Διακόσια χρόνια ελληνικού κράτους και ακόμη αναζητούμε αυτό που σε κανονικές δημοκρατίες θεωρείται δεδομένο: μια δικαιοσύνη που να στέκεται όρθια μόνη της. Που να μην εξαρτάται από πρόσωπα, από πολιτικές σκοπιμότητες και από τις περιβόητες παθογένειες που κληροδοτούνται από κυβέρνηση σε κυβέρνηση.

Η Λάουρα Κοβέσι ήρθε στους Δελφούς και έγινε θέμα. Πρώτη είδηση. Αυτό από μόνο του λέει πολλά. Μια ξένη εισαγγελέας, επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, κατέστη για λίγες ημέρες καθρέφτης μέσα στον οποίο είδαμε τον εαυτό μας. Στη Βουλή, βρέθηκε στο επίκεντρο: άλλοι τη θαύμασαν, άλλοι επιτέθηκαν στο πρόσωπό της. Και στις δύο περιπτώσεις, εκείνη ήταν απλώς η αφορμή. Η αιτία είναι καθαρά δική μας υπόθεση.

Γιατί χρειαζόμαστε μια Κοβέσι, αλήθεια; Γιατί βλέπουμε σε αυτήν κάτι που δεν έχουμε καταφέρει να οικοδομήσουμε για εμάς, έναν εισαγγελέα που αντιστέκεται, που δεν υποκύπτει, που δεν κοιτά αριστερά και δεξιά πριν κάνει τη δουλειά του. Η Ρουμανία την είχε και την έχασε υπό πολιτικές πιέσεις. Η Ευρώπη της έδωσε μια θέση με ευρύτερες αρμοδιότητες.

Εμείς την επικαλούμαστε σαν πρότυπο, εκτός από όσους της επιτίθενται, ορμώμενοι από ένα αντανακλαστικό παλιό όσο το κράτος μας: καλοί και πολύτιμοι οι δικαστές, αλλά όχι όταν χτυπάνε το σφυρί τους πάνω μας.

Η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης δεν είναι ζήτημα προσώπων. Δεν λύνεται με ηρωικές φιγούρες, ούτε ξένες ούτε εγχώριες. Είναι ζήτημα θεσμών, θαρραλέων νομοθετικών και μεταρρυθμιστικών επιλογών και, κυρίως, πολιτικής αυτογνωσίας ώστε να αποδεχτεί η εκάστοτε εκτελεστική εξουσία ότι η δικαιοσύνη δεν της ανήκει.

Δεν φταίει η Κοβέσι που την έχουμε ανάγκη. Φταίμε εμείς που δεν φτιάξαμε τη δική μας. Όχι για να ζούμε σε ένα κράτος δικαστών, αλλά σίγουρα σε ένα κράτος δικαίου.