Πολύ πριν η Βασιλίσσης Όλγας γίνει δρόμος – και μάλιστα ο πιο διαφιλονικούμενος και συζητημένος των ημερών – ήταν άνθρωπος. Συγκεκριμένα γαλαζοαίματος άνθρωπος.
Και μάλιστα με καταγωγή από τους θρυλικούς Ρομανόφ, τη δυναστεία που κυβέρνησε τη Ρωσία για περισσότερο από τρεις αιώνες πριν αφανιστεί στη δίνη της Οκτωβριανής Επανάστασης.
Η ανάπλαση της οδού που κάποτε έτεμνε αλλά πλέον ενώνει την περιοχή του Ζαππείου με τους Στύλους του Ολυμπίου Διός μπορεί να έλαβε διαστάσεις γεφυριού της Άρτας – ξέρετε, εκείνο που ολημερίς το χτίζανε και το βράδυ γκρεμιζόταν – όμως κατά ειρωνεία της τύχης ολοκληρώθηκε πάνω στην ώρα.
Δηλαδή δύο μόλις μήνες πριν από τη συμπλήρωση ενός αιώνα από τον θάνατο της Όλγας Κωνσταντίνοβνα, η οποία έφυγε από τον μάταιο τούτο κόσμο στις 18 Ιουνίου του 1926. Αυτό θα πει μνημόσυνο.

Υπάρχει και μία ακόμα σχεδόν μυστήρια σύμπτωση ανάμεσα στο πρόσωπο που έδωσε το όνομά του σε αυτή τη μικροσκοπική λωρίδα γης των Αθηνών – η οποία με τη σειρά της γέννησε αντιστρόφως ανάλογους του μεγέθους της πηχιαίους τίτλους και έγινε θρυαλλίδα για ένα ομηρικό beef ανάμεσα σε πρώην και νυν τοπικούς άρχοντες.
Η ζωή της βασίλισσας Όλγας υπήρξε το ίδιο θυελλώδης, δραματική και μυθιστορηματική με την ανάπλαση του δρόμου που θα βρει την ησυχία του μόλις καταλαγιάσει το σουλάτσο, οι παράτες και οι φωτογραφίσεις των πολιτικών ταγών του τόπου.
Με άλλα λόγια, πίσω από την ονομασία μιας αθηναϊκής λεωφόρου υπάρχει μια ιστορία που ξεκίνησε από τα ανάκτορα της Αγίας Πετρούπολης, πέρασε μέσα από επαναστάσεις, δολοφονίες και οικογενειακές τραγωδίες και κατέληξε να αφήσει ένα βαθύ αποτύπωμα στην κοινωνική ιστορία της νεότερης Ελλάδας.
Από την Αγία Πετρούπολη στις εσχατιές των Βαλκανίων
Η Όλγα Κωνσταντίνοβνα γεννήθηκε στις 3 Σεπτεμβρίου 1851 στο ανάκτορο του Παβλόφσκ, λίγα χιλιόμετρα έξω από την Αγία Πετρούπολη.
Ήταν κόρη του Μεγάλου Δούκα Κωνσταντίνου Νικολάγιεβιτς, δευτερότοκου γιου του Τσάρου Νικολάου Α΄, και της πριγκίπισσας Αλεξάνδρας του Σαξ-Άλτενμπουργκ.

Μεγάλωσε σε έναν κόσμο αυστηρού πρωτοκόλλου, όπου κάθε χειρονομία, κάθε λέξη και κάθε κίνηση υπάκουε σε κανόνες που είχαν διαμορφωθεί μέσα στους αιώνες της ρωσικής αυτοκρατορικής παράδοσης.
Από παιδί έμαθε την πειθαρχία, την υπακοή και τη συνείδηση της αποστολής που συνεπαγόταν το να γεννηθεί κανείς μέλος μιας αυτοκρατορικής οικογένειας. Ταυτόχρονα όμως απόλαυσε και τη χλιδή μιας αυλής που ήταν από τις πιο εύπορες της Ευρώπης.
Ωστόσο, η ζωή στην καρδιά της Ρωσικής Αυτοκρατορίας δεν ήταν συνώνυμη μόνο με την άνεση και την πολυτέλεια.
Όταν η Όλγα ήταν μόλις 11 ετών ο πατέρας της διορίστηκε αντιβασιλέας της Πολωνίας και η οικογένεια μετακόμισε στη Βαρσοβία, η οποία βρισκόταν τότε υπό ρωσική κυριαρχία. Η πόλη εκείνη την εποχή ήταν βρισκόταν σε κοινωνικό αναβρασμό.

Η πολωνική κοινωνία έβλεπε τη ρωσική παρουσία ως κατοχή και οι εντάσεις ανάμεσα στους εθνικιστές επαναστάτες και τη ρωσική διοίκηση ήταν συνεχείς.
Οι απόπειρες δολοφονίας εναντίον του πατέρα της δεν ήταν λίγες. Η καθημερινότητα της οικογένειας ήταν γεμάτη φρουρούς, μυστικές υπηρεσίες, καχυποψία και μια αόρατη αλλά μόνιμη αίσθηση κινδύνου.
Η μικρή Όλγα μεγάλωσε ανάμεσα σε απειλές, συνωμοσίες και πολιτικές εντάσεις. Η εμπειρία αυτή θα της άφηνε ένα μόνιμο χαρακτηριστικό: μια σχεδόν παγερή ψυχραιμία μπροστά στις δυσκολίες, ακόμη και στις πιο σκληρές τραγωδίες της ζωής.
Ήταν ένα εφόδιο που αποδείχθηκε παραπάνω από χρήσιμο λίγα χρόνια αργότερα, όταν το 1867 παντρεύτηκε τον βασιλιά Γεώργιο Α΄ των Ελλήνων.

Οι δυο τους είχαν συναντηθεί για πρώτη φορά τέσσερα χρόνια νωρίτερα. Τότε όμως η Όλγα ήταν μόλις 12 ετών και το ενδιαφέρον του νεαρού μονάρχη της είχε περάσει απαρατήρητο.
Το 1867 ο Δανός πρίγκιπας που οι Μεγάλες Δυνάμεις είχαν τοποθετήσει στον ελληνικό θρόνο λίγα χρόνια νωρίτερα επισκέφθηκε ξανά την Αγία Πετρούπολη. Αυτή τη φορά ο σκοπός ήταν σαφής: η αναζήτηση συζύγου.
Για τις ευρωπαϊκές αυλές της εποχής ένας γάμος ανάμεσα στον βασιλιά της Ελλάδας και μια Ορθόδοξη Ρωσίδα μεγάλη δούκισσα αποτελούσε ιδανική γεωπολιτική φόρμουλα.
Η Ρωσία θα αποκτούσε ισχυρότερη παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο ενώ η νεαρή ελληνική μοναρχία θα ενισχυόταν με το κύρος μιας από τις παλαιότερες αυτοκρατορικές δυναστείες της Ευρώπης.
Ωστόσο, δεν επρόκειτο απλώς για έναν γάμο υποκινούμενο από το συμφέρον.

Η 16χρονη Όλγα και ο 22χρονος Γεώργιος φαίνεται πως ανέπτυξαν, αν όχι έρωτα, τουλάχιστον μια γνήσια έλξη και συμπάθεια.
Τον Μάιο του 1867 αρραβωνιάστηκαν και πέντε μήνες αργότερα παντρεύτηκαν στο Χειμερινό Ανάκτορο της Αγίας Πετρούπολης, σε μια τελετή που συγκέντρωσε την αφρόκρεμα της ευρωπαϊκής αριστοκρατίας.
Η ίδια πολλά χρόνια αργότερα συνήθιζε να λέει στα παιδιά της: «Δεν ερωτεύτηκα τον βασιλιά. Ερωτεύτηκα τον άνθρωπο».
Βασίλισσα Όλγα: Η μητέρα μιας δυναστείας
Η Όλγα και ο Γεώργιος απέκτησαν συνολικά οκτώ παιδιά – πέντε αγόρια και τρία κορίτσια – μέσα σε διάστημα περίπου είκοσι ετών. Λέγεται μάλιστα πως εκείνη παρέμεινε αφοσιωμένη στο γάμο της, παρά τις περιστασιακές ερωτικές σχέσεις του βασιλιά συζύγου της.
Το παλάτι των Αθηνών μετατράπηκε έτσι σε έναν μικρό ευρωπαϊκό κόμβο δυναστειών, καθώς οι γάμοι των παιδιών τους συνέδεσαν την ελληνική βασιλική οικογένεια με οίκους σχεδόν ολόκληρης της ηπείρου.

Πρωτότοκος ήταν ο διάδοχος Κωνσταντίνος, ο μελλοντικός βασιλιάς Κωνσταντίνος Α΄.
Ακολούθησαν ο πρίγκιπας Γεώργιος, που αργότερα θα αναλάμβανε το αξίωμα του ύπατου αρμοστή της Κρήτης, η πριγκίπισσα Αλεξάνδρα, η οποία παντρεύτηκε τον Μεγάλο Δούκα Παύλο της Ρωσίας, ο πρίγκιπας Νικόλαος, ο πρίγκιπας Ανδρέας – πατέρας του πρίγκιπα Φιλίππου και παππούς του σημερινού βασιλιά της Βρετανίας Καρόλου Γ΄ – καθώς και τα νεότερα παιδιά της οικογένειας.
Η καθημερινότητα στο παλάτι ήταν μια ιδιόμορφη πολυγλωσσική πραγματικότητα. Ο βασιλιάς και η βασίλισσα μιλούσαν μεταξύ τους κυρίως γερμανικά, τη γλώσσα στην οποία είχαν γνωριστεί και ερωτευτεί. Με τα παιδιά τους επικοινωνούσαν συχνά στα αγγλικά, τη lingua franca των ευρωπαϊκών αυλών της εποχής.
Τα ελληνικά, αν και παρόντα, δεν ήταν πάντοτε η κύρια γλώσσα της οικογενειακής ζωής. Μάλιστα, σύμφωνα με μεταγενέστερες μαρτυρίες, ο μόνος από τους απογόνους που επέμενε να μιλά στους γονείς του αποκλειστικά ελληνικά ήταν ο πρίγκιπας Ανδρέας.

Παρά την εικόνα μιας μεγάλης και δεμένης οικογένειας, η μητρότητα για την Όλγα συνδέθηκε και με βαθιά πένθη.
Το 1880 η μικρή κόρη της, που είχε λάβει το όνομά της, πέθανε σε ηλικία μόλις έξι μηνών. Έντεκα χρόνια αργότερα η τραγωδία επαναλήφθηκε με ακόμη πιο σκληρό τρόπο: η κόρη της Αλεξάνδρα, παντρεμένη πλέον στη ρωσική αυτοκρατορική οικογένεια, πέθανε σε ηλικία μόλις 21 ετών κατά τη διάρκεια τοκετού στην Αγία Πετρούπολη.
Οι απώλειες αυτές τη σημάδεψαν βαθιά. Η βασίλισσα στράφηκε ακόμη περισσότερο στη θρησκεία και στην ιδέα της κοινωνικής προσφοράς, θεωρώντας πως η προσωπική της θέση και η περιουσία που διέθετε όφειλαν να μετατραπούν σε έργο για τους πιο αδύναμους.
Τατόι: Ένα κομμάτι Ρωσίας στην Αττική
Αναζητώντας ένα καταφύγιο από το αυστηρό πρωτόκολλο, ο Γεώργιος αγόρασε το 1872 το κτήμα στο Τατόι. Η αγορά έγινε με τα προσωπικά χρήματα της Όλγας.
Εκεί, το 1884, υψώθηκε μια μεγάλη έπαυλη που ήταν η αρχιτεκτονική «σκιά» της πατρίδας της: μια πιστή αντιγραφή μιας βίλας από το αυτοκρατορικό συγκρότημα του Πέτερχοφ στην Αγία Πετρούπολη, που ανήκε στον θείο της, Τσάρο Αλέξανδρο Β’.
Το Τατόι έγινε ο προσωπικός παράδεισος της Όλγας. Ήταν το μοναδικό μέρος όπου η ομίχλη της νοσταλγίας για τη Ρωσία διαλυόταν.

Μακριά από τις συμβάσεις των ευρωπαϊκών αυλών εκεί η οικογένεια ζούσε με μια πρωτοφανή ελευθερία.
Τα παιδιά έπαιζαν ανενόχλητα στους κήπους, οι υψηλοί προσκεκλημένοι χαλάρωναν χωρίς επισημότητες, ενώ στην κορυφή ενός γειτονικού υψώματος, η μικρή εκκλησία που έχτισε η ίδια έγινε ο πνευματικός πυρήνας όπου η οικογένεια εκκλησιαζόταν τις Κυριακές και έψελνε, σύμφωνα με τις αφηγήσεις, στα ρωσικά.
Η ίδρυση του «Ευαγγελισμού»
Από τα πρώτα της χρόνια στην Ελλάδα, η Όλγα αντιλήφθηκε ότι το νεοσύστατο ελληνικό κράτος αντιμετώπιζε τεράστιες κοινωνικές και υγειονομικές ελλείψεις. Τα νοσοκομεία ήταν ελάχιστα, οι υγειονομικές υποδομές υποτυπώδεις και η φροντίδα των ασθενών συχνά βασιζόταν περισσότερο στη φιλανθρωπία παρά σε οργανωμένες κρατικές δομές. Αποφάσισε να δράσει.
Χρησιμοποιώντας μέρος της μεγάλης προσωπικής της περιουσίας – της ρωσικής προίκας που είχε φέρει μαζί της στην Ελλάδα και που, σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, χρειάστηκε ολόκληρο πλοίο για να μεταφερθεί – αλλά και κινητοποιώντας δωρεές από εύπορους Έλληνες της Διασποράς, ξεκίνησε ένα φιλόδοξο σχέδιο κοινωνικής πρόνοιας.

Αποκορύφωμα αυτής της προσπάθειας ήταν το έργο που θεωρούσε τη μεγαλύτερη προσφορά της: το νοσοκομείο «Ο Ευαγγελισμός».
Τα εγκαίνιά του έγιναν το 1881. Εκτός από τη χρηματοδότηση για την ανέγερση και τη λειτουργία του, η βασίλισσα φρόντισε να οργανώσει εκεί και σχολή νοσοκόμων – κάτι εξαιρετικά πρωτοποριακό για την Ελλάδα της εποχής.
Η ίδια μάλιστα παρακολούθησε μαθήματα νοσηλευτικής και συχνά εμφανιζόταν στους θαλάμους φορώντας τη στολή της αδελφής νοσοκόμας.
Στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 αλλά και αργότερα στους Βαλκανικούς Πολέμους, βρισκόταν συχνά δίπλα στους τραυματίες στρατιώτες. Φρόντιζε τις πληγές τους, τους τάιζε και πολλές φορές αναλάμβανε να γράψει η ίδια γράμματα προς τις οικογένειές τους.

Σε δική της πρωτοβουλία αποδίδεται επίσης η ίδρυση του Ρωσικού Νοσοκομείου στον Πειραιά το 1902 – του σημερινού Ναυτικού Νοσοκομείου. Το ίδρυμα δημιουργήθηκε στη μνήμη της κόρης της Αλεξάνδρας.
Παράλληλα, η βασίλισσα χρηματοδότησε τη δημιουργία των πρώτων ξεχωριστών γυναικείων φυλακών στην Αθήνα επί της λεωφόρου Συγγρού. Η απόφαση αυτή προήλθε από προσωπική της επίσκεψη σε φυλακές της πρωτεύουσας, όπου διαπίστωσε ότι γυναίκες και άνδρες κρατούνταν στις ίδιες άθλιες συνθήκες.
Τα «Ευαγγελικά»: η πρωτοβουλία που κατέληξε σε αιματοχυσία
Η βαθιά θρησκευτική της πίστη αλλά και η επαφή της με απλούς στρατιώτες καθοδήγησε μια πρωτοβουλία της Όλγας που προκάλεσε μία από τις πιο έντονες κρίσεις της εποχής.
Η βασίλισσα είχε διαπιστώσει ότι πολλοί στρατιώτες δεν κατανοούσαν το Ευαγγέλιο, καθώς το κείμενο ήταν γραμμένο στην ελληνιστική κοινή, μια γλωσσική μορφή αρκετά μακρινή από την καθομιλουμένη της εποχής.
Έτσι, το 1898 αποφάσισε να χρηματοδοτήσει τη μετάφρασή του στη δημοτική γλώσσα.
Η κίνηση αυτή, που στην πρόθεσή της στόχευε απλώς να κάνει το θρησκευτικό κείμενο πιο κατανοητό στον λαό, προκάλεσε τεράστια πολιτική και κοινωνική αναταραχή.

Το 1901 ξέσπασε μια πρωτοφανής κρίση. Καθηγητές του Πανεπιστημίου, εκκλησιαστικοί κύκλοι και μέρος του Τύπου κατηγόρησαν τη μετάφραση ως «βεβήλωση» του ιερού κειμένου.
Οι φήμες ότι πίσω από την πρωτοβουλία κρυβόταν ρωσική πολιτική επιρροή ή ακόμη και σχέδιο πανσλαβισμού άναψαν το φιτίλι.
Τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, η Αθήνα συγκλονίστηκε από τα λεγόμενα «Ευαγγελικά». Φοιτητικές διαδηλώσεις εξελίχθηκαν σε βίαιες συγκρούσεις με τον στρατό. Ο απολογισμός ήταν τραγικός: οκτώ νεκροί και δεκάδες τραυματίες.
Η πολιτική κρίση οδήγησε στην παραίτηση του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και στην πτώση της κυβέρνησης Θεοτόκη.
Το βιβλίο αποσύρθηκε. Η Όλγα, βαθιά πληγωμένη, είδε την πρωτοβουλία που πίστευε ότι θα έφερνε το Ευαγγέλιο πιο κοντά στον λαό να μετατρέπεται σε αιτία αιματοχυσίας.
Μια βασίλισσα στο μεγάλο λιμάνι
Παρότι πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της στην Ελλάδα και οι κινήσεις της δείχνουν πως αγάπησε τη δεύτερη πατρίδα της, η νοσταλγία για τη Ρωσία δεν την εγκατέλειψε ποτέ.
Κάθε φορά που πολεμικά πλοία του ρωσικού αυτοκρατορικού στόλου κατέπλεαν στον Πειραιά, η βασίλισσα συνήθιζε να παραμερίζει το πρωτόκολλο. Κατέβαινε στο λιμάνι, επιβιβαζόταν στα πλοία και συζητούσε με τους ναύτες στη μητρική της γλώσσα.
Μοίραζε μικρά δώρα, ρωτούσε νέα από την πατρίδα και περνούσε ώρες ακούγοντας ιστορίες από τη μακρινή Αγία Πετρούπολη και τις θάλασσες που διέσχιζαν.
Συχνά έπινε τσάι μαζί τους, σε μια ατμόσφαιρα πολύ πιο χαλαρή από αυτή που επέβαλλε η αυστηρή εθιμοτυπία των ανακτόρων. Οι Αθηναίοι αξιωματούχοι έβλεπαν με έκπληξη τη βασίλισσα των Ελλήνων να συναγελάζεται με απλούς ναύτες.
Όμως εκείνες τις στιγμές έβγαινε από τη στολή εργασίας της βασίλισσας των Ελλήνων και γινόταν η Όλγα από την Αγία Πετρούπολη.

Οι επισκέψεις αυτές και κυρίως η φήμη ότι στις συναντήσεις δεν περιοριζόταν μόνο στο τσάι και τη συμπάθεια αλλά απολάμβανε βότκα με τους ναύτες στάθηκαν αφορμή για ένα επεισόδιο που απασχόλησε τον Τύπο της εποχής.
Ο σατιρικός ποιητής Γεώργιος Σουρής δημοσίευσε ένα ποίημα που σχολίαζε σκωπτικά τη φημολογία γύρω από τη βασίλισσα.
Η αντίδραση των ανακτόρων υπήρξε οργισμένη. Ασκήθηκε δίωξη εναντίον του ποιητή, ο οποίος για να αποφύγει τη σύλληψη φέρεται να κρύφτηκε για περίπου σαράντα ημέρες.
Τελικά, υπό το βάρος των αλγεινών εντυπώσεων που είχε προκαλέσει η υπόθεση, η μήνυση αποσύρθηκε και το επεισόδιο έληξε χωρίς περαιτέρω συνέπειες.
Η πτώση των Ρομανόφ
Ο 20ός αιώνας έμελλε να φέρει στη ζωή της βασίλισσας Όλγας αλλεπάλληλα πλήγματα.
Τον Μάρτιο του 1913 ο σύζυγός της, βασιλιάς Γεώργιος Α΄, δολοφονήθηκε στη Θεσσαλονίκη από τον 43χρονο Αλέξανδρο Σχινά. Ο μονάρχης, που είχε βασιλέψει σχεδόν μισό αιώνα και είχε συνδέσει το όνομά του με τη σημαντική εδαφική επέκταση της Ελλάδας, έπεσε νεκρός κατά τη διάρκεια απογευματινού περιπάτου.
Η Όλγα, παρά το σοκ της είδησης, επέδειξε και πάλι αξιοσημείωτη ψυχραιμία. Σύμφωνα με μαρτυρίες της εποχής, ζήτησε από τις αρχές να μην κακοποιηθεί ο δράστης.

Λίγα χρόνια αργότερα, η είδηση της μεγαλύτερης τραγωδίας της ζωής της θα ερχόταν από την πατρίδα της.
Η Ρωσική Επανάσταση του 1917 σήμανε το τέλος του κόσμου στον οποίο είχε γεννηθεί. Η δυναστεία των Ρομανόφ κατέρρευσε και πολλά μέλη της αυτοκρατορικής οικογένειας – ανάμεσά τους συγγενείς και ανίψια της – εκτελέστηκαν από τους Μπολσεβίκους.
Η Όλγα, 66 ετών τότε, είδε με τα μάτια της τον κόσμο στον οποίο είχε μεγαλώσει να χάνεται για πάντα, αφού την περίοδο εκείνη βρισκόταν και η ίδια στη Ρωσία, αλλά κατάφερε να διαφύγει. Το πλήγμα σε ανθρώπινο επίπεδο ήταν βαρύ, αφού είδε να δολοφονούνται ένας αδελφός της, έντεκα ξαδέλφια της και επτά ανίψια της.
Η απρόσμενη αντιβασιλεία
Η μοίρα την κάλεσε ξανά στην Ελλάδα το 1920, υπό δραματικές συνθήκες. Ο εγγονός της, βασιλιάς Αλέξανδρος Α΄, πέθανε αιφνιδίως μετά από μόλυνση που προκλήθηκε από δάγκωμα μαϊμούς στα βασιλικά κτήματα στο Τατόι.
Η χώρα βρέθηκε ξαφνικά χωρίς μονάρχη και με την πολιτική κατάσταση ιδιαίτερα εύθραυστη. Μέχρι να αποφασιστεί το μέλλον του θρόνου, η Όλγα κλήθηκε να αναλάβει προσωρινά καθήκοντα αντιβασίλισσας.

Για περίπου έναν μήνα, η ηλικιωμένη πλέον βασίλισσα βρέθηκε στο ανώτατο αξίωμα του κράτους. Έγινε έτσι η πρώτη γυναίκα στην ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας που άσκησε επισήμως τα καθήκοντα του αρχηγού του κράτους.
Λίγο αργότερα, δημοψήφισμα οδήγησε στην επιστροφή του γιου της, Κωνσταντίνου Α΄, στον ελληνικό θρόνο.
Εξόριστη ως το τέλος
Τα τελευταία χρόνια της ζωής της σημαδεύτηκαν από συνεχείς μετακινήσεις και πολιτικές ανατροπές.
Η ανακήρυξη της Ελληνικής Δημοκρατίας το 1924 βρήκε τη βασιλική οικογένεια ξανά στην εξορία, ενώ η περιουσία της δυναστείας δημεύτηκε.
Ωστόσο, η προσωπική εκτίμηση που απολάμβανε η βασίλισσα Όλγα για το φιλανθρωπικό της έργο οδήγησε τη δημοκρατική κυβέρνηση σε μια σπάνια κίνηση. Ήταν το μοναδικό μέλος της βασιλικής οικογένειας στο οποίο χορηγήθηκε κρατική σύνταξη.

Λίγο αργότερα της παραδόθηκε ένα ξύλινο κιβώτιο που φυλασσόταν στο θησαυροφυλάκιο της Εθνικής Τράπεζας. Μέσα του βρίσκονταν τα προσωπικά της κοσμήματα, μια περιουσία μεγάλης αξίας που τότε αποτιμήθηκε στις 100.000 λίρες Αγγλίας – ποσό που σήμερα θα αντιστοιχούσε σε αρκετά εκατομμύρια.
Τα τελευταία της χρόνια τα πέρασε κυρίως ανάμεσα στη Βρετανία ως φιλοξενούμενη του βασιλιά Γεωργίου Έ και την Ιταλία. Εκεί, στη Βίλα Αναστασία άφησε την τελευταία της πνοή στις 18 Ιουνίου 1926, σε ηλικία 74 ετών, ύστερα από σύντομη ασθένεια.
Η σορός της μεταφέρθηκε στη Φλωρεντία και τοποθετήθηκε στην κρύπτη της Ρωσικής Εκκλησίας της πόλης. Παρέμεινε εκεί για περίπου μια δεκαετία, μέχρι το 1936, όταν με την παλινόρθωση της βασιλείας στην Ελλάδα αποφασίστηκε η οριστική επιστροφή της.
Τότε η βασίλισσα Όλγα επέστρεψε για τελευταία φορά στη χώρα όπου είχε περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της. Ενταφιάστηκε στο βασιλικό κοιμητήριο του Τατοΐου, δίπλα στον σύζυγό της Γεώργιο Α΄.












