«Ο ποιοτικός ύπνος είναι θεμέλιο της υγείας. Ο ύπνος δεν αποτελεί πολυτέλεια, αλλά βασική βιολογική ανάγκη. Είναι μια ζωτικής σημασίας διαδικασία κατά την οποία ο οργανισμός «επαναρυθμίζεται», διατηρώντας την ισορροπία των συστημάτων του.

Ωστόσο, για ένα σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού, ο ποιοτικός ύπνος δεν είναι δεδομένος», αναφέρει στο ΒΗΜΑ η Eυμορφία Κονδύλη, Πνευμονολόγος, Εντατικολόγος, Εξειδικευμένη Ιατρός Ύπνου, Καθηγήτρια Εντατικής Ιατρικής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Κρήτης, Διευθύντρια Πανεπιστημιακής Κλινικής Εντατικής Θεραπείας ΠΑΓΝΗ.

Το ⅓ των ενηλίκων αντιμετωπίζουν κάποια διαταραχή ύπνου με πιο συχνή το σύνδρομο άπνοιας του ύπνου. Ωστόσο ένα μικρό ποσοστό των πασχόντων είναι διαγνωσμένοι.

«Κι εγώ αντιμετωπίζω θέματα με τον ύπνο» είναι μια φράση που ακούγεται όλο και συχνότερα από ανθρώπους διαφορετικών ηλικιών. Ο ποιοτικός και επαρκής ύπνος δεν είναι όσο δεδομένος μπορεί να είχαμε στο μυαλό μας.

Τι είναι το Ιατρείο Ύπνου;

Η Διευθύντρια και επιστημονική υπεύθυνη του Ιατρείου – Εργαστηρίου Ύπνου της Κλινικής Εντατικής Θεραπείας ΠΑΓΝΗ, κα Κονδύλη, μάς εξηγεί τι συμβαίνει όταν ένας ασθενής αποφασίζει να περάσει την πόρτα.

Το Ιατρείο Ύπνου του ΠΑΓΝΗ λειτουργεί από το 2007. Ξεκινώντας με δυνατότητα εξέτασης ενός ασθενούς ανά νύχτα, από το 2010 έχει αναβαθμιστεί σημαντικά, φτάνοντας να πραγματοποιεί έως και τρεις πολυυπνογραφικές μελέτες ανά νύχτα.

«Η λειτουργία του εργαστηρίου είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το ιατρείο διαταραχών ύπνου, προσφέροντας ολοκληρωμένη φροντίδα», επισημαίναι η κα Κονδύλη.

Και συνεχίζει περιγράφοντας πρακτικά τα βήματα που ακολουθεί το ιατρικό προσωπικό: «Στο ιατρείο εξετάζονται ασθενείς που παρουσιάζουν συμπτώματα συμβατά με διαταραχές ύπνου.

Ακολουθεί εξατομικευμένη αξιολόγηση και προγραμματισμός της κατάλληλης διαγνωστικής εξέτασης. Μετά τη διάγνωση, καθορίζεται η ενδεδειγμένη θεραπεία και οι ασθενείς παρακολουθούνται συστηματικά, με τουλάχιστον μία ετήσια επανεκτίμηση».

Τα στοιχεία καταδεικνύουν τη σημασία της δομής: τα τελευταία τρία χρόνια πραγματοποιούνται κατά μέσο όρο 360 μελέτες ύπνου ετησίως και περισσότερες από 1.300 επισκέψεις ασθενών.

Η ζήτηση αυξάνεται συνεχώς, γεγονός που αποδίδεται και στη μεγαλύτερη ενημέρωση του κοινού, ιδιαίτερα για το σύνδρομο αποφρακτικής υπνικής άπνοιας.

Παρά τη δυνατότητα για περισσότερες εξετάσεις, η έλλειψη εξειδικευμένων τεχνικών ύπνου αποτελεί περιοριστικό παράγοντα.

Πάνω από 70 διαφορετικές διαταραχές ύπνου – Το σύνδρομο αποφρακτικής υπνικής άπνοιας

Οι διαταραχές ύπνου είναι πολλές και ετερογενείς. «Έχουν καταγραφεί περίπου 70 διαφορετικές μορφές. Σε γενικές γραμμές διακρίνονται σε αναπνευστικές και μη αναπνευστικές.

Η συχνότερη από αυτές είναι το σύνδρομο αποφρακτικής υπνικής άπνοιας, το οποίο εκτιμάται ότι επηρεάζει το 3-7% των ενήλικων ανδρών και το 2-5% των γυναικών παγκοσμίως.

Τα ποσοστά είναι ακόμη υψηλότερα σε παχύσαρκα άτομα και σε ηλικίες άνω των 65 ετών», επισημαίνει η κα Κονδύλη.

Ποια είναι τα βασικά συμπτώματα που πρέπει να κινητοποιήσουν κάποιον ώστε να ζητήσει ιατρική βοήθεια;

Η κα Κονδύλη αναφέρει: «τα βασικά συμπτώματα περιλαμβάνουν έντονο και χρόνιο ροχαλητό, διακοπές της αναπνοής κατά τη διάρκεια του ύπνου (που συχνά παρατηρούνται από τον/την σύντροφο), νυχτερινές αφυπνίσεις, πρωινούς πονοκεφάλους, συχνοουρία και έντονη υπνηλία και κόπωση μέσα στην ημέρα»

Η αύξηση της αϋπνίας

Εκτός από τις αναπνευστικές διαταραχές, σημαντικές είναι και οι μη αναπνευστικές, όπως η αϋπνία, οι παραϋπνίες (π.χ. υπνοβασία ή διαταραχές συμπεριφοράς στον ύπνο REM), οι υπερυπνίες όπως η ναρκοληψία, καθώς και κινητικές διαταραχές όπως το σύνδρομο ανήσυχων άκρων η των περιοδικών κινήσεων κάτω άκρων.

Σύμφωνα με πρόσφατα δεδομένα από το National Institutes of Health (NIH), η χρόνια αϋπνία επηρεάζει πλέον περίπου το 10-15% του παγκόσμιου πληθυσμού, ενώ το φαινόμενο της “revenge bedtime procrastination” (η καθυστέρηση του ύπνου ως αντίποινα για την έλλειψη ελεύθερου χρόνου την ημέρα) έχει εκτοξεύσει τα ποσοστά στους νέους.

Η διάγνωση

Για τη διάγνωση των διαταραχών του ύπνου απαιτείται η διενέργεια της πολυυπνογραφίας, γνωστή και ως μελέτη ύπνου τύπου Ι.

Η κα Κονδύλη εξηγεί ότι «πρόκειται για μια ανώδυνη, μη επεμβατική εξέταση που πραγματοποιείται σε εξειδικευμένα εργαστήρια.

Ο ασθενής διανυκτερεύει σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο, υπό συνεχή παρακολούθηση από εξειδικευμένο τεχνικό ύπνου ενώ καταγράφονται πολλαπλές παράμετροι, όπως η εγκεφαλική δραστηριότητα, οι κινήσεις των ματιών, η μυϊκή δραστηριότητα, η αναπνοή.

Ταυτόχρονα ελέγχεται η καρδιακή λειτουργία (συνεχές ηλεκτροκαρδιογράφημα), η ροή αέρα από τη μύτη και το στόμα, οι κινήσεις του θώρακα και της κοιλιάς, τα επίπεδα οξυγόνου στο αίμα, καθώς και το ροχαλητό και η θέση του σώματος.

Σε ορισμένες περιπτώσεις χρησιμοποιείται και βιντεοσκόπηση για την καταγραφή συμπεριφορών κατά τη διάρκεια του ύπνου».

Εκτός από την κλασική πολυυπνογραφία, στο εργαστήριο πραγματοποιούνται και άλλες εξετάσεις, όπως για παράδειγμα η δοκιμασία πολλαπλής λανθάνουσας περιόδου ύπνου, που συμβάλλει στη διάγνωση της ναρκοληψίας.

Τα τελευταία χρόνια, προσφέρεται και η δυνατότητα πραγματοποίησης της εξέτασης στο σπίτι με τη χρήση φορητών συσκευών. Ωστόσο, οι κατ’ οίκον μελέτες έχουν ορισμένους περιορισμούς και χρησιμοποιούνται κυρίως για την ανίχνευση της αποφρακτικής υπνικής άπνοιας.

Η σημασία του καλού ύπνου

Ο επαρκής ύπνος αποτελεί βασικό πυλώνα της υγείας, με τις απαιτούμενες ώρες ύπνου να διαφέρουν ανάλογα με την ηλικία αλλά κι άλλους παράγοντες.

«Η στέρηση ή η κακή ποιότητά του συνδέεται με σοβαρές επιπτώσεις, όπως μεταβολικά νοσήματα (παχυσαρκία, αντίσταση στην ινσουλίνη), διαταραχές του ανοσοποιητικού, αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο και προβλήματα από το αναπνευστικό σύστημα», τονίζει η κα Κονδύλη.

Ιδιαίτερα σημαντικές είναι και οι επιπτώσεις στην ψυχική υγεία και τη γνωστική λειτουργία, που συχνά υποεκτιμώνται.

«Η κακή ποιότητα ύπνου μπορεί να οδηγήσει σε προβλήματα μνήμης, μειωμένη συγκέντρωση, αλλά και σε ένα ευρύ φάσμα ψυχικών διαταραχών, από ήπιες διαταραχές διάθεσης έως κατάθλιψη.

Παράλληλα, η ημερήσια υπνηλία αυξάνει τον κίνδυνο ατυχημάτων, τόσο στην οδήγηση όσο και στον εργασιακό χώρο, επηρεάζοντας άμεσα την ασφάλεια και την ποιότητα ζωής», επισημαίνει.

Συμβουλευτείτε έναν πνευμονολόγο για εξατομικευμένη αξιολόγηση και θεραπεία. Η έγκαιρη παρέμβαση μπορεί να βελτιώσει σημαντικά την ποιότητα ζωής και να αποτρέψει σοβαρές και χρόνιες παθήσεις.