να δίνει ταχύτητα, αλλά αποδυναμώνει τη θεσμική αντοχή, τη λογοδοσία και τη σταθερότητα του συστήματος.

Γι’ αυτό το πρώτο και ουσιαστικό ζήτημα είναι η αποκατάσταση της θεσμικής ισορροπίας. Χρειάζεται ενίσχυση του εγγυητικού ρόλου του Προέδρου της Δημοκρατίας, όχι ως δεύτερου κέντρου εξουσίας, αλλά ως θεσμικής δικλίδας ασφαλείας. Ενός θεσμού που θα μπορεί, σε κρίσιμες στιγμές, να λειτουργεί ως σταθεροποιητικός παράγοντας, να υπενθυμίζει τα όρια της εξουσίας και να συμβάλλει στην ομαλή λειτουργία του πολιτεύματος. Σε ένα υπερσυγκεντρωτικό σύστημα, τα αντίβαρα δεν είναι πολυτέλεια. Είναι όρος δημοκρατίας.

Από εκεί και πέρα όλοι ξέρουμε τι πρέπει να γίνει αλλά θέλει τόλμη και ανάληψη προσωπικού κόστους. Ενίσχυση της λειτουργίας της Βουλής με ουσιαστικό έλεγχο. Επανεξέταση του εκλογικού συστήματος. Διοικητική μεταρρύθμιση με λίγα και ισχυρά υπουργεία. Ψηφιοποίηση του κράτους με διαλειτουργικά συστήματα, ώστε η διοίκηση να λειτουργεί με διαφάνεια, δεδομένα και αξιολόγηση. Επιλογή διοικήσεων οργανισμών με ανοιχτές διαδικασίες, θητεία και μετρήσιμους στόχους. Ολα αυτά συζητήθηκαν στο συνέδριο του ΠαΣοΚ αλλά άφησαν αδιάφορο τον δημόσιο διάλογο.

Σήμερα υπάρχει μια επικίνδυνη αίσθηση: σαν να πέρασε η μεγάλη κρίση και να μη μας άγγιξε. Σαν να ξεχάσαμε ότι η αποδυνάμωση των θεσμών υπήρξε βασική αιτία της. Η κρίση ξεκίνησε ως οικονομική, εξελίχθηκε σε πολιτική και κατέληξε σε κρίση εμπιστοσύνης. Σε λίγο δεν θα είναι το πρόβλημα ποιος κυβερνά, αλλά αν οι πολίτες πιστεύουν ακόμη στη δημοκρατία. Και γι’ αυτό η ευθύνη του Πρωθυπουργού είναι πολύ μεγάλη: γιατί σε αυτά τα επτά χρόνια δεν έγινε ουσιαστική προσπάθεια ανάταξης αυτής της εμπιστοσύνης.

Η κυρία Αννα Διαμαντοπούλου είναι πρόεδρος του Δικτύου, πρ. επίτροπος ΕΕ, πρ. υπουργός, μέλος ΚΠΕ ΠαΣοΚ-ΚΙΝΑΛ.