Το Μαγικό βασίλειο είναι το τελευταίο μυθιστόρημα που εξέδωσε ο Ράσελ Μπανκς (1940-2023), έναν χρόνο πριν από τον θάνατό του. Πολλοί είπαν τότε πως είναι το καλύτερο βιβλίο του.

Οι πρόωρες αποφάνσεις για τα σύγχρονα έργα είναι της μόδας σήμερα, αλλά νομίζω πως ο αναγνώστης που έχει μεγάλες απαιτήσεις από αυτό το μυθιστόρημα και είναι εξοικειωμένος με τα υπόλοιπα έργα μυθοπλασίας του Μπανκς θα το κατέτασσε στα τρία σημαντικότερα επιτεύγματά του μαζί με τα Oh, Canada και American Darling. Αλλά και τούτο είναι υποκειμενικό για έναν πεζογράφο αυτής της αξίας.

Επτά βιβλία του Ράσελ Μπανκς εκδόθηκαν από το 1997 στα ελληνικά. Είχαν καλή υποδοχή, αν και έχω την εντύπωση πως δεν τονίστηκε όσο έπρεπε το αυτονόητο, πως ο συγγραφέας αυτός ήταν από τους καλύτερους σύγχρονους αμερικανούς συγγραφείς, που διέθετε όλες τις αρετές του σπουδαίου πεζογράφου: άσφαλτη αίσθηση του αφηγηματικού χρόνου, ενάργεια και περιγραφική δύναμη, τόσο σε ό,τι αφορά τη φύση όσο και το αστικό τοπίο, χαρακτήρες αλησμόνητους και βέβαια ατμόσφαιρα που αναδύεται μέσα από το ιστορικό ταμπλό όπου κινούνται τα πρόσωπα – κι αυτά συνδυασμένα στην πρόζα του μεγάλου τεχνίτη.

Russell Banks, Το μαγικό βασίλειο

Μετάφραση Αννα Μαραγκάκη.

Εκδόσεις Πόλις, 2026, σελ. 442, τιμή 21,99 ευρώ

Θα τα βρει όλα ο αναγνώστης στο Μαγικό βασίλειο, που διαβάζεται απνευστί χωρίς να αφίσταται ούτε κατά κεραία των απαιτήσεων της υψηλής λογοτεχνίας.

Μια προτεσταντική ουτοπία

Ο Μπανκς ξεκινά το βιβλίο του με ένα εξαιρετικό εύρημα: στη βιβλιοθήκη του Σαιντ Κλάουντ της Φλόριντα (με πληθυσμό σήμερα 60.000 περίπου κατοίκων) το 1999 ανακαλύπτει μια σειρά από μαγνητοταινίες κάποιου Χάρλεϊ Μαν, ο οποίος αφηγείται πενήντα χρόνια της ζωής του από τις αρχές του 20ού αιώνα. Η αφήγηση συναρπάζει τον Μπανκς, που τη μεταφέρει χρησιμοποιώντας όλες τις τεχνικές της μυθοπλασίας, γιατί τα προφορικά δεν είναι πάντα πειστικά. Συχνά, όπως εδώ, ξεπερνούν τα όσα λέει ο αφηγητής και ανοίγουν έναν άλλον κόσμο, δηλαδή έναν κόσμο που μετατράπηκε σε κάτι διαφορετικό από εκείνον που κάποτε υπήρξε.

Το Μαγικό βασίλειο δεν είναι μόνο ένα βιβλίο αναμνήσεων. Οι αναμνήσεις, μολονότι συναρπαστικές, λειτουργούν ως πρόφαση για να μας περιγράψει ο Μπανκς τη γέννηση και την παρακμή μιας προτεσταντικής ουτοπίας, μιας αποικίας της αίρεσης των Σέικερς στη Φλόριντα, όπου μετακόμισε μαζί με τα τέσσερα αδέρφια του ο μικρός Χάρλεϊ Μαν μετά τον αδόκητο θάνατο του πατέρα τους.

Ο Μαν αφηγείται την ιστορία του σε μεγάλη ηλικία (είναι 81 ετών όταν καταγράφει στη 15η και τελευταία μαγνητοταινία τις αναμνήσεις του). Αυτές στο σύνολό τους συνιστούν το «μαγικό βασίλειο» που περιγράφει. Είναι μαγικό διότι είναι πρωτίστως αυτόνομο και απομονωμένο από τον έξω κόσμο. Μια ουτοπία δηλαδή, όπου τη ζωή των κατοίκων της τη ρυθμίζουν οι χριστιανικές (ή καλύτερα πρωτοχριστιανικές) αρχές της ευσέβειας, της εργασίας, της άρνησης των σαρκικών απολαύσεων και της ευσπλαχνίας. Επόμενο ήταν ο επικεφαλής να είναι ένας ιερέας, ο πρωτοπρεσβύτερος Τζων με άγνωστο παρελθόν.

Το παρελθόν που πεθαίνει

Η αυστηρή ζωή που επιβάλλει η θρησκεία δημιουργεί ένα προστατευτικό κουκούλι ασφάλειας για τους κατοίκους αυτής της αποικίας. Κουκούλι όμως που θα διαρραγεί όταν εισβάλει το ανθρώπινο (κοσμικό) πάθος. Ο Χάρλεϊ Μαν θα ερωτευθεί μια φυματική (τη Σέιντι Πρατ, επτά χρόνια μεγαλύτερή του). Είναι όμως αληθινός έρωτας ή παιδιάστικη εμμονή; Δεν είμαστε βέβαιοι. Στη συνέχεια θα αποκαλυφθούν τα μυστικά τόσο της ίδιας της Σέιντι όσο και του πρωτοπρεσβύτερου Τζων και το παρελθόν θα εισβάλει στο παρόν. Η κατάρρευση είναι αναπόφευκτη.

Ομως ο Ράσελ Μπανκς δεν αρκείται σ’ αυτό. Ή, για να είμαστε ακριβέστεροι, άλλο είναι το μείζον ζήτημα: η μεταμόρφωση του τοπίου, οι νέες σχέσεις ιδιοκτησίας που δημιουργούνται, το παρελθόν που πεθαίνει.

Ο Χάρλεϊ Μαν αποκτά μια μεγάλη έκταση γης, αυτή όπου μεγάλωσε και ανδρώθηκε, δηλαδή σε μεγάλο ποσοστό την ίδια την αποικία. Εκεί βρίσκεται σήμερα το θεματικό πάρκο «Magic Kingdom» του επιχειρηματικού κολοσσού της Disney. Ο Μαν τής μεταβίβασε την τεράστια ιδιοκτησία του με μία προϋπόθεση: ότι στο συμβόλαιο θα αναφερόταν ρητά πως απαγορευόταν η κατάτμηση της γης, που θα κατέστρεφε τη φυσιογνωμία της. Οπως αποδείχθηκε, η απαγόρευση δεν τηρήθηκε – και με την έννοια αυτή το Μαγικό βασίλειο δεν είναι μόνο ένα βιβλίο γλυκόπικρης ενηλικίωσης αλλά και ένα πολιτικό μυθιστόρημα, χωρίς ωστόσο ίχνος προπαγάνδας. Είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που αφηγείται τις τρέλες της νιότης του αλλά και τα όσα τον έκαναν να μετανιώσει στας δυσμάς του βίου του.

Ο αναγνώστης θα εντυπωσιαστεί από τη μαεστρία με την οποία αναδεικνύει την προφορικότητα αυτός ο σπουδαίος συγγραφέας. Και δεν είναι διόλου εύκολο. Θα νιώσει μια απίστευτη οικειότητα με τα πρόσωπα κι ας του είναι ξένος ο περίγυρος, το γίγνεσθαι και οι ιστορικές μεταβολές.

Αυτή δεν είναι βέβαια η Αμερική του Βορρά ή εκείνη που γνωρίζουμε από τον κινηματογράφο. Είναι μια από τις πολλές εκδοχές της Αμερικής, η αξιοποίηση των οποίων δημιούργησε τον αφηγηματικό της πλούτο και την ευχέρεια των προικισμένων συγγραφέων να δημιουργούν μια ποιητική του χρόνου και του τόπου με ρεαλιστικά μέσα.

Μια εξαίσια αλληγορία

Η μοναξιά του Χάρλεϊ Μαν μάς αγγίζει βαθιά. Η αλληγορία τού ότι το μαγικό βασίλειο δεν είναι εκείνο που εκφράζεται από την Ντίσνεϊλαντ αλλά ο κόσμος και η κοινωνία των Σέικερς, δηλαδή η ανθρώπινη κοινότητα. Οπως άγγιξε και σε μεγάλο βαθμό σημάδεψε και τον ίδιο τον Ράσελ Μπανκς. (Δικά του αυτοβιογραφικά στοιχεία υπάρχουν σε όλο το βιβλίο – αλλά κατ’ οικονομία και με διακριτικότητα.)
Υπάρχουν ακόμη πλήθος σκηνές που σου κόβουν την ανάσα, όπως οι σκληρές εργασιακές συνθήκες ή η άθλια ζωή των ποινικών καταδίκων με τη σιδερένια μπάλα στα πόδια. Και νιώθουμε μιαν αμέριστη συμπόνια για τον αφηγητή των μαγνητοταινιών που με αφοπλιστική ειλικρίνεια μας μιλά για τον διχασμό του ανάμεσα στον σεβασμό στον πρωτοπρεσβύτερο Τζων και την ερωμένη του Σέιντι Πρατ. Θέλει να τους ευχαριστήσει και τους δύο, όμως αυτό είναι αδύνατον. Καταλήγει στη μοναξιά, στο μαγνητόφωνο, που δεν είναι μόνο εργαλείο των αναμνήσεών του αλλά και μέσον για να περάσει γαλήνιος στο βασίλειο της ανυπαρξίας. Σ’ αυτή τη μεγάλη εσωτερική και εξωτερική περιπέτεια μας εισάγει αυτό το εξαίσιο μυθιστόρημα. Στη μεταφράστρια Αννα Μαραγκάκη αξίζει κάθε έπαινος.