Η συζήτηση της περασμένης Πέμπτης στη Βουλή δεν άφησε πολλά περιθώρια παρερμηνειών. Ούτε για την πραγματικότητα της πολιτικής ζωής της χώρας ούτε για τις αναπόφευκτες εξελίξεις που δημιουργεί η πιστοποίηση ότι για ένα μεγάλο διάστημα ως τις εκλογές, και πιθανότατα και μετά από αυτές, η χώρα θα πορεύεται μέσα σε ένα διαρκές κλίμα σκανδαλολογίας, και ό,τι νοσηρό παράγει αυτή. Πόλωση, τοξικότητα, διχασμό.

Και ποια θα είναι η μεγάλη εικόνα; Από τη μια πλευρά θα υπάρχει η κυβέρνηση και ο μιντιακός μηχανισμός που τη στηρίζει και σε μεγάλο βαθμό συντηρεί την τοξικότητα στην πολιτική ζωή, κι από την άλλη η αντιπολίτευση, η οποία θα εναλλάσσει τον πολιτικό της λόγο μεταξύ λαϊκισμού και καταγγελιών.

Πόσο μακριά μπορεί να πάει όλο αυτό, είναι βέβαια δύσκολο να το προβλέψει κανείς με ακρίβεια. Και κατά το παρελθόν έχει συμβεί, και η διάρκειά του καταγράφηκε από μερικούς μήνες έως μερικά χρόνια. Υπό την έννοια αυτή, καμία πρόβλεψη δεν είναι ασφαλής.

Η κυβέρνηση μπορεί να δέχεται συνεχώς πλήγματα για ένα πλήθος αποδεδειγμένων αλλά και αθέατων στο ευρύ κοινό σκανδάλων, ωστόσο δεν φαίνεται να κλονίζεται τόσο ώστε να εξαναγκαστεί να οδηγήσει άμεσα τη χώρα σε εκλογές. Η αντιπολίτευση από την άλλη πλευρά, οδηγείται στην υπερεκμετάλλευση των αποδεδειγμένων σκανδάλων, προσθέτει μεγάλες δόσεις λαϊκισμού, και με έναν τρόπο προκαλεί στο εκλογικό σώμα σκεπτικισμό και επιφυλάξεις.

Το αδιέξοδο μοιάζει τέλειο, και προφανώς ωφελεί τον κ. Μητσοτάκη και την κυβέρνησή του. Το τεράστιο σκάνδαλο στον ΟΠΕΚΕΠΕ δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια οργανωμένη επιχείρηση λεηλασίας των κοινοτικών και των εθνικών επιδοτήσεων, στην οποία έλαβαν μέρος κορυφαίοι υπουργοί, στελέχη του κρατικού μηχανισμού, βουλευτές, κομματικά στελέχη και μέλη της εκλογικής της πελατείας. Ομως η υπερεκμετάλλευση και οι αντιπολιτευτικές υπερβολές, της έδωσαν την ευκαιρία να επιχειρήσει ισοπεδωτικούς συμψηφισμούς, και μέσα από αυτή τη διαδικασία να περιορίσει στο ελάχιστο δυνατό την πολιτική της ζημία.

Στο σκάνδαλο των υποκλοπών, όπως αποδείχθηκε και στην εκρηκτική συζήτηση της Πέμπτης, η βοήθεια της ηγεσίας της Δικαιοσύνης υπήρξε καταλυτική: η κυβέρνηση φόρτωσε το σκάνδαλο σε τέσσερις «ιδιώτες» και έτσι έμεινε στο απυρόβλητο το Μέγαρο Μαξίμου, για λογαριασμό του οποίου κατά τα φαινόμενα έδρασε ο παρακρατικός μηχανισμός. Η ζημία και εδώ ήταν ελάχιστη, για ένα ζήτημα που λογικά θα έπρεπε να εξεγείρει τις συνειδήσεις ενός σημαντικού αριθμού ψηφοφόρων του κ. Μητσοτάκη, προερχομένων από το δημοκρατικό Κέντρο.

Στο δυστύχημα των Τεμπών οι προφανείς ευθύνες για την κατάσταση των σιδηροδρόμων γενικά, και η αδυναμία της κυβέρνησης (για την ακρίβεια και αυτής της κυβέρνησης) να εξαναγκάσει τα εργολαβικά σχήματα που είχαν αναλάβει την κατασκευή του έργου της τηλεδιοίκησης να το ολοκληρώσουν το συντομότερο δυνατό, «κρύφτηκαν» πίσω από τις γελοιότητες περί ξυλολίου, μπαζωμάτων και ευθυνών υπηρεσιακών παραγόντων. Και εδώ, παρά τις αρχικές απώλειες, όσο περνάει ο καιρός, και με τη βοήθεια μερίδας της αντιπολίτευσης που επιδόθηκε σε ακραίες κινήσεις, όπως και η έκθεση ορισμένων συγγενών θυμάτων του δυστυχήματος που γοητεύτηκαν από την πολιτική, έδωσαν την ευκαιρία στην κυβέρνηση να μειώσει σημαντικά τις επιπτώσεις στην εκλογική της απήχηση.

Πιθανόν λοιπόν μια τέτοια αποτίμηση να οδηγούσε έναν άλλον πρωθυπουργό να ρίξει τη ζαριά των πρόωρων εκλογών, τώρα. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που εισηγούνται στον Πρωθυπουργό να το κάνει. Κορυφαίος υπουργός του, με κλίση και γνώση της επιστήμης των δημοσκοπήσεων, απαντά «χθες», όταν ερωτάται πότε πρέπει να γίνουν εκλογές. Αλλά όχι ο κ. Μητσοτάκης. Καλύπτει την ανασφάλειά του πίσω από τη δήθεν εμμονή του στη «θεσμικότητα», και προσπαθεί να κερδίσει όσο χρόνο γίνεται. Τακτικιστής, θεωρεί πως ο χρόνος θα τον βοηθήσει να ξεκολλήσει την κολλημένη στο 22%-23% βελόνα, και θεωρεί ότι όσο σπρώχνει προς τα πίσω τη λύση του πολιτικού προβλήματος της χώρας, τόσο αυξάνουν οι πιθανότητες να είναι εκείνος η λύση.

Εχει ένα δίκιο στην προσέγγισή του. Οσο τα σκάνδαλα δεν τον αγγίζουν προσωπικά, και υπάρχουν πολλά πιόνια ακόμη να θυσιαστούν στη σκακιέρα, μπορεί να κρατάει ανενόχλητος την μπαγκέτα των εξελίξεων. Και να παίζει. Πότε τον μεταρρυθμιστή, πότε τον αποφασισμένο ηγέτη και πότε τον πρωθυπουργό που εγγυάται ασφάλεια και σταθερότητα, ανεξάρτητα από το τι ισχύει στην πραγματικότητα. Με την ευκολία «προπονητή της εξέδρας» που χειρίζεται τα συστήματα που πρέπει να ακολουθήσει η αγαπημένη του ομάδα, εκείνος «παίζει» με την αναθεώρηση του Συντάγματος. Μειώνει τον αριθμό των βουλευτών, καθιερώνει ασυμβίβαστα, υπόσχεται αλλαγές στον τρόπο εκλογής των βουλευτών, βάζει χέρι στον εκλογικό χάρτη της χώρας, συμπεριφέρεται με την αλαζονεία μια αυθεντίας την οποία φυσικά δεν διαθέτει.

Για τον λόγο αυτόν, προβλέψεις για το πότε θα γίνουν οι εκλογές είναι τόσο παρακινδυνευμένες και διφορούμενες όσο τα «ήξεις, αφήξεις ου θνήξεις εν πολέμω» της Πυθίας. Επίσης υπάρχει πάντα ο χρυσός κανόνας στην πολιτική, που υπαγορεύει ότι κανείς πρωθυπουργός δεν προσφεύγει σε πρόωρες εκλογές αν πρόκειται να μην τις κερδίσει…