Σημαντικό βήμα για τη μακροχρόνια θωράκιση του ελληνικού συστήματος ασφαλείας στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, επιβεβαιώνοντας παραλλήλως τη στρατηγική σύμπλευσή τους προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις καινοφανείς προκλήσεις της εποχής, σε έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία, πραγματοποιούν Αθήνα και Παρίσι.
Η ανανέωση της διμερούς αμυντικής συμφωνίας εν πρώτοις για ακόμα μια πενταετία και στη συνέχεια επ’ αόριστο, συμπεριλαμβανομένης της ρήτρας συνδρομής σε περίπτωση που μία από τις δύο πλευρές δεχθεί επίθεση στο έδαφός της, αφενός σηματοδοτεί την αναβάθμιση της συνεργασίας μεταξύ των ελληνικών και των γαλλικών Ενόπλων Δυνάμεων, αφετέρου αποτυπώνει εμπράκτως τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της συμμαχίας: δεν είναι συγκυριακή, αποκτά χαρακτήρα διαρκείας, λειτουργεί ως παράδειγμα και πυλώνας σταθερότητας για την ευρύτερη περιοχή.
Με το βλέμμα στο μέλλον
Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης και ο γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν επιχειρούν κατ’ αυτόν τον τρόπο να δημιουργήσουν σημαντική παρακαταθήκη για το μέλλον: έναν διακρατικό δεσμό, ο οποίος είναι φανερό ότι θα παραμείνει ισχυρός ανεξαρτήτως των εκατέρωθεν μελλοντικών ηγεσιών. Οι δύο τους, άλλωστε, θεωρούνται πρωτεργάτες της ευρωπαϊκής αμυντικής αυτονομίας, με την ελληνογαλλική συμφωνία του 2021 να αποτελεί έναν απ’ τους θεμέλιους λίθους του πολυδαίδαλου εγχειρήματος.
Εξ ου και η αναφορά του κ. Μητσοτάκη ότι Ελλάδα και Γαλλία αποτελούν «προπύργια» αυτής της προσπάθειας, αλλά και η αποστροφή του κ. Μακρόν ότι οι δύο πλευρές έχουν «διαμορφώσει μια κοινή κουλτούρα ασφάλειας, υπερασπιζόμενοι το ίδιο όραμα για μια ισχυρή, ανεξάρτητη και ανταγωνιστική Ευρώπη». Η προαναγγελθείσα, δε, ενίσχυση της ελληνικής άμυνας με επιπλέον γαλλικά αεροπλάνα και υποβρύχια συμβάλλει και στην εμβάθυνση της διαλειτουργικότητας των οπλικών συστημάτων, στοιχείο απαραίτητο συνολικά για την ευρωπαϊκή αυτονομία.
Οι κ.κ. Μητσοτάκης και Μακρόν, όμως, αντιμετωπίζουν από κοινού τον προβληματισμό τόσο για τους αργούς ρυθμούς υλοποίησης του σχεδίου ευρωπαϊκής άμυνας όσο κυρίως για το έλλειμμα συνοχής και κοινής αντίληψης που καταγράφεται μεταξύ των κρατών-μελών. Στο σκεπτικό του Μεγάρου Μαξίμου εμπεδώνεται όλο και περισσότερο η άποψη ότι – ειδικά σε τόσο απαιτητικά ζητήματα – η «ιδιόμορφη Ευρωπαϊκή Ενωση» των 27 πόρρω απέχει απ’ το να καταστεί αποτελεσματική. Αρα τα μικρότερα συνεργατικά σχήματα, προσφάτως γνωστά ως «συμμαχίες των προθύμων», είναι αυτά που θα διαδραματίσουν καίριο ρόλο στην ευρωπαϊκή και εθνική ασφάλεια.
Αυτή η απότομη αλλαγή παραδείγματος, δηλαδή ο σχεδόν βίαιος εξαναγκασμός των Ευρωπαίων ν’ αναλάβουν όχι μόνο τη δική τους άμυνα, αλλά και την προστασία εδαφών και θαλάσσιων περασμάτων χιλιάδες μίλια μακριά από τα σύνορά τους, είναι αποτέλεσμα της σκληρής πραγματικότητας, όπως αυτή ορίζεται απ’ τους πολέμους στα μέτωπα της Ουκρανίας και της Μέσης Ανατολής.
Αθήνα και Παρίσι είναι θιασώτες της αποκαλούμενης realpolitik (στρατηγικής βασισμένης σε όσα ανελαστικά συμβαίνουν επί του πεδίου), μια πρώτη φάση της οποίας υλοποιήθηκε στην περίπτωση προστασίας του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας, όταν πέντε ευρωπαϊκές δυνάμεις, με προεξάρχουσες Ελλάδα και Γαλλία, έσπευσαν στα ανοικτά της μεγαλονήσου μετά την επίθεση των ιρανικών drones κατά των βρετανικών βάσεων. Σε αυτό το πλαίσιο, ο γάλλος πρόεδρος χαρακτήρισε τη λογική της «συμμαχίας των προθύμων», όπως αυτή που αναπτύχθηκε στην Κύπρο, ως «καινοφανές ευρωπαϊκό αποτέλεσμα, χωρίς αμερικανικές εξαρτήσεις».
Επιστροφή στο πεδίο
Οι απαιτήσεις, όμως, για τους Ευρωπαίους πληθαίνουν και κυρίως καθίστανται πιο επικίνδυνες. Ο κ. Μακρόν πρωταγωνιστεί από κοινού με τον βρετανό πρωθυπουργό Κιρ Στάρμερ στις διεργασίες ως προς τον σχηματισμό μιας ναυτικής δύναμης, η οποία θα εγγυηθεί την ασφάλεια της ελεύθερης ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, εφόσον συμφωνηθεί εκεχειρία με βάθος χρόνου.
Οπως είχε σημειωθεί στο «Βήμα», ο γάλλος πρόεδρος πίεζε ήδη από τις πρώτες μέρες του πολέμου άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες να συμμετέχουν στις προετοιμασίες. Μεταξύ αυτών και η Αθήνα, η οποία παρά τους αρχικούς δισταγμούς πλέον τελεί εν αναμονή των αποφάσεων, υπό τους όρους ότι η δύναμη θα είναι αμιγώς αμυντική και θα αναπτυχθεί αφού παύσουν οι εχθροπραξίες. Σύμφωνα με το σκεπτικό της ελληνικής πρωτεύουσας «όποιος διεκδικεί διακριτό ρόλο και επιρροή στις εξελίξεις πρέπει να αποδεικνύει εμπράκτως ότι είναι διατεθειμένος να προσφέρει επί του πεδίου, όχι μόνο στη θεωρία».
Το παραπάνω αποτελεί και νεύμα προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη που προσανατολίζονται να βρεθούν στο Ορμούζ ανήκουν και στον πυρήνα του ΝΑΤΟ, το οποίο βάλλεται όλο και εντονότερα από τον αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ. Οπως, πάντως, γίνεται εύκολα αντιληπτό η Ελλάδα, εκ των πραγμάτων ισχυρή ναυτιλιακή δύναμη, θα είναι μελλοντικά παρούσα στην περιοχή, κι αυτό παρά το γεγονός ότι μια τέτοια επιλογή θα επιφέρει προβληματισμό αλλά και έντονες πολιτικές αντιδράσεις στο εσωτερικό. Το αφήγημα, όμως, της realpolitik ήρθε για να μείνει στην Αθήνα, με την κυβέρνηση άλλωστε να καλλιεργεί συστηματικά την εικόνα της σοβαρής και υπεύθυνης δύναμης στο ταμπλό της γεωπολιτικής.
Η ευρωπαϊκή ρήτρα συνδρομής
Οι κ.κ. Μητσοτάκης και Μακρόν συμφωνούν, επίσης, στη θέση ότι η ευρωπαϊκή άμυνα, ειδικά στις πιο ευέλικτες μορφές της, οφείλει να λειτουργήσει συμπληρωματικά κι όχι ανταγωνιστικά με το ΝΑΤΟ, προοπτική διά της οποίας θα ενισχυθεί ο ευρωατλαντικός δεσμός. Αμφότεροι οι ηγέτες προσλαμβάνουν την όρθωση του αμυντικού τείχους στην Κύπρο ως ένα «πείραμα» για την ενεργοποίηση του άρθρου 42.7 της ΕΕ περί της αμυντικής συνδρομής σε κράτος- μέλος το οποίο θα δεχθεί επίθεση. «Δεν μπορούμε να στηριζόμαστε αποκλειστικά στο ΝΑΤΟ» υποστηρίζει ο Κυριάκος Μητσοτάκης, με τον Εμανουέλ Μακρόν μάλιστα να μιλά ανοικτά περί «οικοδόμησης ενός ευρωπαϊκού πυλώνα του ΝΑΤΟ».
Το ζήτημα ουσιαστικής αναβάθμισης των προβλέψεων του 42.7 ετέθη στο προηγούμενο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο από τον πρόεδρο της Κύπρου Νίκο Χριστοδουλίδη, ενώ προσερχόμενος στη Σύνοδο Κορυφής της Λευκωσίας, ο έλληνας πρωθυπουργός ανέφερε ότι το ζήτημα θα τεθεί ψηλά στην ατζέντα και της ελληνικής προεδρίας το δεύτερο εξάμηνο του 2027.
«Αυτό που επιδιώκουμε είναι να καταλάβουν οι εταίροι τη σημασία της ρήτρας, όχι μόνο εν μέσω του πολέμου, αλλά και σε βάθος χρόνου, διότι είναι φανερό ότι η ασφάλεια θα είναι απόλυτη προτεραιότητα της Δύσης, άρα η συνδρομή θα πρέπει να είναι καθήκον και όχι επιλογή» λέει στο «Βήμα» στέλεχος του Μεγάρου Μαξίμου. Τα θεμέλια, πάντως, της επικαιροποίησης του άρθρου ετέθησαν ήδη, καθώς σύμφωνα με πληροφορίες από την κυπριακή πρωτεύουσα τους επόμενους μήνες στις Βρυξέλλες θα επιχειρηθεί μια πρώτη καταγραφή των κενών από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης.
Φυσικά, τόσο η Ελλάδα όσο και Κύπρος, όχι τόσο υπόρρητα, διεκδικούν τη συμμετοχή των εταίρων τους στην άμυνα έναντι άλλων απειλών, βλέποντας προφανώς στα ανατολικά σύνορά τους την αναθεωρητική Τουρκία. Αλλωστε, η απάντηση του κ. Μακρόν στη Ρωμαϊκή Αγορά ήταν ξεκάθαρη: «Αν η κυριαρχία σας απειλείται, κάντε ό,τι χρειάζεται. Θα είμαστε εδώ για εσάς».







