Οι δημοσκοπήσεις συνιστούν, κατά την πάγια και μάλλον κοινότοπη παραδοχή, την αποτύπωση της στιγμής στο πολιτικό εκκρεμές. Στην παρούσα συγκυρία, βέβαια, το εκκρεμές αυτό κάθε άλλο παρά σταθερό ήταν. Η επίσημη εμφάνιση των κομμάτων του Αλέξη Τσίπρα και της Μαρίας Καρυστιανού αποτελούσε μια από καιρό προδιαγεγραμμένη κίνηση, την οποία αναλυτές και δημοσκοπικές εταιρείες ανέμεναν, προκειμένου να διαπιστώσουν το πραγματικό τους αποτύπωμα στο καμίνι της πολιτικής πραγματικότητας και όχι στο φαντασιακό του εκλογικού ακροατηρίου.
Ακριβώς υπό αυτό το πρίσμα, η έκδηλη νευρικότητα και η βιασύνη να αποτιμηθεί το άμεσο κέρδος ή η επικείμενη ζημία των υφιστάμενων κομμάτων είναι μάλλον πρόωρη και πολιτικά άστοχη. Βρισκόμαστε ακόμη σε μια περίοδο όπου δεν έχει κατακάτσει η σκόνη από τη λάμψη της πρώτης εντύπωσης και τη γοητεία του καινούργιου που εκπέμπουν τα νεοπαγή σχήματα. Οι μετρήσεις της κοινής γνώμης σε αυτή τη φάση δεν προσφέρονται ούτε για θριάμβους και πρόσκαιρη αυτοαποθέωση, αλλά ούτε και για μεμψιμοιρία όταν τα αποτελέσματα δεν είναι τα προσδοκώμενα.
Άλλωστε, για να ξεθολώσει το τοπίο και να διαμορφωθεί μια πραγματικά καθαρή εικόνα, τα νέα κόμματα οφείλουν πρώτα να διανύσουν τη δική τους απόσταση, μεταφράζοντας τις γενικόλογες ιδρυτικές τους διακηρύξεις –οι οποίες προφανώς δεν αρκούν για να συγκροτήσουν ένα συμπαγές πολιτικό ρεύμα– σε συγκεκριμένες και εφαρμόσιμες προγραμματικές θέσεις. Οι μέρες μετά τη γιορτή του Αγίου Πνεύματος θα προσφέρουν αναμφίβολα μια πρώτη και πιο στέρεη βάση για συμπεράσματα.
Προτού όμως προλάβουμε να αποκτήσουμε μια κατά τι διαυγέστερη εικόνα, επίκειται η θερινή ραστώνη, η οποία, πέρα από τις ειδήσεις που δεν υπάρχουν κατά τον Ουμπέρτο Έκο, δεν αποτελεί συνήθως τον κατάλληλο σύμβουλο για πολιτική ευφορία ή μελαγχολία με φόντο τις δημοσκοπικές επιδόσεις. Φθινόπωρο συνεπώς, κοντή δημοσκοπική γιορτή.






