Η πλατεία Βικτωρίας ήταν ανέκαθεν μια αριστοκρατική περιοχή. Πολλοί συνήθιζαν να την αποκαλούν «μικρό Broadway» αφού συγκέντρωνε πολλά θέατρα  και σινεμά ανάμεσα στα ιστορικά νεοκλασικά της, τις οικίες των πνευματικών ανθρώπων της εποχής που πολλές από αυτές διασώζονται μέχρι τις μέρες μας. Εξαιρετικές είναι και οι πολυκατοικίες της, οι περισσότερες δημιουργημένες την εποχή του μοντερνισμού, 1930-1960, όλες με περίφημες εισόδους και πολύτιμα μάρμαρα, που δεν χορταίνω να παρατηρώ και να καταγράφω τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους κάθε φορά που βρίσκομαι στους γύρω δρόμους.

Παρόλο, όμως, που η περιοχή έζησε μεγάλες δόξες και γύρω της αναπτύχθηκαν πολλά μαγαζιά και ιστορικά ζαχαροπλαστεία που αποτέλεσαν σημεία συνάντησης όλης της κοσμικής Αθήνας, για μεγάλο διάστημα έχασε την αίγλη της και περιφρονήθηκε από τους περισσότερους Αθηναίους που βρήκαν νέα στέκια, σε συνοικίες που ταίριαζαν πιο πολύ στα γούστα τους.  Μέχρι, που τα πράγματα άλλαξαν και το κέντρο της Αθήνας άρχισε να επεκτείνεται και πέρα από τα Εξάρχεια. Μαζί με την Κυψέλη, πήραν ζωή και οι περιοχές κάτω από την Πατησίων, ανάμεσα σε αυτές και η Πλατεία Βικτωρίας που κάθε μέρα σφύζει από ζωή. Πολλές φορές όταν την διασχίζω, σταματώ και κοιτώ ολόγυρά της: φροντισμένα παρτέρια, περιποιημένα μπαλκόνια, ατελείωτη ομορφιά και μια αύρα που ανήκει λίγο στην παλιά Αθήνα και λίγο στην σύγχρονη εκδοχή της.

Πώς όμως ανακάλυψα την πλατεία Βικτωρίας πριν από 9-10 χρόνια περίπου και όταν ακόμη δεν είχε παρασυρθεί από το κύμα χιπστερισμού και ανανέωσης; Μα, φυσικά, από το Ουζερί του Λάκη. Ήταν ο Χάρης Τζανής – από το Delio Food Hub- που με παρακίνησε να το επισκεφτούμε ένα απογευματάκι Κυριακής, λέγοντάς μου ότι θα φάμε θαλασσινά, έτσι όπως μόνο σε νησί θα τρώγαμε. Θυμάμαι να με αφήνει το ταξί στην Φυλής και εγώ απελπισμένη να προσπαθώ να καταλάβω πού βρίσκομαι. Ακόμα, βλέπεις, η περιοχή δεν είχε «αναβαθμιστεί» και ήταν ακραία λούμπεν· είχε, όμως. μια πολιτισμικότητα γοητευτική και μια πολύχρωμη βαβούρα που καθόλου δεν με χάλαγε.

Λες και βγήκε από μια άλλη εποχή, το Ουζερί του Λάκη στην πλατεία Βικτωρίας. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής

Όταν κάθισα στο τραπεζάκι και έβαλα στο στόμα μου την πρώτη μπουκιά ψωμιού και ρεγκοσαλάτας ήξερα ότι αυτό το μαγαζί θα ήταν σταθερή επιλογή μου για τα επόμενα χρόνια. Κάτι που ενισχύθηκε όταν γνώρισα τους ιδιοκτήτες του, τον Γιώργο και την Άννα, που πια τους θεωρώ ανθρώπους μου, πηγαίνω να τους δω όχι μόνο για το φαγητό τους αλλά και για την παρέα.

Ο Γιώργος και η Άννα, οι άνθρωποι πίσω από το Ουζερί του Λάκη, που έγιναν και δικοί μου άνθρωποι. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής

Το μαγαζί άνοιξε από τον Λάκη Λάμπρου – πατέρα του Γιώργου- το 1984, την εποχή εκείνη που η πλατεία Βικτωρίας είχε αρχίσει να χάνει την γκλαμουριά της. Ο Λάκης είχε φτιάξει ένα ωραίο σημείο συνάντησης των καλοφαγάδων, με μαγειρευτά το μεσημέρι και μεζέδες το βράδυ. Ο Γιώργος, όταν πήρε τα ηνία του μετά από 3 χρόνια, ήθελε κάτι διαφορετικό. Γιατί έτσι και αλλιώς και ο Γιώργος είναι διαφορετικός. Ανήσυχος, ακούραστος, νευρικός και αποφασισμένος να ανοίγει το μαγαζί του μόνο όταν έχει λόγο, δηλαδή μόνο όταν βρίσκει τα ψάρια που θέλει να υπάρχουν στις βιτρίνες του. Έχοντας από μικρός αδιάκοπη διάθεση ανακάλυψης τόπων και προϊόντων, συνήθιζε να γυρίζει την Ελλάδα με τη μηχανή του, συλλέγοντας γεύσεις που θα μπορούσαν να συνθέσουν το φανταστικό ιδανικό μενού του, κάτι που κατάφερε να κάνει πράξη με την Άννα δίπλα του, την μαγείρισσα και σύζυγό του ή αλλιώς την κολώνα του μαγαζιού του.

Η Άννα μαγειρεύει εξαιρετικά τα θαλασσινά που ο Γιώργος φροντίζει να φτάνουν ολόφρεσκα κάθε μέρα στο μαγαζί. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής

Ο συνδυασμός τους είναι το μυστικό της επιτυχίας του ουζερί, γνωστό πια σε όλους εκείνους που αγαπούν τα ψάρια και τα θαλασσινά. Γιατί ο Γιώργος μπορεί να φτάσει πολύ μακριά για να φέρει το σωστό ψάρι στο πιάτο μας. Από την Κύμη ή τη Χαλκίδα, ό,τι καλύτερο υπάρχει, φτάνει στην κουζίνα και στα χρυσά χεράκια της Άννας που η γευστική της αντίληψη αλλά και η επιμονή της, την έχουν κάνει μεγάλη μαγείρισσα και ας κοκκινίζει κάθε φορά που της το λέμε.

Φρέσκα ψάρια και σουπιές από την Κύμη και τη Χαλκίδα, γίνονται εξαιρετικοί μεζέδες στο Ουζερί του Λάκη. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής

Στο Ουζερί του Λάκη δεν θα βρεις μόνο τηγάνι αέρινο και φίνο. Θα δοκιμάσεις τις σουπιές μαγειρεμένες με μαύρους γίγαντες και θα γλείφεις τα δάχτυλά σου, θα φας τη λαδένια σου με γαύρο και εξαιρετική πικάντικη σάλτσα, θα μάθεις πόσο υπέροχη είναι η γεύση που έχει το αχνιστό σαλάχι και θα βάλεις χέρι για να ρουφήξεις όλη την νοστιμιά του όπως πρέπει, θα ανακαλύψεις την αρχοντιά της πεσκανδρίτσας όταν πέφτει στο τηγάνι από άξια χέρια και θα γευτείς πεντανόστιμες αλοιφές και σαλάτες που θα μπορούσαν να σταθούν ισάξια στα πιο γκουρμέ μαγαζιά.

Τηγανητή πεσκανδρίτσα αφρός, από τα χέρια της Άννας. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής

Τρελαίνομαι για την φακοσαλάτα αλλά και την πατατοσαλάτα με τον μαριναρισμένο γαύρο, παραγγέλνω με συνέπεια φάβα και μελιντζανοσάλατα και δεν χάνω με τίποτα τις γαρίδες σαγανάκι γιατί αγαπώ πολύ τις βούτες με ψωμάκι. Αλήθεια, αυτό το μαγαζί στην σκληροπυρηνική πλευρά της Αθήνας, με κάνει να νιώθω ότι είμαι διακοπές σε νησί και περιμένω τη θάλασσα να στρίψει από την Αριστοτέλους και να μου χαϊδέψει τη γάμπα.

Σουπιές με σέλινο ή με το μελάνι τους, λαδένια με μαριναρισμένο γαύρο και πικάντικη σάλτσα και φανταστικά αχνιστά μύδια στο τραπέζι μας. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής

Επιπλέον, το ουζερί έχει στημένα τα τραπεζάκια του στον πεζόδρομο της Ελπίδος και είναι το ιδανικό μέρος για να απολαύσεις το τσιπουράκι σου μετά τον Επιτάφιο, άτυπο έθιμο που ισχύει σε όλη την Ελλάδα και ας μη συνάδει με το πνεύμα της μέρας. Όσοι πάλι δεν ακολουθούν με συνέπεια το καταστατικό της Εκκλησίας, μπορούν να πάνε από πιο νωρίς στον Γιώργο και την Άννα –κρατήσεις δεν γίνονται αυτό το βράδυ- και να δουν τον Επιτάφιο να περνάει από μπροστά τους, σε μια κατανυκτική περιφορά ανάμεσα στους όγκους των πολυκατοικιών, μια μοναδική urban εμπειρία που σου επικοινωνεί τη θλίψη της μέρας και σε κάνει μέτοχό της, όσο παράδοξο και αν φαίνεται αυτό.

Ένα τραπεζάκι με μεζέδες στον πεζόδρομο της Ελπίδος είναι ικανό να σε μεταφέρει νοητά κάπου πολύ μακριά από το κέντρο της Αθήνας. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής

Πέρα από την περίοδο που διανύουμε, το μαγαζί αποτελεί μια εξαιρετική επιλογή για κάθε στιγμή που θέλετε να ξεφύγετε από τη ρουτίνα και να απολαύσετε κάτι πραγματικά νόστιμο. Το μενού διαμορφώνεται ανάλογα με τις καθημερινές ψαριές και στα πιάτα ημέρας, η Αννούλα βρίσκει πάντα τον τρόπο να κάνει τη διαφορά, με γεύσεις απλές αλλά βαθιά αυθεντικές.

Μια τεράστια ποικιλία από αποστάγματα στη διάθεση των μερακλήδων. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής

Ένα ακόμη μεγάλο ατού του ουζερί είναι ο εντυπωσιακός κατάλογος από τσίπουρα και ούζα, από τους πιο πλούσιους που θα συναντήσει κανείς στην Αθήνα. Ο Γιώργος δεν σταματά να δοκιμάζει, να αναζητά και να φέρνει στο μαγαζί σπάνια αποστάγματα, τα οποία παρουσιάζει με μεράκι, εξηγώντας τις ιδιαιτερότητες και τα αρώματά τους. Τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, στη βιτρίνα φιλοξενούνται 239 διαφορετικές ετικέτες – αύριο μπορεί να είναι ακόμη περισσότερες.

Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής

Δεν είναι όμορφο να υπάρχουν άνθρωποι που συνεχίζουν να εξελίσσονται, παραμένοντας ταυτόχρονα πιστοί στις αξίες τους; Αυτό ακριβώς συμβαίνει με την Άννα και τον Γιώργο. Και εμείς δεν μπορούμε παρά να χαιρόμαστε που παραμένουν αναλλοίωτοι, σε μια εποχή όπου όλα γύρω αλλάζουν διαρκώς, συχνά προσπαθώντας να γίνουν κάτι άλλο για να κερδίσουν την προσοχή μας.