Είναι Σάββατο, 26 Απριλίου του 1986. Στο σκοτεινό, σχεδόν κλειστοφοβικό δωμάτιο ελέγχου του αντιδραστήρα Νο 4 στην πυρηνική εγκατάσταση του Τσερνόμπιλ το ρολόι δείχνει 01:23. Εξω, η άνοιξη έχει αρχίσει να ζεσταίνει τα πυκνά δάση της Ουκρανίας. Μέσα, ωστόσο, η ατμόσφαιρα είναι ηλεκτρισμένη από την κούραση της ημέρας και την ένταση. Η νυχτερινή βάρδια, υπό την αυστηρή, σε βαθμό αυταρχισμού, καθοδήγηση του αναπληρωτή αρχιμηχανικού Ανατόλι Ντιάτλοφ, εκτελεί μια δοκιμή ασφαλείας που είχε ήδη αναβληθεί αρκετές φορές. Το σχέδιο, με τη γνώση που έχουμε σήμερα, ακούγεται ειρωνικό. Ή μάλλον μακάβριο. Οι μηχανικοί ήθελαν να ελέγξουν εάν οι στρόβιλοι, καθώς θα επιβράδυναν ύστερα από μια υποθετική διακοπή ρεύματος, θα μπορούσαν να παραγάγουν αρκετή κινητική ενέργεια ώστε να κρατήσουν τις αντλίες ψύξης σε λειτουργία για τα κρίσιμα 60 δευτερόλεπτα μέχρι να πάρουν μπρος οι εφεδρικές γεννήτριες ντίζελ.

Μέσα σε ελάχιστα λεπτά, μια αλυσιδωτή αντίδραση καταστροφικών αποφάσεων οδηγεί στην άβυσσο. Ο αντιδραστήρας είχε «δηλητηριαστεί» από Ξένον-135, ένα υποπροϊόν της πυρηνικής αντίδρασης που απορροφά νετρόνια, δημιουργώντας μια εξαιρετικά ασταθή κατάσταση χαμηλής ισχύος. Στην προσπάθειά τους να ανεβάσουν την ισχύ για να ολοκληρώσουν το πείραμα, οι χειριστές αφαιρούν σχεδόν όλες τις ράβδους ελέγχου – τα «φρένα» του συστήματος. Η θερμοκρασία στον πυρήνα αρχίζει να ανεβαίνει κατακόρυφα και το νερό ψύξης μετατρέπεται αστραπιαία σε ατμό.

Στις 01:23:40, ο Αλεξάντερ Ακίμοφ, επικεφαλής της βάρδιας, αντιλαμβανόμενος τον επερχόμενο όλεθρο, δίνει την εντολή να πατηθεί το κουμπί AZ-5, η ύστατη δηλαδή δικλίδα ασφαλείας για την άμεση και πλήρη διακοπή της λειτουργίας. Ομως ο σχεδιασμός του σοβιετικού αντιδραστήρα κρύβει ένα θανάσιμο ελάττωμα: τα άκρα των ράβδων ελέγχου είναι φτιαγμένα από γραφίτη, ο οποίος επιταχύνει προσωρινά την αντίδραση πριν την επιβραδύνει. Καθώς οι ράβδοι εισέρχονται ταυτόχρονα, αντί να σβήσουν τη φωτιά, λειτουργούν σαν πυροκροτητής. Η ισχύς εκτοξεύεται σε επίπεδα έως και 100 φορές πάνω από την ονομαστική ισχύ.

Η πίεση του ατμού διαλύει τα πάντα. Η πρώτη έκρηξη ανατινάζει το βάρους 1.000 τόνων βιολογικό κάλυμμα του αντιδραστήρα σαν να ήταν ένα απλό καπάκι από χύτρα ταχύτητας. Λίγα δευτερόλεπτα μετά, μια δεύτερη, ακόμα ισχυρότερη έκρηξη, εκθέτει τον φλεγόμενο πυρήνα απευθείας στην ατμόσφαιρα. Μια απόκοσμη μπλε λάμψη – η περίφημη ακτινοβολία Τσερενκόφ – φώτισε τον νυχτερινό ουρανό πάνω από τον κατεστραμμένο αντιδραστήρα. Ενα ραδιενεργό νέφος, πολλαπλάσιο σε ραδιενεργά κατάλοιπα από εκείνα της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι, απελευθερώνεται και ξεκινά το σιωπηλό του ταξίδι. Οι πυροσβέστες της πόλης Πρίπιατ που καταφθάνουν πρώτοι στο σημείο, χωρίς κανέναν προστατευτικό εξοπλισμό για ραδιενέργεια, νομίζουν ότι σβήνουν μια απλή, αν και πεισματάρικη, πυρκαγιά στη στέγη από πίσσα. Εχουν ήδη καταδικαστεί. Μέσα σε λίγες ώρες το δέρμα τους θα αρχίσει να μαυρίζει και να ξεφλουδίζει. Η ανθρωπότητα μόλις είχε περάσει ένα αόρατο κατώφλι, μπαίνοντας στην πιο σκοτεινή, τρομακτική περίοδο της σύγχρονης βιομηχανικής ιστορίας της.

Το καμάρι του Λένιν και η ουτοπία που εξαερώθηκε

Επισήμως, η εγκατάσταση στις βόρειες εσχατιές της Ουκρανίας, που έγινε συνώνυμη με τον παγκόσμιο όλεθρο, δεν λεγόταν Τσερνόμπιλ αλλά «Πυρηνικός Σταθμός Παραγωγής Ενέργειας Β. Ι. Λένιν». Το εργοστάσιο δεν ήταν απλώς μια μονάδα παραγωγής ρεύματος, αλλά η υπερήφανη ατμομηχανή του σοβιετικού βιομηχανικού θαύματος. Με τέσσερις εν ενεργεία αντιδραστήρες τότε και άλλους δύο υπό κατασκευή, το συγκρότημα παρήγε πάνω από το 10% της ηλεκτρικής ενέργειας ολόκληρης της Ουκρανίας, τροφοδοτώντας την ασυγκράτητη βαριά βιομηχανία της περιοχής. Εκείνη την περίοδο, ο σταθμός είχε γιγαντωθεί σε μια ολόκληρη βιομηχανική πολιτεία: το μόνιμο προσωπικό λειτουργίας και οι κατασκευαστές υπολογίζονταν από 5.000 έως 7.000 άτομα, εκ των οποίων 400-600 βρίσκονταν στις εγκαταστάσεις τη νύχτα της έκρηξης.

Ωστόσο, η σοβιετική πυρηνική τεχνολογία έκρυβε ένα ένοχο, δομικό μυστικό. Οι γιγαντιαίοι αντιδραστήρες RBMK-1000 είχαν άμεση τεχνολογική συγγένεια με το στρατιωτικό πρόγραμμα της ΕΣΣΔ. Ο σχεδιασμός τους προερχόταν απευθείας από τους παλαιότερους αντιδραστήρες οι οποίοι χρησιμοποιούνταν για την παραγωγή πλουτωνίου που προοριζόταν για τις ατομικές βόμβες. Ηταν «τέρατα», σχεδιασμένα να παράγουν κολοσσιαίες ποσότητες φθηνής ενέργειας. Ακριβώς λόγω αυτού του μεγέθους και της προσπάθειας εξοικονόμησης πόρων, οι σοβιετικοί μηχανικοί είχαν παραλείψει ένα κρίσιμο χαρακτηριστικό που διέθεταν όλα ανεξαιρέτως τα δυτικά εργοστάσια: το βαρύ, ατσάλινο και τσιμεντένιο κέλυφος προστασίας. Τα σχεδιαστικά ελαττώματα του RBMK ήταν γνωστά στους ανώτατους επιστήμονες στη Μόσχα για χρόνια, αλλά θεωρούνταν αυστηρό κρατικό μυστικό που κρατούνταν επτασφράγιστο ακόμα και από τους χειριστές του αντιδραστήρα.

Τη νέμεση της τεχνολογικής ύβρεως και της μυστικοπάθειας πλήρωσε με βαρύ φόρο πρώτη η Πρίπιατ, η «ατομική πόλη-πρότυπο» που είχε χτιστεί μόλις 3 χιλιόμετρα από τον σταθμό. Με πληθυσμό 49.360 κατοίκων και μέσο όρο ηλικίας τα 26 έτη, ήταν η βιτρίνα της σοβιετικής ευημερίας. Διέθετε πάρκα, σύγχρονες πολυκατοικίες, σουπερμάρκετ με αγαθά που σπάνιζαν αλλού, κολυμβητήρια και ένα ολοκαίνουργιο λούνα παρκ που ετοιμαζόταν να ανοίξει τις πύλες του για την Πρωτομαγιά του 1986.

Για 36 ώρες μετά την έκρηξη, η ζωή συνεχίστηκε κανονικά. Ενώ η ραδιενέργεια έπεφτε σαν αόρατη, θανατηφόρα βροχή – τα επίπεδα ακτινοβολίας σε κάποιους δρόμους ήταν χιλιάδες φορές πάνω από το φυσιολογικό –, τα παιδιά έπαιζαν στις αλάνες και οι άνθρωποι έκαναν τις βόλτες τους. Η εντολή εκκένωσης ήρθε με χαρακτηριστική καθυστέρηση το μεσημέρι της 27ης Απριλίου. Ενας ατελείωτος στόλος από 1.200 λεωφορεία έφθασε στην πόλη. Οι Αρχές, από τα μεγάφωνα, ζήτησαν από τους κατοίκους να πάρουν μόνο τα έγγραφά τους και τρόφιμα για «2-3 ημέρες», διαβεβαιώνοντάς τους ότι θα επέστρεφαν σύντομα στις εστίες τους. Τελικά, δεν επέστρεψαν ποτέ. Αφησαν πίσω τα σπίτια τους, τα κατοικίδιά τους, τις ζωές τους, ακόμα και τα πιάτα τους στο οικογενειακό τραπέζι. Μήνες αργότερα, η κυβέρνηση αποφάσισε να χτίσει από το μηδέν μια νέα πόλη, το Σλαβούτιτς, 50 χιλιόμετρα μακριά, αποκλειστικά για να στεγάσει όσους εκτοπισμένους έπρεπε να συνεχίσουν να δουλεύουν στους εναπομείναντες αντιδραστήρες του Τσερνόμπιλ – οι οποίοι, όσο παράλογο και αν ακούγεται σήμερα, συνέχισαν να παράγουν ρεύμα μέχρι το 2000.

Το πέπλο της σιωπής, η διεθνής κατακραυγή και ο πανικός στην Ελλάδα

Για σχεδόν τρία εικοσιτετράωρα ο κομματικός μηχανισμός του Κρεμλίνου διαχειρίστηκε την καταστροφή με το μοναδικό ένστικτο επιβίωσης που διέθετε: την απόλυτη άρνηση και τη συγκάλυψη. Ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, που είχε υποσχεθεί διαφάνεια – το περίφημο δόγμα του Γκλάσνοστ –, σιώπησε. Η αλήθεια άρχισε να αναδύεται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τη Σοβιετική Ενωση. Το πρωί της 28ης Απριλίου οι εργαζόμενοι στο πυρηνικό εργοστάσιο Φόρσμαρκ της Σουηδίας, βόρεια της Στοκχόλμης, διαπίστωσαν ότι τα παπούτσια τους εξέπεμπαν υψηλά επίπεδα ραδιενέργειας. Οι αισθητήρες χτυπούσαν συναγερμό. Ελέγχοντας τον άνεμο, οι σουηδοί επιστήμονες κατάλαβαν αμέσως ότι ένα τεράστιο ραδιενεργό νέφος ερχόταν από την Ανατολή. Υπό την απειλή της Στοκχόλμης ότι θα προσφύγει στη Διεθνή Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας, το Κρεμλίνο αναγκάστηκε να ομολογήσει. Το βράδυ της ίδιας ημέρας, ο παρουσιαστής του κεντρικού σοβιετικού δελτίου ειδήσεων «Vremya» διάβασε μια παγωμένη ανακοίνωση 14 δευτερολέπτων, χωμένη ανάμεσα σε άλλες ειδήσεις: «Υπήρξε ένα ατύχημα στον σταθμό του Τσερνόμπιλ. (…) Λαμβάνονται μέτρα».

Τα διεθνή μέσα ενημέρωσης μετέφρασαν – μάλλον εύλογα για την περίσταση και τη χρονική συγκυρία – το πυρηνικό ατύχημα σε πάνδημο πανικό. Τα πρωτοσέλιδα σε Ευρώπη και Αμερική, επηρεασμένα από την καχυποψία του Ψυχρού Πολέμου, έκαναν λόγο για εκατόμβη θυμάτων και για χιλιάδες νεκρούς που θάβονταν σε ομαδικούς τάφους, δημιουργώντας μια δυστοπική εικόνα που συχνά ξεπερνούσε την ήδη ζοφερή πραγματικότητα.

Στην Ελλάδα, ο εφιάλτης χτύπησε την πόρτα μας τις πρώτες ημέρες του Μαΐου, κατά τη διάρκεια των εορτών του Πάσχα. Η κρατική μηχανή πιάστηκε κυριολεκτικά στον ύπνο. Αρχικά, η κυβέρνηση και τα κρατικά μέσα ενημέρωσης εξέπεμψαν καθησυχαστικά μηνύματα, υποστηρίζοντας ότι η γεωγραφική απόσταση προστατεύει τη χώρα. Οταν όμως οι μετρήσεις έδειξαν ότι το ραδιενεργό νέφος είχε καλύψει μεγάλο μέρος της Βόρειας και Κεντρικής Ελλάδας, ο εφησυχασμός έδωσε τη θέση του στο χάος. Το Εθνικό Κέντρο Ερευνας Φυσικών Επιστημών «Δημόκριτος» προσπαθούσε να διαχειριστεί την κρίση, αλλά η επικοινωνιακή σύγχυση ήταν απόλυτη. Αντικρουόμενες οδηγίες για το τι επιτρέπεται να τρώμε και τι όχι δημιούργησαν ένα κλίμα πρωτοφανούς υστερίας.

Οι Ελληνες, αντιμέτωποι με έναν εχθρό που δεν είχε μυρωδιά, χρώμα ή γεύση, πανικοβλήθηκαν. Τα ράφια των σουπερμάρκετ λεηλατήθηκαν μέσα σε λίγες ώρες. Το εβαπορέ γάλα, τα μακαρόνια και οι κονσέρβες έγιναν το απόλυτο σκληρό νόμισμα επιβίωσης, ενώ οτιδήποτε φρέσκο αντιμετωπιζόταν ως δηλητήριο. Χιλιάδες τόνοι φρέσκων φρούτων, λαχανικών και κρέατος αφέθηκαν να σαπίσουν ή πετάχτηκαν στις χωματερές. Η οδηγία να πλένονται σχολαστικά ακόμη και τα αβγά ή τα συσκευασμένα τρόφιμα έγινε η νέα, καθημερινή ιεροτελεστία, σε βαθμό νεύρωσης. Αλλά το πιο σκοτεινό, αόρατο τραύμα εκείνης της περιόδου δεν ήταν διατροφικό. Η απόλυτη αβεβαιότητα και η έλλειψη σαφών επιστημονικών κατευθύνσεων οδήγησαν χιλιάδες εγκύους, υπό το κράτος του απόλυτου τρόμου για πιθανές τερατογενέσεις, στην απόφαση να τερματίσουν τις εγκυμοσύνες τους. Εκτιμάται ότι πραγματοποιήθηκαν περίπου 2.500 με 3.000 αμβλώσεις λόγω του Τσερνόμπιλ.

Εκκαθαριστές: Οι αναλώσιμοι σοβιετικοί ήρωες

Ο απολογισμός στο εσωτερικό της Σοβιετικής Ενωσης ήταν παρασάγγας πιο σκοτεινός. Η φωτιά στον πυρήνα έκαιγε για 10 ημέρες, στέλνοντας ραδιενεργά ισότοπα ψηλά στην ατμόσφαιρα. Για να τεθεί υπό έλεγχο το θηρίο, η Μόσχα επιστράτευσε πάνω από 600.000 πολίτες από κάθε γωνιά της αχανούς «αυτοκρατορίας». Ηταν οι «εκκαθαριστές» – στρατιώτες, ανθρακωρύχοι, πυροσβέστες, γιατροί, μηχανικοί. Ηταν εκείνοι που σκαρφάλωναν στη διαβόητη οροφή Masha, ντυμένοι με αυτοσχέδιες ποδιές από μόλυβδο ραμμένες στο χέρι, έχοντας μόλις 90 δευτερόλεπτα για να φτυαρίσουν τον ραδιενεργό γραφίτη πίσω στον κρατήρα. Χιλιάδες από αυτούς πέθαναν πρόωρα τα επόμενα χρόνια ή έζησαν το υπόλοιπο της ζωής τους με σοβαρά προβλήματα υγείας, εγκαταλελειμμένοι συχνά από το κράτος που τους θεώρησε αναλώσιμους ήρωες.

Μακροπρόθεσμα, η γεωγραφία της τραγωδίας δεν είχε σύνορα. Η Λευκορωσία δέχθηκε σχεδόν το 70% των καταλοίπων (κυρίως καίσιο-137), ενώ τεράστιες εκτάσεις της Ουκρανίας και της Δυτικής Ρωσίας μολύνθηκαν σοβαρά. Τα ποσοστά καρκίνου του θυρεοειδούς, ειδικά στα παιδιά που ήπιαν μολυσμένο γάλα τις πρώτες ημέρες, εκτοξεύθηκαν.

Σήμερα, η περιβόητη Ζώνη Αποκλεισμού (μια αυστηρά ελεγχόμενη περιοχή ακτίνας 30 χιλιομέτρων γύρω από το εργοστάσιο) αποτελεί ένα μετα-αποκαλυπτικό, σουρεαλιστικό μνημείο. Η παλιά, πρόχειρη τσιμεντένια σαρκοφάγος που χτίστηκε βιαστικά το 1986 έχει πλέον καλυφθεί από το New Safe Confinement (νέο περίβλημα ασφαλείας): πρόκειται για έναν ατσάλινο θόλο-μαμούθ, ένα θαύμα της σύγχρονης μηχανικής, ψηλότερο από το Αγαλμα της Ελευθερίας, ο οποίος σύρθηκε πάνω από τον αντιδραστήρα για να περιορίσει τη ραδιενέργεια για τον επόμενο αιώνα.

Η φύση, παρά το τοξικό περιβάλλον, αποδείχθηκε πιο ανθεκτική από τη ματαιοδοξία των ανθρώπων. Ελλείψει ανθρώπινης όχλησης, η εγκαταλελειμμένη Πρίπιατ μετατράπηκε σε ένα παράδοξο οικοσύστημα. Δέντρα φυτρώνουν μέσα στα σαλόνια των αλλοτινών διαμερισμάτων, ενώ λύκοι, αρκούδες, ευρωπαϊκοί βίσονες και τα σπάνια άλογα Πρζεβάλσκι έχουν επανακαταλάβει τα εδάφη. Η δυστοπική αυτή γοητεία γέννησε τη βιομηχανία του dark tourism. Πριν από την πανδημία και τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, χιλιάδες τουρίστες κατέφθαναν στη Ζώνη Αποκλεισμού αναζητώντας μια selfie με φόντο την καταστροφή, μετατρέποντας το σημείο μηδέν ενός ολέθρου σε λούνα παρκ μακάβριων εμπειριών.

Αυτή η εναλλακτική μορφή τουρισμού πάγωσε βίαια τον Φεβρουάριο του 2022. Τις πρώτες ημέρες της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, τα τεθωρακισμένα της Μόσχας πέρασαν τα σύνορα από τη Λευκορωσία και κατέλαβαν τον πυρηνικό σταθμό. Ρώσοι στρατιώτες, πιθανότατα αγνοώντας παντελώς την ιστορία, έσκαψαν χαρακώματα μέσα στο περίφημο Κόκκινο Δάσος (το δάσος που είχε «καεί» από τη ραδιενέργεια το 1986, παίρνοντας το χρώμα της σκουριάς), εισπνέοντας και αναδεύοντας εξαιρετικά θανατηφόρα σωματίδια. Οι αναφορές για διακοπές ρεύματος που απείλησαν τα συστήματα ψύξης του σταθμού έκαναν τον πλανήτη να κρατήσει ξανά την αναπνοή του. Το Τσερνόμπιλ υπενθύμισε ότι τα φαντάσματα του παρελθόντος ξυπνούν πανεύκολα όταν υπάρχει ο κατάλληλος συνδυασμός πολέμου και απερισκεψίας.

Το αποτύπωμα στην ποπ κουλτούρα

Αν το 1986 το Τσερνόμπιλ ήταν συνώνυμο του τρόμου και για τους σημερινούς millennials αποτελεί μια θολή, μακρινή ανάμνηση, η επέτειος των 40 ετών το βρίσκει βαθιά, σχεδόν εμμονικά ριζωμένο στο συλλογικό ασυνείδητο. Ενα μεγάλο μέρος αυτής της ιστορικής αναβίωσης οφείλεται στην ποπ κουλτούρα και την τέχνη. Η μίνι σειρά του HBO «Chernobyl» (2019) αποτέλεσε το απόλυτο σημείο καμπής. Δεν ήταν απλώς μια επιτυχημένη τηλεοπτική μεταφορά, αλλά μια κλινική, αριστουργηματική ανατομία της σοβιετικής γραφειοκρατίας, της διαφθοράς και της κρατικής τύφλωσης.

Η εναρκτήρια φράση «What is the cost of lies?» (ελληνιστί, «Ποιο είναι το κόστος των ψεμάτων;»), που λέει ο χαρακτήρας του κορυφαίου σοβιετικού επιστήμονα Βαλέρι Λεγκάσοφ (Τζάρεντ Χάρις), έγινε παγκόσμιο απόφθεγμα, ένα ιδανικό μότο για τη σύγχρονη εποχή των fake news και της παραπληροφόρησης. Ο δημιουργός Κρεγκ Μέιζιν κατάφερε μέσα σε πέντε επεισόδια να εξηγήσει την πολυπλοκότητα της πυρηνικής φυσικής στο ευρύ κοινό και να αποδώσει ετεροχρονισμένο φόρο τιμής στους «μικρούς» ανθρώπους που έσωσαν την Ευρώπη, αναζωπυρώνοντας το ενδιαφέρον μιας γενιάς που δεν είχε καν γεννηθεί το 1986.

Πέρα από τη μικρή οθόνη, η λογοτεχνία είχε ήδη χτίσει το δικό της μνημείο. Η βραβευμένη με Νομπέλ Λογοτεχνίας λευκορωσίδα συγγραφέας Σβετλάνα Αλεξίεβιτς με το βιβλίο της «Τσερνόμπιλ – Ενα Χρονικό του Μέλλοντος» διέσωσε τις μαρτυρίες όσων βίωσαν την τραγωδία στο πετσί τους – από τις χήρες των πυροσβεστών μέχρι τους ξεριζωμένους αγρότες. Στον κινηματογράφο, συγκλονιστικά ντοκιμαντέρ, όπως το «The Babushkas of Chernobyl» (2015), ανέδειξαν τις ανυπότακτες ηλικιωμένες γυναίκες που αψήφησαν τις εντολές του στρατού και επέστρεψαν για να ζήσουν και να πεθάνουν στα ραδιενεργά, αλλά πατρογονικά τους εδάφη.

Στη σκιά του πυρηνικού ολέθρου

Ομως ο κίνδυνος και η απειλή της ραδιενέργειας δεν είναι απλώς μια αφήγηση ή η πρώτη ύλη για επετειακά, εκ του ασφαλούς αφιερώματα στον Τύπο. Είναι σάρκα από τη σάρκα της καθημερινότητας σε έναν πλανήτη που καθημερινά μοιάζει να χάνει στροφές. Αν το Τσερνόμπιλ μάς δίδαξε με τον πιο βίαιο τρόπο τι συμβαίνει όταν η ειρηνική χρήση της ατομικής ενέργειας ξεφεύγει από τον έλεγχο λόγω ανθρώπινης αβλεψίας και ανικανότητας, η σημερινή παγκόσμια γεωπολιτική σκακιέρα μάς υπενθυμίζει τον απόλυτο τρόμο της εσκεμμένης χρήσης της.

Οι μεγάλες, ιστορικές συμφωνίες περιορισμού των εξοπλισμών καταρρέουν και το «πυρηνικό κλαμπ» παραμένει ένας εξαιρετικά ασταθής κύκλος εννέα κρατών. Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία του Διεθνούς Ινστιτούτου Ερευνών για την Ειρήνη της Στοκχόλμης (Stockholm International Peace Research Institute – SIPRI), το παγκόσμιο οπλοστάσιο ανέρχεται σήμερα σε 12.241 πυρηνικές κεφαλές. Από αυτές, παραπάνω από 3.900 είναι ανεπτυγμένες σε πυραύλους και βομβαρδιστικά, ενώ περίπου 2.100 βρίσκονται σε καθεστώς άμεσης εκτόξευσης, έτοιμες να πυροδοτήσουν το τέλος του κόσμου σε κάτι λιγότερο από 15 λεπτά.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες (με στρατιωτικό απόθεμα 5.177 κεφαλών) και η Ρωσία (με 5.459 κεφαλές) εξακολουθούν να μονοπωλούν το 90% του παγκόσμιου τρόμου. Παράλληλα, όμως, οι ισορροπίες αλλάζουν δραματικά. Η Κίνα, διαθέτοντας πλέον περίπου 600 κεφαλές, αυξάνει το οπλοστάσιό της με πρωτοφανείς ρυθμούς, χτίζοντας τεράστια πεδία με νέα σιλό βαλλιστικών πυραύλων και θέτοντας – για πρώτη φορά στην ιστορία της – όπλα σε κατάσταση υψηλού συναγερμού.

Στη Νότια Ασία, η Ινδία (180 κεφαλές) και το Πακιστάν (170 κεφαλές) – δύο άσπονδοι γείτονες – συντηρούν μια διαρκή, τοπική κούρσα εξοπλισμών. Στην Ευρώπη, Γαλλία (290) και Ηνωμένο Βασίλειο (225) διατηρούν την πυρηνική τους αποτροπή σταθερή. Στη Μέση Ανατολή, το Ισραήλ τηρεί την παραδοσιακή στρατηγική της «αδιαφάνειας» κρύβοντας, σύμφωνα με τους υπολογισμούς, περίπου 90 κεφαλές, ενώ φυσικά υπάρχει και η απομονωμένη Βόρεια Κορέα, η οποία υπολογίζεται ότι διαθέτει γύρω στις 50 κεφαλές, έχοντας αναγάγει το πυρηνικό της πρόγραμμα στο απόλυτο εργαλείο διπλωματικού εκβιασμού και γεννώντας στην οικουμένη την απορία πότε ο Κιμ θα πατήσει το κουμπί.

Πυρηνικός σταθμός στη Βόρεια Κορέα

Στο Τσερνόμπιλ, το εργοστάσιο που έγινε θέατρο μιας ανείπωτης, συνταρακτικής και με συνέπειες έως σήμερα τραγωδίας τον Απρίλιο του 1986 στέκει ακόμα εκεί, σφραγισμένο κάτω από εκατομμύρια τόνους χάλυβα. Δεν είναι απλώς το μνημείο ενός νεκρού σοβιετικού κράτους που κατέρρευσε υπό το βάρος των ψεμάτων του. Περισσότερο μοιάζει με έναν αμείλικτο καθρέφτη της ανθρωπότητας. Κάτω από το χαλύβδινο κέλυφος του αντιδραστήρα, το πλουτώνιο-239 θα συνεχίσει να διασπάται για περίπου 24.100 χρόνια.

Το ερώτημα δεν ήταν ποτέ εάν θα αντέξει το υλικό. Αλλά εάν θα παραμείνει ζωντανή η μνήμη του ανθρώπου.