Σε μια παρέμβαση με ισχυρές αιχμές κατά της ελληνικής Δικαιοσύνης και της κυβέρνησης, ο Ταλ Ντίλιαν, μιλώντας στον τηλεοπτικό σταθμό MEGA, εξαπέλυσε δριμύτατη επίθεση σχετικά με την εμπλοκή του στην υπόθεση των υποκλοπών.
Ο κ. Ντίλιαν υποστήριξε ότι η αρχική παραπομπή του ίδιου και της συζύγου του βασίστηκε σε έωλα «συμπεράσματα» που στερούνταν αποδεικτικών στοιχείων. Μάλιστα, όπως ισχυρίστηκε, αυτά κατέρρευσαν κατά την ακροαματική διαδικασία. Σύμφωνα με τον ίδιο, η δικαστική απόφαση δεν κατάφερε να προσδιορίσει κανένα τεχνικό ή πραγματικό δεδομένο που να συνδέει τον ίδιο προσωπικά με την αποστολή μολυσμένων συνδέσμων, ενώ τόνισε την παντελή απουσία τεχνικής έκθεσης που να τεκμηριώνει τέτοιου είδους παρεμβολές από τον όμιλό του.
Ο ρόλος της ΕΥΠ και η αναφορά σε Νίξον και το «Γουότεργκεϊτ»
Ο Ταλ Ντίλιαν έδειξε προς την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών (ΕΥΠ) και υψηλόβαθμα κυβερνητικά στελέχη, υπογραμμίζοντας ότι παρά τις καταθέσεις μαρτύρων που υπέδειξαν την κρατική παρέμβαση, δεν υπήρξε καμία προσπάθεια για πλήρη διερεύνηση αυτών των στοιχείων.
Επανέλαβε ότι το λογισμικό που αναπτύσσει ο όμιλός του προορίζεται αποκλειστικά για εξουσιοδοτημένους κυβερνητικούς φορείς στο πλαίσιο της εθνικής ασφάλειας και ότι η εταιρεία του λειτουργεί ως πάροχος τεχνολογίας και όχι ως διαχειριστής επιχειρήσεων παρακολούθησης.
Εξήγησε ότι η φύση του συστήματος δεν επιτρέπει στον κατασκευαστή να γνωρίζει τους στόχους ή τις δραστηριότητες των εθνικών υπηρεσιών, οι οποίες έχουν και την αποκλειστική ευθύνη για την εκτέλεση των επιχειρήσεων.
Κλείνοντας την τοποθέτησή του, ο κ. Ντίλιαν προχώρησε σε έναν παραλληλισμό με το σκάνδαλο του Γουότεργκεϊτ. Συγκεκριμένα, έκανε λόγο για μια εγκληματική συνωμοσία με σκοπό τη συγκάλυψη πολιτικών αρχών μέσω της στοχοποίησης αθώων πολιτών.
Παράλληλα, διαμήνυσε με κατηγορηματικό τρόπο ότι αρνείται να καταστεί το «εξιλαστήριο θύμα» μιας πολιτικής κρίσης και προανήγγειλε ότι θα αναζητήσει δικαίωση σε διεθνές επίπεδο.
Ολόκληρη η δήλωση του Ταλ Ντίλιαν
«Το 2022 υπήρξαν ισχυρισμοί ότι η κυβέρνηση παρενέβαινε παράνομα σε πολιτικούς αντιπάλους και τηλέφωνα δημοσιογράφων. Η Εισαγγελέας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Γεωργία Αδειλίνη, είπε ότι δεν υπήρχαν στοιχεία εναντίον μελών της κυβέρνησης ή/και της ΕΥΠ, αλλά βρήκε «ενδείξεις» εναντίον εμού και της συζύγου μου και παρέπεμψε την υπόθεσή μου σε δίκη. Τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν κατά τη διάρκεια της δίκης έρχονταν σε αντίθεση με την ανάλυση της Εισαγγελέως του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η απόφαση δεν ανέφερε ούτε ένα στοιχείο που να αποκάλυπτε την προσωπική μου παρέμβαση στις συγκεκριμένες παρεμβάσεις. Οι «ενδείξεις» εναντίον μας εξαφανίστηκαν.
Η απόφαση δεν προσδιόρισε πότε, πού και πώς υποτίθεται ότι στείλαμε τους συνδέσμους για την παραγωγή των παρεμβολών, δεν επικαλέστηκε τεχνική έκθεση που να δείχνει ότι εγώ ή κάποιος που εργαζόταν σύμφωνα με τις οδηγίες μου παρήγαγε τις παραμβάσεις. Αντίθετα, πολλοί μάρτυρες ανέφεραν την πιθανή παρέμβαση της ΕΥΠ. Η ίδια η απόφαση αναφέρεται στη χρήση ταυτοτήτων που συνδέονται με ανώτερα κυβερνητικά στελέχη, ωστόσο δεν καταβλήθηκε καμία προσπάθεια για την πλήρη διερεύνηση αυτών των οδηγιών.
Η ομάδα μας ανέπτυξε ένα λογισμικό προληπτικής άμυνας και το παρέχει νόμιμα αποκλειστικά σε εξουσιοδοτημένες κυβερνητικές και αστυνομικές αρχές. Αυτές οι τεχνολογίες έχουν σχεδιαστεί για να υποστηρίζουν τις προσπάθειες εθνικής ασφάλειας και δημόσιας ασφάλειας των κυρίαρχων κρατών, όλα σύμφωνα με το κανονιστικό πλαίσιο και τα νομικά πρότυπα της ΕΕ. Δεν λειτουργούμε συστήματα· δεν διεξάγουμε δραστηριότητες επιτήρησης.
Εκ σχεδιασμού, το λογισμικό μας δεν επιτρέπει σε κανέναν εκτός από τον οργανισμό να γνωρίζει τους στόχους και να γνωρίζει τις επιχειρήσεις που πραγματοποιούνται από τις εθνικές υπηρεσίες. Οι εθνικές υπηρεσίες ορίζουν τους στόχους και εκτελούν την επιχείρηση χωρίς τη γνώση μας.
Δεν γνωρίζουμε ποιος έκανε τις παρεμβάσεις. Πιστεύω ότι είναι έγκλημα για ιδιώτες να παρεμβαίνουν στις επικοινωνίες. Αλλά είναι ακόμη πιο σοβαρό έγκλημα να οργανώνουν ένα έγκλημα συνωμοσίας για να στέλνουν αθώους ανθρώπους στη φυλακή προκειμένου να συγκαλύψουν πολιτικές αρχές. Ο Νίξον έχασε την προεδρία του στην υπόθεση Watergate επειδή προσπάθησε να συγκαλύψει μια επιχείρηση υποκλοπής. Παρέμεινα σιωπηλός κατά τη διάρκεια της δίκης, αλλά δεν θα γίνω ο αποδιοπομπαίος τράγος. Θα παρουσιάσω την υπόθεσή μου ενώπιον εθνικών, περιφερειακών και διεθνών θεσμών, συμπεριλαμβανομένης της αίτησης παρέμβασης του Ειδικού Εισηγητή του ΟΗΕ για την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης».






