Αν κάτι χαρακτηρίζει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο την ελληνική πολιτική σκηνή, είναι ο συμψηφισμός. Το «ναι, μάλιστα, συνέβη κάτι, αλλά κι εσείς που μας κατηγορείτε δεν ήσασταν αθώοι, ούτε καν καλύτεροι». Το βλέπουμε επί καθημερινής βάσεως να συμβαίνει, και αν δίνεται η εντύπωση πως είναι η κυβέρνηση αυτή που σέρνει τον χορό είναι διότι αυτή την περίοδο εκείνη βρίσκεται με την πλάτη στον τοίχο. Συνεχώς εγκαλούμενη, πότε για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, πότε για τις υποκλοπές και πότε για αστείες ιστορίες, όπως αυτή με τα «πτυχιακά» ανδραγαθήματα του πρώην υφυπουργού Μακ. Λαζαρίδη.
Και ποια είναι η αντίδρασή της; Ενας διαρκής συμψηφισμός με ό,τι έχει συμβεί ή υποτίθεται ότι έχει συμβεί κατά το παρελθόν. Ο Λαζαρίδης δεν είχε πτυχίο, αλλά ούτε και ο Λαλιώτης είχε!
Στο καθετοποιημένο «γαλάζιο» σκάνδαλο της λεηλάτησης των κοινοτικών και εθνικών επιδοτήσεων, όπου, διαπιστωμένα, λειτούργησε ένα ολόκληρο κύκλωμα (υπουργοί, υφυπουργοί, βουλευτές, κομματικά στελέχη) προκειμένου να λεηλατήσει τον ΟΠΕΚΕΠΕ ο κομματικός στρατός-πελατεία, η απάντηση δεν ήταν ότι όλοι αυτοί θα οδηγηθούν στη Δικαιοσύνη, θα δημευτούν τα περιουσιακά τους στοιχεία και θα κοπούν από τις λίστες του κόμματος όσοι πολιτικοί ενεπλάκησαν. Ούτε ότι η πολιτεία θα κινηθεί ταχύτατα να κλείσει κάθε χαραμάδα που επέτρεψε τα δράσει η γαλάζια ακρίδα. Οχι!
Η απάντηση ήταν οι προ 15ετίας και βάλε δηλώσεις του Θ. Πάγκαλου, μια κουμπαριά του προέδρου του ΠαΣοΚ Ν. Ανδρουλάκη και βαθιές βουτιές στο παρελθόν, από την ίδρυση του ΟΠΕΚΕΠΕ, προκειμένου να αποδειχθεί σε μια κοινωνία που χάσκει με το στόμα ανοιχτό ότι «είμαστε κι εμείς, αλλά ήταν κι αυτοί», επειδή «μην το ψάχνετε, όλοι ίδιοι είμαστε εν τέλει!».
Στο ίδιο σκάνδαλο, το πρόβλημα δεν είναι ο σφιχτός εναγκαλισμός του κόμματος στο κράτος και η οργάνωση συμμοριών για τη λεηλασία των κονδυλίων. Το πρόβλημα είναι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, η οποία εξυπηρετεί πολιτικά παιχνίδια. Μπορεί στην Ευρώπη να εντοπίζει σκάνδαλα, να σχηματίζει δικογραφίες και να τις αποστέλλει στη Δικαιοσύνη, όχι όμως για την Ελλάδα. Εδώ ο Πρωθυπουργός είναι υπέρ της fast track διαδικασίας. Μια κι έξω οι διώξεις, για να μπορέσουμε να κάνουμε έναν συνολικό συμψηφισμό με τους άλλους, του ΠαΣοΚ και του ΣΥΡΙΖΑ, να τελειώνουμε. Οχι δόσεις, διότι διαχέεται το μήνυμά μας.
Απίθανα πράγματα, και ακόμη χειρότερες πρακτικές. Στην ανοιχτή κόντρα που ξέσπασε για αυτό το θέμα μεταξύ του υπουργού Υγείας Αδ. Γεωργιάδη και του ΠαΣοΚ, που τον επέκρινε σκληρά για τις επιθέσεις του στην εδώ εκπρόσωπο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας Π. Παπανδρέου, η απάντηση ήταν μονότονα η ίδια: Είστε υποκριτές, διότι προ 12 ετών το ΠαΣοΚ είχε επικρίνει και εκείνο την κυρία Παπανδρέου όταν απέστειλε στη Βουλή, ως μη όφειλε, δικογραφία για τα υποβρύχια που δήθεν έγερναν, και έπρεπε να ξεκινήσει διαδικασία κατά του προέδρου του κόμματος τότε, Ευ. Βενιζέλου, και του υπουργού Οικονομικών στην κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου, Γ. Παπακωνσταντίνου.
Οχι ότι πρέπει να προστατευθεί ο θεσμός και επίσης να παραμείνει στο απυρόβλητο της πολιτικής αντιπαράθεσης η κυρία εισαγγελέας. Διότι το κύριο, και σε αυτή την περίπτωση, είναι να περάσει το μήνυμα του «εσείς δεν δικαιούστε να ομιλείτε διότι κάνατε τα ίδια. Ή και χειρότερα».
Στο σκάνδαλο των υποκλοπών, βαρύ και βαθύ, πλήγμα κατά των θεσμών της χώρας, φτάσαμε στο επίπεδο της γελοιότητας, ο σοβαρός πρωθυπουργός της χώρας να υποδύεται πως δεν γνωρίζει το όνομα του απόστρατου ισραηλινού συνταγματάρχη ο οποίος τον εκβιάζει ανοιχτά. «Αυτός ο Ντίλιαν ή Ντίλαν, δεν ξέρω πώς τον λένε» διερωτήθηκε από το βήμα της Βουλής, ευτελίζοντας κάθε σοβαρότητα που είχε ένα θέμα για το οποίο θα έπρεπε να είχε σημάνει ο ίδιος κόκκινο συναγερμό. Ξένοι πράκτορες, μέλη ενός παρακρατικού μηχανισμού, παρακολουθούσαν πολιτικούς, δημοσιογράφους, την ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων της χώρας, το μισό Υπουργικό Συμβούλιο, κι εκείνος, τάχα μου, δεν ήξερε ούτε το όνομα αυτού που έφερε στην Ελλάδα το κατασκοπευτικό λογισμικό με το οποίο έγιναν όλα αυτά.
Ταυτόχρονα ο επικοινωνιακός μηχανισμός που χρησιμοποιεί μας γύρισε τέσσερις δεκαετίες πίσω, για να μας θυμίσει την περίοδο Τόμπρα στον ΟΤΕ, παρακάμπτοντας τις υποκλοπές Γρυλλάκη – Μαυρίκη επί κυβερνήσεως πατρός Μητσοτάκη. Γιατί το έκανε αυτό; Διότι κινήθηκε πάλι στη «γραμμή» του «όλοι ίδιοι είμαστε». Προφανώς κατ’ εντολήν. Αντί να παρθούν άμεσα όλα εκείνα τα μέτρα τα οποία θα αποτρέψουν στο μέλλον τη δράση μηχανισμών όπως ο συγκεκριμένος του Predator.
Ναι, αλλά έτσι, με συμψηφισμούς και αναγωγές σε ένα παρελθόν το οποίο η χώρα έχει αφήσει πίσω της εδώ και δεκαετίες, δεν πάει πουθενά το πράγμα. Θα μείνει καρφωμένο στη μιζέρια και την οπισθοδρόμηση. Στον λαϊκισμό και την απαξίωση των δημοκρατικών θεσμών. Στον μιθριδατισμό του «έλα μωρέ, όλοι ίδιοι είναι!» Αλήθεια, ποιος θέλει μια τέτοια χώρα;



