Η επίσκεψη του βασιλέως Καρόλου στις ΗΠΑ, που άρχισε στις 27 Απριλίου, είναι βαθιά συμβολική, καθώς στην επέτειο των 250 ετών της αμερικανικής ανεξαρτησίας από τον Βρετανό μονάρχη, ένας άλλος Βρετανός μονάρχης έρχεται να επιβεβαιώσει τη διάρκεια της ειδικής σχέσης μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου και ΗΠΑ. Αυτός ο ισχυρός συμβολισμός, όμως, λαμβάνει χώρα υπό διπλή σκιά: Αφενός των πρόσφατων πυροβολισμών σε εκδήλωση, όπου συμμετείχε ο Αμερικανός Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, και, αφετέρου, του σκανδάλου Έπστιν και της έμμεσης ανάμειξης του Άγγλου πρωθυπουργού Στάρμερ διά του συνεργάτη του Πίτερ Μέντελσον. Τα σημαντικότερα, πάντως, διακυβεύματα στις σχέσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ηνωμένου Βασιλείου αυτή τη στιγμή είναι η στάση έναντι του πολέμου στο Ιράν και η σημασία του ΝΑΤΟ.

Ευκαιρία επούλωσης τραυμάτων της ειδικής σχέσης ΗΠΑ-Ηνωμένου Βασιλείου

Βεβαίως, ο Βρετανός βασιλέας δεν είναι πολιτικός, οπότε διαθέτει ως κληρονομικός μονάρχης το προνόμιο μιας ολύμπιας θέασης, που υπέ ρκειται των τετριμμένων γεωπολιτικών ενδεχομενικοτήτων. Από την άλλη, ακριβώς για αυτόν τον λόγο η επίσκεψη του Καρόλου θεωρείται ως μια μοναδική ευκαιρία επουλώσεων προσφάτων τραυμάτων στις σχέσεις των δύο δυνάμεων, με τον τρόπο ενός μονάρχη που μπορεί να απαλύνει τον επιτακτικό χαρακτήρα των ανταγωνισμών με αναφορά στο διαχρονικό ιστορικό βάθος.

Εξάλλου, πολλοί σκέφτονται ότι ενώ ο Ντόναλντ Τραμπ δεν έχει διστάσει να ταπεινώσει ή να αναφερθεί προσβλητικά σε ηγέτες, όπως ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι, αλλά και οι Κιρ Στάρμερ και Εμανουέλ Μακρόν, θα διστάσει να υιοθετήσει μια παρόμοια αλαζονική στάση έναντι του εκπροσώπου μιας μοναρχίας με ιστορία πολλών αιώνων, γεγονός που καθιστά την επίσκεψη μια σπάνια ευκαιρία.

Ενώ για τον Βρετανό πρωθυπουργό ο Τραμπ έχει κάνει τη διαβόητη δήλωση «δεν είναι δα και ο Ουίνστον Τσόρτσιλ» στον Κάρολο έχει έως τώρα επιδαψιλεύσει τις στερεοτυπικές τραμπικές φιλοφρονήσεις «φανταστικός άνδρας», «γενναίος άνδρας», με θαυμασμό για τη βρετανική του ευγένεια. Για τη Μεγάλη Βρετανία ο Αμερικανός Πρόεδρος επεφύλαξε τον χαρακτηρισμό ότι είναι «μια Ρολς Ρόις των συμμάχων», η οποία, όμως, δεν συνδράμει πια όπως παλιά τον κοινό αγώνα.

Η αντιστροφή των ρόλων σε σχέση με την κρίση του Σουέζ το 1956-1957

Για πολλούς πρόκειται για τη δυσκολότερη συνάντηση Βρετανού μονάρχη με Αμερικανό Πρόεδρο από όταν ο Γεώργιος ΣΤ΄ συνάντησε τον Φραγκλίνο Ντελάνο Ρούζβελτ το 1939, για να αποσπάσει τη συνδρομή των ΗΠΑ στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η βασίλισσα Ελισάβετ βεβαίως στη μακροχρόνια βασιλεία της είχε την ευκαιρία να συναντήσει όλους τους μεταπολεμικούς αμερικανούς προέδρους πλην του Λίντον Τζόνσον, πολλούς από τους οποίους μάλιστα και στον Λευκό Οίκο.

Μία ενδιαφέρουσα παραλληλία είναι η συνάντηση με τον Ντουάιτ Αϊζενχάουερ το 1957. H σχέση του Ηνωμένου Βασιλείου με τις ΗΠΑ ήταν τεταμένη μετά τον Οκτώβριο 1956, όποτε η Αγγλία και η Γαλλία είχαν πραγματοποιήσει μαζί με το Ισραήλ επέμβαση στην Αίγυπτο με αφορμή την εθνικοποίηση των στενών του Σουέζ από την αιγυπτιακή κυβέρνηση Νάσερ. Η κυβέρνηση Αϊζενχάουερ είχε εναντιωθεί στην αγγλική παρέμβαση με αποτέλεσμα μια απόσυρση της Μεγάλης Βρετανίας, που θεωρείται ότι τερμάτισε την περίοδο της αγγλικής αποικιοκρατίας.

Κατά ειρωνικό τρόπο, υπάρχει μια αντιστροφή: Το 1956 η προσπάθεια του Ηνωμένου Βασιλείου να επιβάλει τη θέλησή του στα στενά του Σουέζ συνάντησε σκληρή στάση από τις ΗΠΑ, που ήθελαν να περιορίσουν την παρουσία των παλαιών αποικιοκρατικών δυνάμεων Αγγλίας και Γαλλίας στη Μέση Ανατολή. Εν έτει 2026, με αφορμή την προς ώρας αδυναμία της κυβέρνησης Τραμπ να επιβάλει ένα άνοιγμα των στενών του Ορμούζ, πολλοί μιλούν για ένα «Σουέζ των ΗΠΑ», δηλαδή για μια πρωτοφανή αμερικανική δυσκολία να επιβάλουν την παρουσία και θέλησή τους στη Δυτική Ασία.

Αντιστρόφως, είναι η σειρά του Ηνωμένου Βασιλείου, διά της κυβέρνησης Στάρμερ, να παίξει τον ρόλο της σώφρονος δυτικής δυνάμεως που δείχνει απαρέσκεια προς τυχοδιωκτισμούς, μία στάση που το 1956 είχαν τηρήσει οι ΗΠΑ διά του Προέδρου Αϊζενχάουερ, η επιμονή του οποίου οδήγησε στην απώλεια της πρωθυπουργίας από τον Άντονι Ίντεν τον Ιανουάριο του 1957. Η επίσκεψη της βασίλισσας Ελισάβετ είχε παίξει τον ρόλο της επιδιόρθωσης των σχέσεων, όπως αντίστοιχη προσδοκία υπάρχει και για την επίσκεψη του Καρόλου σε μια νέα φάση απόκλισης των δύο χωρών ως προς τη μεσανατολική πολιτική με τις ΗΠΑ του Τραμπ να είναι αυτές που ακολουθούν τώρα την τυχοδιωκτική πολιτική.

Ο παραλληλισμός με τη συνάντηση Γεωργίου ΣΤ΄ και Ρούζβελτ

Ο παραλληλισμός είναι μέρος μιας βαθύτερης αντιστροφής: Στις κοινές αξίες ΗΠΑ και Ηνωμένου Βασιλείου περιλαμβάνονται ο περιορισμός της απολυταρχικής εξουσίας, που ανάγεται ήδη στην Μάγκνα Κάρτα το 1215, με την οποία ο Άγγλος μονάρχης αποκήρυξε μέρος των δικαιωμάτων του, η διάκριση των εξουσιών, το κράτος δικαίου, η παράδοση του Διαφωτισμού. Ενώ οι ΗΠΑ υπήρξαν πρωτοπόρες στη δημοκρατική ριζοσπαστικοποίηση των αξιών αυτών, σήμερα είναι ο εκπρόσωπος του Ηνωμένου Βασιλείου αυτός που χρειάζεται να τις υπομνήσει σε μια αμερικανική κυβέρνηση που αφίσταται όλο και περισσότερο από τις παραδόσεις του Διαφωτισμού, θολώνοντας τα όρια μεταξύ των διακριτών εξουσιών της δημοκρατίας για χάρη ενός προσωποπαγούς βολονταρισμού.

Το συνολικότερο ζητούμενο είναι, οπωσδήποτε, η γενικότερη στάση της «συλλογικής Δύσης» έναντι των γεωπολιτικών προκλήσεων, με τις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά και τον Καναδά, του οποίου ο Κάρολος, σημειωτέον, είναι επίσης ο μονάρχης, να αποτελούν την κυριολεκτικά «βορειατλαντική» αιχμή του ΝΑΤΟ που φιλοδοξεί να δείχνει ακόμη τον δρόμο σε μια πολυδιασπασμένη Ευρώπη. Από αυτήν την άποψη, η επίσκεψη του Καρόλου μπορεί να παρομοιαστεί περισσότερο με αυτή του Γεωργίου ΣT΄, ο οποίος αναζητούσε από την κυβέρνηση Ρούζβελτ μια εντονότερη εμπλοκή στην ευρωπαϊκή ήπειρο, όπως σήμερα οι Ευρωπαίοι ηγέτες επιθυμούν μια μεγαλύτερη επαναρυμούλκηση των ΗΠΑ στη χάραξη της μοίρας της Ευρώπης, αυτή τη φορά έναντι της ρωσικής απειλής.

Ο λόγος της βασίλισσας Ελισάβετ μετά τον Πρώτο Πόλεμο του Κόλπου

Αλλά και η βασίλισσα Ελισάβετ, όταν απευθύνθηκε στο αμερικανικό Κογκρέσο το 1991, εξήρε τη σημασία του ΝΑΤΟ, σε μια περίοδο όπου είχε μόλις συμβεί η κατάρρευση του σοσιαλιστικού μπλοκ, και την είχε συνδέσει με τις αξίες του φιλελευθερισμού και της πολιτισμικής ποικιλίας, που χαρακτηρίζουν ιδιαιτέρως τις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο μεταξύ των δυτικών δημοκρατιών. Ο Πρόεδρος Τζορτζ Μπους ο Πρεσβύτερος είχε τότε μόλις κερδίσει μία καθαρή νίκη στον Πρώτο πόλεμο του Κόλπου.

Η βασίλισσα Ελισάβετ είχε εκφωνήσει έναν λόγο με στιγμές υψηλού ιδεαλισμού. «Η γυμνή δύναμη είναι, εντέλει, στείρα. Οι κοινωνίες μας βασίζονται πλέον στην αμοιβαία συμφωνία και συναίνεση». Πόσο εύκολο, όμως, θα είναι για τον βασιλέα Κάρολο να αρθρώσει τη σημασία των ίδιων αξιών ενώπιον ενός αμερικανού προέδρου, ο οποίος ταυτοχρόνως αμφισβητεί τη σημασία του ΝΑΤΟ και επιχειρεί να περιορίσει τον φιλόξενο πολυπολιτισμικό χαρακτήρα των ΗΠΑ μέσω μαζικών απελάσεων και αντιμεταναστευτικής πολιτικής; Την ίδια μάλιστα στιγμή που μια νίκη στον Τρίτο Πόλεμο του Κόλπου δεν φαίνεται εξίσου βέβαιη;

Οι οικολογικές ανησυχίες του βασιλέως Καρόλου και η επιμονή του στη σημασία της κλιματικής αλλαγής επίσης δεν πρόκειται να τον κάνουν συμπαθή στον πρόεδρο Τραμπ. Στο πλαίσιο του οικολογικού του στίγματος, ο Κάρολος θα συναντήσει επίσης ηγέτες ιθαγενών, για να συζητήσουν για τη διάσωση του φυσικού περιβάλλοντος. Όσοι αρέσκονται να παρατηρούν τα λιγότερο προφανή, θα σκεφθούν ότι ο Κάρολος είναι επίσης μονάρχης του Καναδά, μιας χώρας την οποία ο Τραμπ αρέσκεται να εξευτελίζει, υπαινισσόμενος ενίοτε μια πιθανή προσάρτησή της από τις ΗΠΑ, έστω υπό οικονομική μορφή.

Στη σκιά της μητέρας και του αδελφού

Για όλους αυτούς τους λόγους η ομιλία του Καρόλου ενώπιον του αμερικανικού Κογκρέσου θα είναι η μεγαλύτερη πρόκληση της έως τώρα βασιλείας του. Μακάρι πάντως να ένιωθε ο Κάρολος μόνο τη σκιά της μητέρας του, η οποία έθεσε ψηλά τον πήχη με τη δική της ομιλία του 1991. Δυστυχώς, βρίσκεται στη σκιά και του μικρότερου αδελφού του Άντριου Μάουντμπατεν Ουίνδσορ, ο οποίος μοιραζόταν με τον Πρόεδρο Τραμπ μια στενή φιλία με τον Τζέφρι Έπστιν, πλην με πολύ βαρύτερες κατηγορίες να τον βαραίνουν. Ο Βρετανός μονάρχης απέφυγε να δεχθεί να συναντήσει επιζώντες της υπόθεσης Έπστιν με το σκεπτικό ότι θα αποτελούσε εμπλοκή στην αστυνομική και δικαστική έρευνα. Πάντως, η βασίλισσα Καμίλλα αναμένεται να συναντήσει εκπροσώπους οργανώσεων για θύματα οικογενειακής βίας.

Υπάρχει, ταυτοχρόνως, και η υπόθεση του υιού του Καρόλου, Χάρι, δούκα του Σάσσεξ, που έχει διαλέξει μαζί με τη σύζυγό του Μέγκαν Μαρκλ μια περισσότερο ιδιωτική ζωή στις ΗΠΑ μακριά από το αυστηρό πρωτόκολλο του Παλατιού. Ένας άμεσος ενοπτρισμός της αποτυχίας του Καρόλου ως πατέρα να εμπνεύσει στον γιο του τη σημασία του βασιλικού θεσμού θα υπονόμευε όλα τα μηνύματα που ο Βρετανός μονάρχης θα ήθελε να διαπορθμεύσει στην Ουάσινγκτον και για αυτό μια παρόμοια συνάντηση δεν προγραμματίστηκε ούτε αναμένεται να συμβεί.

Όλα αυτά που ο Τραμπ δεν μπορεί να αγοράσει

Περισσότερο πολιτικώς ορθή θα είναι η παρακολούθηση μιας κατάθεσης στεφάνων στη μνήμη των θυμάτων της 11ης Σεπτεμβρίου παρουσία του δημάρχου της Νέας Υόρκης Ζοχράν Μαμντάνι. Στην Ουάσινγκτον, το βασιλικό ζεύγος θα πιουν τσάι μαζί με το προεδρικό ζεύγος των ΗΠΑ, θα συμμετάσχουν σε δεξίωση και σε επίσημο δείπνο, ενώ ο Κάρολος θα έχει την ευκαιρία μιας κατ’ ιδίαν συνάντησης με τον Πρόεδρο Τραμπ μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.

Πρόκειται, εντέλει, για μια σχοινοβασία, για την οποία ο βασιλέας Κάρολος με το ιδιάζον ύφος και ήθος του κρίνεται ως ικανός, σε μια περίοδο όπου χρειάζεται να επιβεβαιωθεί η ειδική σχέση ΗΠΑ και Ηνωμένου Βασιλείου, αλλά και να σμιλευθεί εκ νέου η ενότητα της Δύσης απέναντι στις γεωπολιτικές προκλήσεις. Και ίσως ο βασιλέας Κάρολος να είναι ακριβώς το κατάλληλο πρόσωπο για να θέλξει τον Ντόναλντ Τραμπ, ακριβώς επειδή ως εκπρόσωπος ενός μακραίωνος κληρονομικού θεσμού εκπροσωπεί όλα αυτά που ο Ντόναλντ Τραμπ δεν μπορεί να αγοράσει ή να διαπραγματευτεί με την «τέχνη του deal» του.