«Όχι» στην αλλαγή του υφιστάμενου μοντέλου επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης υπό τον φόβο της παραταξιακοποίησης αλλά και στην ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου, καμπανάκι για νέες ευρωπαϊκές καταδίκες της χώρας από πρόχειρες συνταγματικές αλλαγές, καθώς και μια ακτινογραφία του θεσμικού «παραδόξου» στην τραγωδία των Τεμπών συνέθεσαν τη συζήτηση ανάμεσα στον Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, Μιχάλη Πικραμένο, και τον αναπληρωτή καθηγητή του ΕΚΠΑ, Παναγή Παναγιωτόπουλο, στο πλαίσιο του ετήσιου συνεδρίου του Κύκλου Ιδεών σε συνεργασία με το Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, υπό τον γενικό τίτλο «Εθνικό Σχέδιο Δράσης υπό συνθήκες παγκόσμιας αβεβαιότητας» και υπό τον συντονισμό της δημοσιογράφου Ιωάννας Μάνδρου.
«Λάθος να πιστεύουμε ότι μπορούν να γραφτούν τα πάντα στο Σύνταγμα»
Ο Πρόεδρος του ΣτΕ, Μιχάλης Πικραμένος, ξεκαθάρισε ότι τα προβλήματα της Δικαιοσύνης και του κράτους αντανακλούν πρωτίστως τα προβλήματα της ίδιας της κοινωνίας. Αναφερόμενος στις προτάσεις που κατέθεσε το ΣτΕ ενόψει της Συνταγματικής Αναθεώρησης, σημείωσε ότι περίπου 50 δικαστές εργάστηκαν εντατικά για τη διαμόρφωσή τους, αποδεικνύοντας ότι το «ανώτατο δικαστήριο λειτουργεί ως ένας θεσμός υψηλών προδιαγραφών που παρεμβαίνει με σύνεση, μετριοπάθεια και χωρίς εν θερμώ αντιδράσεις».
Ο κ. Πικραμένος έβαλε «φρένο» στις ψευδαισθήσεις γύρω από την αναθεώρηση του καταστατικού χάρτη, τονίζοντας ότι πρόκειται για ένα σύνθετο πολιτικό και νομικό εγχείρημα. «Τα πολιτικά κόμματα και ο μέσος πολίτης έχουν την άποψη ότι μπορούν να γραφτούν τα πάντα στο σύνταγμα. Αυτό είναι λάθος. Δεν μας έφταιξε το Σύνταγμα για τις κρίσεις που έχουμε περάσει», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Παράλληλα, έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου για την ανάγκη ευθυγράμμισης με το υπερεθνικό δίκαιο, σημειώνοντας ότι όποιος σχεδιάζει συνταγματικές αλλαγές πρέπει να λαμβάνει σοβαρά υπόψη του τη νομολογία των ευρωπαϊκών δικαστηρίων. Σε αντίθετη περίπτωση, η χώρα κινδυνεύει με νέες καταδίκες, όπως έχει συμβεί ήδη στο παρελθόν, αφού γραμματικές διατυπώσεις που θεωρούνταν σαφείς και απόλυτες έχουν πλέον σχετικοποιηθεί.
Όχι σε Συνταγματικό Δικαστήριο και «εξωτικούς» για την επιλογή της ηγεσίας
Εξηγώντας τη διαφωνία του με την ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου, ο Πρόεδρος του ΣτΕ υπογράμμισε ότι ο προληπτικός αφηρημένος έλεγχος δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να σταματήσει τον παρεμπίπτοντα ατομικό έλεγχο, τον οποίο δικαιούται κάθε πολίτης για να βρει το δίκιο του στη συγκεκριμένη υπόθεσή του. Ανέφερε μάλιστα την περίπτωση, όπου μέσω μιας και μόνο ατομικής περίπτωσης μπορεί τελικά να «πέσει» μια ολόκληρη διάταξη, η οποία προηγουμένως είχε κριθεί συνταγματική σε προληπτικό επίπεδο. «Επ’ ουδενί ο παρεμπίπτων έλεγχος δεν πρέπει να τεθεί εκ ποδών», παρατήρησε.
Αρνητικός εμφανίστηκε και για την αλλαγή του μοντέλου επιλογής της δικαστικής ηγεσίας, ζητώντας να διατηρηθεί το υφιστάμενο σύστημα για να αποφευχθεί ο κίνδυνος μιας πλήρους παραταξιακοποίησης της Δικαιοσύνης, που θα οδηγούσε σε εσωτερικές ομαδοποιήσεις και αδιαφανείς σχέσεις. Στο πλαίσιο αυτό, απέκλεισε την ιδέα να δοθεί αποφασιστική αρμοδιότητα στους ίδιους τους δικαστές, ενώ χαρακτήρισε λάθος την εμπλοκή «εξωτικών» προσώπων που δεν έχουν καμία γνώση της εσωτερικής λειτουργίας των δικαστηρίων. Το ζήτημα αυτό άλλωστε τονίστηκε και στην επιστολή την οποία απέστειλε το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο της χώρας στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον Πρωθυπουργό και τον Υπουργό Δικαιοσύνης.
Περνώντας σε μια αυτοκριτική προσέγγιση, ο κ. Πικραμένος παραδέχτηκε ότι η Δικαιοσύνη στερείται πραγματικών εσωτερικών θεσμών λογοδοσίας, με αποτέλεσμα να προάγονται και άνθρωποι που δεν θα έπρεπε, εξαιτίας μιας γενικευμένης επιείκειας. «Ένα από τα προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας είναι ότι ο καθένας δεν θέλει να αξιολογείται», σημείωσε.
Όσο για την κοινωνική δυσπιστία, εκτίμησε ότι η δικαστική εξουσία φέρει ένα μερίδιο ευθύνης, όμως το μεγαλύτερο μέρος του προβλήματος οφείλεται στην τοξική ατμόσφαιρα της δημόσιας σφαίρας και στην «αχανή ψηφιακή αρένα», όπου οι δικαστικές αποφάσεις αντιμετωπίζονται με όρους συνθημάτων. Κλείνοντας, άφησε και μια προσωπική αιχμή για τις πιέσεις που δέχεται το αξίωμά του, λέγοντας: «Πολλές φορές στην ιστορία του ΣτΕ έχει στοχοποιηθεί ο πρόεδρος του δικαστηρίου, και αυτό το έχω νιώσει και εγώ προσωπικά. Το μείζον είναι να κάνεις καλά τη δουλειά σου. Αλλά βλέπεις ανθρώπους που δεν τους περίμενες ποτέ να στέκονται απέναντί σου και να σου επιτίθενται, είναι δυστυχώς γεγονός».
Κρίση του δημοκρατικού συναισθήματος και το «παράδοξο» των Τεμπών
Στη δική του παρέμβαση, ο αναπληρωτής καθηγητής του ΕΚΠΑ, Παναγής Παναγιωτόπουλος, προσέφερε μια διεισδυτική κοινωνιολογική ανάλυση, εκτιμώντας ότι αυτή τη στιγμή οι κοινωνικές και πολιτικές δυσφορίες μετατοπίζονται από την πολιτική σκηνή και προβάλλονται πάνω στη Δικαιοσύνη. Οι κοινωνικές ανισότητες, καθώς και οι πολιτικές ή πολιτισμικές ανασφάλειες των πολιτών, έρχονται τελικά και «κρυσταλλώνονται» στους δικαστικούς θεσμούς, οι οποίοι καλούνται να σηκώσουν ένα βάρος προσδοκιών που αντικειμενικά ξεπερνά τις δυνάμεις τους.
Σύμφωνα με τον κ. Παναγιωτόπουλο, η εμφάνιση τάσεων συνωμοσιολογίας δεν είναι τυχαία, αλλά μαρτυρά μια βαθύτερη κρίση του δημοκρατικού συναισθήματος. «Η συνωμοσιολογία παρεισφρέει στη συναισθηματική χάωση η οποία έχει απέναντί της ένα δικαστήριο από το οποίο προσδοκούμε και ζητάμε πολλά, τόσο σε ποιότητα όσο και σε ποσότητα», εξήγησε, σημειώνοντας ότι η κοινωνία συχνά ενεργοποιείται από την καχυποψία ότι «πάει να γίνει κάτι πολύ πονηρό». Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκάλεσε η αναφορά του καθηγητή στην τραγωδία των Τεμπών, όπου εντόπισε ένα σαφές θεσμικό παράδοξο: ένα σημαντικό μέρος των θυμάτων αισθάνεται έντονη αμηχανία και δυσφορία απέναντι στις επίσημες δικαστικές διαδικασίες, αναπτύσσοντας αντίθετα μια ξεκάθαρη «εξωδικαστική προσδοκία δικαίωσης». Αυτή η τάση, κατέληξε ο κ. Παναγιωτόπουλος, αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες σύγχρονες προκλήσεις για το κράτος δικαίου.






