Εχει δίκιο ο κ. Καραμανλής. Τα βαριά επώνυμα είναι θέμα. Ο ίδιος το βλέπει σήμερα ως πρόβλημα. Οι υπόλοιποι όμως ξέρουμε πως, ειδικά σε μια μικρή χώρα όπως η Ελλάδα, ένα ιστορικό επώνυμο συχνά αρκεί για να ανοίξει τον δρόμο ως την κορυφή. Τα παραδείγματα γύρω μας είναι πολλά.

Εχει κάθε δικαίωμα να θεωρεί ότι βάλλεται εξαιτίας του επωνύμου του. Θα απαιτούσε όμως λίγο περισσότερο θάρρος να αναγνωρίσει και την άλλη όψη: ότι το ίδιο αυτό επώνυμο είναι που του εξασφάλισε μια θέση στη Βουλή. Και δεν είναι ο μόνος.

Πολλοί εισέρχονται στην πολιτική χωρίς ιδιαίτερο βιογραφικό ή εμφανείς ικανότητες, ως φυσική συνέχεια μιας οικογενειακής διαδρομής, με τον ίδιο τρόπο που άλλοι αναλαμβάνουν την οικογενειακή επιχείρηση. Ακόμη και η απλή συνεπωνυμία έχει αποδειχθεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, αρκετή για εκλογική επιτυχία.

Δεν είναι τυχαίο ότι το φαινόμενο επιβιώνει διαχρονικά. Το ίδιο το εκλογικό σύστημα, σε συνδυασμό με τη σημασία της αναγνωρισιμότητας, ευνοεί πρόσωπα με ήδη εδραιωμένο όνομα.

Κι έπειτα, δεν πρόκειται για κάποια ελληνική ιδιαιτερότητα. Από τις ΗΠΑ μέχρι την Ινδία κι από τη Βρετανία ως την Αργεντινή και τον Καναδά, μπορεί κανείς να βρει πολλά παραδείγματα. Κένεντι, Γκάντι, Μίλιμπαντ, Κίρχνερ, Τρουντό είναι κάποιες ενδεικτικές περιπτώσεις. Πολιτικές δυναστείες διατηρούν επιρροή και παρουσία.

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν το προβάδισμα υπάρχει. Αυτό δεν αμφισβητείται. Το θέμα είναι αν έχει ουσιαστικό περιεχόμενο. Η ανατροφή σε ένα πολιτικό περιβάλλον μπορεί να καλλιεργήσει γνώση και ενδιαφέρον. Προσφέρει όμως και κάτι ακόμη: πρόσβαση, δικτύωση και συσσωρευμένο πολιτικό κεφάλαιο προς εξαργύρωση. Και σε μια χώρα όπου το ρουσφέτι εξακολουθεί να θεωρείται από ορισμένους μέρος των βουλευτικών καθηκόντων, αυτό το πλεονέκτημα γίνεται σχεδόν ανίκητο.

Δεν είναι όλες οι περιπτώσεις ίδιες. Υπάρχουν και εκείνοι που διακρίθηκαν λόγω επωνύμου, αλλά στη συνέχεια απέδειξαν στην πράξη την αξία τους. Το ερώτημα όμως παραμένει: σε ποιον βαθμό λειτουργεί η δημοκρατία με όρους κληρονομικότητας; Θα μπορούσε βέβαια να αντιτείνει κανείς ότι, τελικά, η κρίση ανήκει πάντα στους ψηφοφόρους. Οτι κανείς δεν εκλέγεται χωρίς λαϊκή εντολή. Αυτό είναι τυπικά σωστό. Στην πράξη όμως, όταν οι επιλογές επηρεάζονται τόσο έντονα από την αναγνωρισιμότητα και τη δικτύωση, η λαϊκή εντολή μπαίνει σε άλλο πλαίσιο.

Γιατί μπορεί το Σύνταγμά μας να διακηρύσσει την ισότητα, καταργώντας τίτλους ευγενείας ή διάκρισης, αλλά η πραγματικότητα δείχνει ότι ένας άτυπος κατάλογος «αριστοκρατών» δεν έπαψε ποτέ να υπάρχει. Κι αυτό, ειδικά σε καιρούς όπως οι δικοί μας, με τις δυνατότητες κοινωνικής κινητικότητας να μειώνονται δραματικά χρόνο με τον χρόνο, θα ήταν χρήσιμο να προβληματίζει τους ψηφοφόρους ακόμη περισσότερο.