Πενήντα εννέα χρόνια μετά, η 21η Απριλίου 1967 παραμένει η στιγμή που η Ελλάδα ξύπνησε σε έναν κόσμο που δεν είχε επιλέξει. Τα ξημερώματα εκείνης της Παρασκευής, το Σύνταγμα είχε ήδη ανασταλεί, τα κέντρα εξουσίας είχαν καταληφθεί και μια ομάδα αξιωματικών, με επικεφαλής τους Παπαδόπουλο, Μακαρέζο και Παττακό, είχε αποφασίσει για όλους. Ο χρόνος πάγωσε βίαια.

Το πραξικόπημα δεν υπήρξε ένα τυχαίο ιστορικό ατύχημα. Ήταν το αποκορύφωμα μιας βαθιάς θεσμικής κρίσης που κυοφορούνταν επί χρόνια, στο χάσμα ανάμεσα στη δημοκρατική νομιμότητα και το «βαθύ κράτος» της εποχής. Αυτή η «νύχτα» κράτησε επτά χρόνια. Επτά χρόνια διώξεων, εξοριών και βασανιστηρίων που σπίλωσαν το κύρος των Ενόπλων Δυνάμεων και οδήγησαν, νομοτελειακά, στην εθνική τραγωδία της Κύπρου.

Η δικτατορία επέβαλε έναν πνευματικό μεσαίωνα, διέκοψε τη σύνδεση με την τότε ΕΟΚ και δυσφήμησε τη χώρα διεθνώς, φτάνοντας στο σημείο να απαγορεύσει ακόμη και τον Αισχύλο και τον Σαίξπηρ. Η κατάρρευση του καθεστώτος τον Ιούλιο του 1974 και η επιστροφή του Κωνσταντίνου Καραμανλή άνοιξαν τον δρόμο για μια μακρά περίοδο σταθερότητας, που καλύπτει πλέον το ένα τέταρτο της διαδρομής της σύγχρονης Ελλάδας. Ήταν η αφετηρία ενός ομαλού δημοκρατικού βίου, ο οποίος, παρά τις όποιες αρρυθμίες, θωρακίστηκε μέσα από την τακτική εναλλαγή των κομμάτων στην εξουσία, τις αδιάβλητες εκλογικές αναμετρήσεις και την εδραίωση ισχυρών θεσμικών κεκτημένων.

Ωστόσο, η ιστορία δεν προσφέρει αυτόματη προστασία. Σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου μόλις το 10% με 12% του παγκόσμιου πληθυσμού ζει σε συνθήκες φιλελεύθερης δημοκρατίας, ο κίνδυνος δεν εμφανίζεται πλέον με την ωμότητα των τεθωρακισμένων. Εκδηλώνεται μέσα από την αργή, σχεδόν αθόρυβη διάβρωση των θεσμικών αναχωμάτων και την υποχώρηση της εμπιστοσύνης που τρέφουν οι πολίτες προς αυτά.

Η δημοκρατία δεν αποτελεί ένα κεκτημένο που διαφυλάσσεται στον αυτόματο πιλότο, αλλά μια εύθραυστη κατάκτηση που απαιτεί καθημερινή εγρήγορση. Στην ουσία της, παραμένει μια διαρκής άσκηση ισορροπίας ανάμεσα στο συχνά αμείλικτο βάρος της αλήθειας και την εφήμερη, σχεδόν ναρκωτική γοητεία του λαϊκισμού. Το παρελθόν βαραίνει, αλλά δεν καθορίζει το μέλλον. Η θωράκισή του εναποτίθεται στις δημοκρατικές δυνάμεις του ορθολογισμού, οι οποίες οφείλουν να λειτουργούν με τη δέουσα υπευθυνότητα, υπερβαίνοντας λάθη και μικροκομματικές επιδιώξεις που τραυματίζουν την κοινωνική συνοχή και θολώνουν την κοινή μας προοπτική.