Μπορεί να μην έχει το μεθυστικό, σχεδόν ανίκητο άρωμα της νεραντζιάς – του μάλλον πιο εμβληματικού και χαρακτηριστικού δέντρου της Αθήνας – όταν ανθοφορεί. Όμως, εκεί που η νεραντζιά αιχμαλωτίζει την όσφρηση, η τζακαράντα κλέβει μονομιάς το βλέμμα.
Η Jacaranda mimosifolia ή ελληνιστί Ιακαράνδη η μιμηλήφυλλος, σύμφωνα με το πλήρες επίσημο όνομά της, δεν είναι απλώς ένα ακόμα καλλωπιστικό δέντρο.
Είναι πρωταγωνίστρια και ηρωίδα μιας συναρπαστικής ιστορίας που ξεκίνησε στην καρδιά της Νότιας Αμερικής, διέσχισε ωκεανούς, ρίζωσε στους βασιλικούς (τότε) κήπους της νεότερης Ελλάδας και κατέληξε να γίνει ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα –αν και για χρόνια υποτιμημένα– σύμβολα της αθηναϊκής άνοιξης.
Στην εποχή βεβαίως των social media και της τουριστικής κοσμογονίας της πρωτεύουσας παίρνει πια την ινσταγκραμική εκδίκησή της.

Το Σίδνεϊ είναι μια από τις δεύτερες πατρίδες της τζακαράντας
Μια παγκόσμια φρενίτιδα χρώματος μωβ: Αθήνα, Μπουένος Άιρες, Σίδνεϊ
Η τζακαράντα, γνωστή στα μέρη μας και ως μπλε ακακία, κατάγεται από το νότιο ημισφαίριο, με φυσική εξάπλωση κυρίως στην Αργεντινή, τη Βραζιλία, την Παραγουάη και τη Βολιβία. Ανήκει στην οικογένεια των Βιγνονιοειδών (Bignoniaceae) και το δέντρο μπορεί να φτάσει τα 15 ή ακόμα και τα 20 μέτρα ύψος. Διαθέτει ελαφρύ, φτερωτό, πλούσιο φύλλωμα, όμως η πραγματική μαγεία ξεκινά κάθε φορά που φτάνει η περίοδος της ανθοφορίας.
Δεν είναι τυχαίο ότι το δέντρο αυτό έχει δημιουργήσει μια παγκόσμια ταξιδιωτική τάση – εντάξει, όχι τόσο μεγάλη όσο οι ανθισμένες κερασιές της Ιαπωνίας -, μετατρέποντας το εποχικό του χρώμα σε αφορμή έστω για να ταξιδέψει κανείς.
Στην πατρίδα της, την Αργεντινή, και συγκεκριμένα στο Μπουένος Άιρες, ο περίφημος Γαλλο-Αργεντινός αρχιτέκτονας τοπίου Κάρλος Τάις ενσωμάτωσε χιλιάδες τζακαράντες στον πολεοδομικό σχεδιασμό της πόλης στα τέλη του 19ου αιώνα.

Τζακαράντες στο Μπουένος Άιρες
Σήμερα, περισσότερα από 11.000 δέντρα βάφουν μωβ τις μεγάλες λεωφόρους της πόλης, αποτελώντας αναπόσπαστο, προστατευόμενο κομμάτι της πολιτιστικής κληρονομιάς της αργεντίνικης πρωτεύουσας.
Η πιο διάσημη, ίσως, «αποικία» από τζακαράντες βρίσκεται στη Νότια Αφρική. Μάρτυς μας το γεγονός ότι η Πρετόρια έχει κατοχυρώσει παγκοσμίως τον τίτλο «Jacaranda City» με περισσότερα από 70.000 δέντρα να καλύπτουν την πόλη.

Η Πρετόρια της Νότιας Αφρικής καυχιέται για τις 70 χιλιάδες τζακαράντες της
Μάλιστα, στους κύκλους του τοπικού πανεπιστημίου έχει δημιουργηθεί ένας ισχυρός αστικός μύθος: ότι αν ένα άνθος πέσει στο κεφάλι ενός φοιτητή την ώρα που διαβάζει, η επιτυχία του στις εξετάσεις θεωρείται εγγυημένη.
Στην άλλη πλευρά του πλανήτη, στην αυστραλιανή πόλη Γκράφτον της Νέας Νότιας Ουαλίας, η τζακαράντα απολαμβάνει τιμές σχεδόν λατρευτικές.

Η πόλη Γκράφτον στην Αυστραλία διοργανώνει κάθε χρόνο το δικό της φεστιβάλ για την τζακαράντα
Εκεί διοργανώνεται κάθε χρόνο από το 1934 το περίφημο Grafton Jacaranda Festival –το παλαιότερο ανθοκομικό φεστιβάλ της Αυστραλίας.
Για δέκα ημέρες, η πόλη ζει στους ρυθμούς του δέντρου: οι βιτρίνες των καταστημάτων στολίζονται με λιλά υφάσματα, τα τοπικά καφέ σερβίρουν παγωτό και γλυκά σε μενεξεδί αποχρώσεις, ενώ η στέψη της «Βασίλισσας της Τζακαράντας» αποτελεί το κορυφαίο γεγονός της χρονιάς – είπατε τίποτα για αστική ανία; -, προσελκύοντας δεκάδες χιλιάδες επισκέπτες.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, το Λος Άντζελες έχει τη δική του, άκρως κινηματογραφική σχέση με το δέντρο. Οι τζακαράντες εισήχθησαν στην Καλιφόρνια από φιλόδοξους βοτανολόγους στις αρχές του 20ού αιώνα και έκτοτε η πόλη έχει αναπτύξει μια σχέση πάθους αλλά και εκνευρισμού μαζί τους.

Η ανθοφορία της τζακαράντας έχει γίνει πια και ινσταγκραμικός θεσμός
Ενώ η οπτική αντίθεση των μωβ δέντρων με τον γαλανό ουρανό της Καλιφόρνιας έχει απαθανατιστεί σε αμέτρητες ταινίες, οι κάτοικοι συχνά παραπονούνται για τα κολλώδη άνθη που σκεπάζουν τα παρκαρισμένα τους αυτοκίνητα.
Ανάλογες σκηνές συναντά κανείς και στην ευρωπαϊκή ήπειρο, με τη Λισαβόνα να διεκδικεί τα πρωτεία. Πλατείες όπως το ιστορικό Largo do Carmo και λεωφόροι όπως η Avenida Dom Carlos I αποκτούν στις αρχές του καλοκαιριού ένα πυκνό μενεξεδένιο στέγαστρο, αποδεικνύοντας ότι η Μεσόγειος και η Ιβηρική Χερσόνησος υπήρξαν ιδανικοί οικοδεσπότες για αυτόν τον υπερατλαντικό ταξιδιώτη.

Τζακαράντες στη Λισαβόνα
Κάπου μέσα σε αυτή τη μεγάλη, παγκόσμια μεταφορά φυτών και ιδεών, η τζακαράντα βρήκε τον δρόμο της και προς την Αθήνα.
Οι Βασιλικοί Κήποι, το όραμα της Αμαλίας και το πλοίο «Φοίνιξ»
Στα μέσα του 19ου αιώνα, η Αθήνα βρισκόταν σε μια κρίσιμη μεταβατική φάση και βέβαια απείχε παρασάγγας από την εικόνα της σύγχρονης ευρωπαϊκής πρωτεύουσας.

Το σχέδιο της περιόδου του Όθωνα για τον βασιλικό – τότε – κήπο
Ήταν μια πόλη γυμνή από πράσινο, γεμάτη σκόνη, η οποία προσπαθούσε να επουλώσει τα σημάδια της Επανάστασης και να χτίσει την αστική της ταυτότητα από το μηδέν. Μέσα σε αυτό το σχεδόν ερημικό τοπίο, οι νέοι δρόμοι χαράσσονταν από την αρχή και οι πλατείες σχεδιάζονταν με πρότυπο τις δυτικές μητροπόλεις – μην κοιτάτε πώς γίναμε δυο αιώνες μετά.
Εκείνος που έβαλε τα θεμέλια για το «πρασίνισμα» της πόλης ήταν ο βασιλιάς Όθωνας και, κυρίως, η σύζυγός του, βασίλισσα Αμαλία του Ολδεμβούργου.

Η βασίλισσα Αμαλία
Φέρνοντας στις αποσκευές της έντονες μνήμες από τα κατάφυτα τοπία της πατρίδας της, η νεαρή βασίλισσα ένιωθε επιτακτική την ανάγκη για μια όαση δροσιάς. Είχε ζωηρό, σχεδόν εμμονικό ενδιαφέρον για τη βοτανική και έθεσε ως προσωπικό της στοίχημα τη δημιουργία των Βασιλικών Κήπων — του σημερινού Εθνικού Κήπου — έναν χώρο που θα λειτουργούσε ως ένας τεράστιος πειραματικός καμβάς.
Για να υλοποιήσει το μεγαλεπήβολο σχέδιό της, η Αμαλία δεν έκανε εκπτώσεις. Επιστράτευσε κορυφαίους Ευρωπαίους ειδικούς, με προεξάρχοντα τον Γάλλο γεωπόνο και αρχιτέκτονα τοπίου Φρανσουά Λουί Μπαρό.
Η οδηγία ήταν σαφής: η Αθήνα έπρεπε να αποκτήσει έναν κήπο εφάμιλλο των ευρωπαϊκών παλατιών. Έτσι, οργανώθηκε μια τεράστια επιχείρηση εισαγωγής. Σύμφωνα με τις ιστορικές καταγραφές, ένα πλοίο με το όνομα «Φοίνιξ» απέπλευσε από τη Γένοβα, μεταφέροντας στα αμπάρια του μια βοτανική κιβωτό: περίπου 15.000 δενδρύλλια, σπόρους και φυτά από κάθε γωνιά του πλανήτη.

Αναπαράσταση του βασιλικού κήπου την οθωνική περίοδο
Ανάμεσα σε φοίνικες, σπάνιους θάμνους και εξωτικά λουλούδια που προορίζονταν να δώσουν στην πρωτεύουσα έναν κοσμοπολίτικο αέρα, ταξίδεψαν στο Αιγαίο και τα πρώτα δείγματα της τζακαράντας. Ήταν ένα τολμηρό πείραμα, καθώς κανείς δεν ήξερε πώς θα αντιδρούσαν αυτά τα υποτροπικά φυτά στο ξηρό αττικό καλοκαίρι και τον χειμωνιάτικο παγετό.
Όμως το δέντρο διέψευσε τους φόβους. Προσαρμόστηκε εντυπωσιακά, ρίζωσε αρχικά στα παρτέρια των βασιλικών κήπων και, αργότερα, απλώθηκε στους κήπους του Ζαππείου.

Οι περίφημες τζακαράντες του Ζαππείου
Σιγά-σιγά, βγήκε από τα όρια του παλατιού, άρχισε να φυτεύεται σε πλατείες και δρόμους της πόλης, και, χωρίς να το καταλάβει σχεδόν κανείς, αυτός ο εξωτικός «μετανάστης» πολιτογραφήθηκε Αθηναίος.
Η αθηναϊκή κοσμογονία της τζακαράντας
Σήμερα, οι τζακαράντες εμφανίζονται σε διάφορα σημεία της πόλης: γύρω από το Ζάππειο, στον Εθνικό Κήπο, σε δρόμους του κέντρου αλλά και σε γειτονιές που κρατούν ακόμα ίχνη της παλιάς αστικής δενδροφύτευσης.

Το χρώμα της τζακαράντας συναγωνίζεται στα ίσια το άρωμα της ανθισμένης νεραντζιάς
Στο μεταίχμιο άνοιξης και καλοκαιριού, όταν τα περισσότερα δέντρα έχουν ήδη πρασινίσει, η τζακαράντα επιλέγει να κάνει τη δική της καθυστερημένη αλλά θεαματική είσοδο.
Οι μωβ ταξιανθίες εμφανίζονται σχεδόν ταυτόχρονα και για λίγες εβδομάδες μετατρέπουν τις δεντροστοιχίες σε πανδαισία χρώματος. Τα πέταλα πέφτουν συνεχώς στο έδαφος, δημιουργώντας ένα απαλό χαλί. Σε ορισμένα σημεία μοιάζει σαν να έχει χιονίσει – μόνο που το «χιόνι» είναι μωβ.

Γενέτειρα του εντυπωσιακού δέντρου είναι η Λατινική Αμερική
Δεν είναι περίεργο που το θέαμα αυτό έχει γίνει αγαπημένο θέμα για φωτογράφους και χρήστες των κοινωνικών δικτύων. Κάθε άνοιξη, εικόνες από τις ανθισμένες τζακαράντες γεμίζουν το Instagram και το Facebook, δημιουργώντας μια μικρή ψηφιακή γιορτή της πόλης.
Η τζακαράντα έχει αποκτήσει έτσι μια δεύτερη ζωή: από καλλωπιστικό δέντρο μετατρέπεται σε σύμβολο της εποχικής μεταμόρφωσης της Αθήνας.
Το μενεξεδένιο χιόνι του Σεφέρη
Το φαινόμενο δεν θα μπορούσε να αφήσει ασυγκίνητη τη λογοτεχνία. Ο Γιώργος Σεφέρης χρησιμοποίησε κάποτε την εικόνα του «μενεξεδένιου χιονιού» για να περιγράψει ακριβώς αυτό το θέαμα, δημιουργώντας μια φράση που αποδείχθηκε εντυπωσιακά ακριβής.

Η Αθήνα παραμένει εδώ και σχεδόν δύο αιώνες μια φιλόξενη οικοδέσποινα για το υποτροπικό δέντρο
Το 1941, ακολουθώντας την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση ως διπλωμάτης κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Νομπελίστας ποιητής βρέθηκε στην Πρετόρια της Νότιας Αφρικής.
Εκεί, μακριά από την πατρίδα αλλά περπατώντας κάτω από τα γνώριμα ανθισμένα δέντρα που έδωσαν στην πόλη το προσωνύμιό της, έγραψε το ποίημα «Kerk Str. Oost, Pretoria, Transvaal», χαρίζοντας στην τζακαράντα την ποιητική αθανασία που της αξίζει:
«Οι τζακαράντες παίζοντας καστανιέτες και χορεύοντας ρίχναν γύρω στα πόδια τους ένα μενεξεδένιο χιόνι. Αδιάφορα όλα τ’ άλλα, κι αυτό το Βένουσμπεργκ της γραφειοκρατίας με τους διπλούς του πύργους και τα διπλά του επίχρυσα ρολόγια ναρκωμένο βαθιά σαν ιπποπόταμος μες στο γαλάζιο.

Η Πρετόρια της Νότιας Αφρικής
Και τρέχαν τ’ αυτοκίνητα δείχνοντας γυαλιστερές πλάτες όπως τα δελφίνια. Στο τέλος του δρόμου μάς περίμενε δρασκελώντας αργόσχολα μες στο κλουβί του ο ασημένιος φασιανός της Κίνας ο Ευπλόκαμος Νυχθήμερος, όπως τον λένε. Και να σκεφτείς πως ξεκινήσαμε αποχαιρετώντας με την καρδιά γεμάτη σκάγια τον Ονοκρόταλο τον Πελεκάνο — αυτόν που είχε ένα ύφος τσαλαπατημένου πρωθυπουργού στο ζωολογικό κήπο του Καΐρου».







