Η απόφαση να μην ανασυρθεί από το αρχείο η δικογραφία των τηλεφωνικών υποκλοπών συνιστά μια εξέλιξη που κλονίζει το αίσθημα της θεσμικής εμπιστοσύνης, θέτοντας τη Δικαιοσύνη αντιμέτωπη με το ίδιο το κύρος της.

Μολονότι πρόκειται για μια υπόθεση που εδώ και χρόνια δηλητηριάζει τον δημόσιο βίο και αγγίζει απευθείας την ίδια την ποιότητα της δημοκρατίας μας, η ανώτατη εισαγγελική κρίση επέλεξε να οχυρωθεί πίσω από το «αναντίλεκτα» του πρώτου εισαγγελικού πορίσματος για να καταλήξει σήμερα στις «ασθενέστατες ενδείξεις και υπόνοιες» του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Βέβαια, στην πραγματικότητα, ούτε εκείνο το αρχικό «αναντίλεκτα» άντεξε στον χρόνο και την κριτική, αλλά ούτε και οι πρόσφατες αποκαλύψεις μπορούν να υποβιβαστούν σε απλές υπόνοιες.

Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα, αν αναλογιστεί κανείς πως το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών δεν περιορίστηκε σε τυπική διαβίβαση, αλλά απέστειλε εμπεριστατωμένη δικογραφία που καθιστούσε επιτακτική την περαιτέρω διερεύνηση: ζητούσε τη διερεύνηση του αδικήματος της κατασκοπείας, ακόμη και σε βαθμό απόπειρας, για την παγίδευση του μισού υπουργικού συμβουλίου και της ηγεσίας των Ενόπλων Δυνάμεων, έθετε την ανάγκη ελέγχου των ευθυνών εννέα νέων προσώπων που κατονομάστηκαν στη διαδικασία και ζητούσε να ερευνηθεί η καταγγελία ότι εταιρείες κατασκοπευτικού λογισμικού συνεχίζουν τη δραστηριότητά τους μέχρι σήμερα.

Αντ’ αυτού, η ηγεσία του Αρείου Πάγου κατέληξε στο συμπέρασμα πως οι μαρτυρικές καταθέσεις και οι δημοσιογραφικές αποκαλύψεις δεν συνιστούν «ουσιωδώς νέα δεδομένα», θεωρώντας πως είχαν ήδη αξιολογηθεί στο πλαίσιο της αρχικής έρευνας. Προκαλεί, βεβαίως, εντύπωση το ότι η δικογραφία παρέμεινε στα συρτάρια για 20 ημέρες, χωρίς να μεσολαβήσει ούτε μία προανακριτική πράξη, χωρίς την κλήτευση έστω ενός μάρτυρα και δίχως να επιζητηθεί η παραμικρή συνδρομή από οποιαδήποτε αρμόδια υπηρεσία.

Όταν η περαιτέρω ποινική διερεύνηση μιας υπόθεσης που αγγίζει τον σκληρό πυρήνα της εθνικής ασφάλειας και του απορρήτου των επικοινωνιών παρέλκει, η κρίση των θεσμών όχι μόνο παραμένει ενεργή, αλλά ευλόγως διογκώνεται, λαμβάνοντας επικίνδυνες διαστάσεις. Αν και υποθέσεις τέτοιας εμβέλειας σπάνια μένουν στο σκοτάδι, η επιλογή να αρχειοθετηθεί η δικογραφία τροφοδοτεί και εντείνει τη δυσπιστία των πολιτών προς τη Δικαιοσύνη, σε μια δημοσκοπική συγκυρία εξαιρετικά απογοητευτική για τον θεσμό.

Τη στιγμή που υπήρχε η ευκαιρία για μια παρέμβαση με τόλμη ώστε να φωτιστεί μια δυσώδη υπόθεση, η απόφαση να κλείσει ο φάκελος μέχρι τη στιγμή που νέα δεδομένα θα δώσουν νέα πνοή στην έρευνα, εκπέμπει ένα ανησυχητικό σήμα: ότι η πλήρης διαλεύκανση υποχωρεί μπροστά σε άλλες προτεραιότητες, την ώρα που η δημοκρατία δεν έχει την πολυτέλεια της αναμονής.