Το νέο πακέτο οικονομικών μέτρων που βάζει μπρος η κυβέρνηση, εκμεταλλευόμενη τον πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο, υπερβαίνει το πλαίσιο μιας απλής καταγραφής οικονομικών επιδόσεων και προσφέρει τη βολική θρυαλλίδα για έναν ακόμη γύρο εξαγγελιών. Με το βλέμμα στον δημοσιονομικό χώρο των 700-800 εκατομμυρίων ευρώ, το Μέγαρο Μαξίμου σπεύδει να υψώσει αναχώματα στο πετρέλαιο κίνησης, καθώς η αυξημένη τιμή του απειλεί να πυροδοτήσει έναν δευτερογενή κύκλο ανατιμήσεων που θα αγγίξει εκατοντάδες είδη πρώτης ανάγκης. Πρόκειται για μια απόπειρα εκ των υστέρων θωράκισης απέναντι σε έναν πληθωρισμό που εδώ και καιρό κατατρώει τη βάση του διαθέσιμου εισοδήματος.
Καλά, χρυσά και πολύτιμα τα μέτρα, αλλά πίσω από τη βιτρίνα των αριθμών διαγράφεται καθαρά μια γνώριμη, σχεδόν τυποποιημένη μεθοδολογία: η εργαλειοποίηση της οικονομίας ως εργαλείο διαχείρισης της κοινωνικής ψυχολογίας. Το πλεόνασμα, που σε μεγάλο βαθμό αντλείται από την έμμεση φορολογία και την ακρίβεια, επιστρέφεται τμηματικά στην κοινωνία υπό τη μορφή «ενέσεων» στήριξης. Είναι μια τακτική που επιδιώκει να ελέγξει τις εντυπώσεις και να καλλιεργήσει προσδοκίες, με το βλέμμα στραμμένο στον ορίζοντα της κάλπης, όποτε κι αν αυτή στηθεί.
Αυτή η «ψυχολογία των μέτρων» δείχνει, εντούτοις, να έχει εξαντλήσει τα καύσιμά της. Η εμπειρία μετά την τελευταία ΔΕΘ επιβεβαίωσε πως οι παροχές, όταν λειτουργούν ως αργοπορημένη αντίδραση σε μια διαρκή πίεση, δυσκολεύονται να αλλάξουν το κλίμα. Η καθημερινότητα στο ράφι και η πραγματικότητα της αντλίας ακυρώνουν τη σημειολογία της κρατικής ενίσχυσης πριν καν αυτή φτάσει στην τσέπη του πολίτη, αναδεικνύοντας το παράδοξο μιας κυκλικής διαδρομής: το χρήμα φεύγει από τον πολίτη, περνά από τα δημόσια ταμεία και επιστρέφει πίσω ως «δώρο», έχοντας όμως χάσει στην πορεία ένα σημαντικό μέρος της αξίας του.
Στην παρούσα συγκυρία, η κυβέρνηση επιδιώκει μέσω των νέων εξαγγελιών να ανακτήσει τον έλεγχο της ατζέντας, μετατοπίζοντας το κέντρο βάρους από τα ακανθώδη μέτωπα μιας πολιτικής «διαβολοβδομάδας» στο πιο ευνοϊκό για την ίδια τερέν των δημοσιονομικών. Η επανάληψη της ίδιας συνταγής, ωστόσο, δεν φαίνεται πλέον ικανή να παράγει το ίδιο πολιτικό αποτέλεσμα. Ο μηχανισμός των παροχών προσκρούει στις συσσωρευμένες κοινωνικές αντοχές και η φθορά του είναι ορατή.
Η οικονομία παραμένει αναμφισβήτητα βασικός καταλύτης της ψήφου, όμως οι αριθμοί από μόνοι τους δεν αρκούν πια. Η χρηστή διαχείριση είναι αναγκαία συνθήκη, όχι όμως και ικανή για την πολιτική κυριαρχία. Η πραγματική αναμέτρηση δίνεται σε ένα βαθύτερο επίπεδο αξιοπιστίας, εκεί όπου οι έκτακτες ενισχύσεις αδυνατούν να υποκαταστήσουν την ανάγκη για μόνιμη αίσθηση κοινωνικής δικαιοσύνης. Η οικονομία δίνει τον τόνο. Το έργο, όμως, γράφεται αλλού.





